Μεταρρυθμίσεις στην εποχή της κανονικότητας

Γιάννης Βούλγαρης, Τα Νέα, 16/12/2006

Ένα από τα πιο εύθυμα συμπτώματα της τρέχουσας περιόδου πολιτικής αφασίας που διάγουμε είναι η απειλή της κυβέρνησης ότι θα καταφύγει σε πρόωρες εκλογές με σημαία τις μεταρρυθμίσεις. Προφανώς θεωρεί ευνοϊκό περιβάλλον το σκουπιδαριό της Αθήνας, εμπνευσμένη στρατηγική βιώσιμης ανάπτυξης την εκτροπή του Αχελώου που ξέθαψε ο Σουφλιάς και τεράστια επιτυχία το βάλτωμα των μεταρρυθμίσεων στην εκπαίδευση. Όσο για τη δημόσια τάξη την ημέρα των εκλογών, την εγγυώνται η αγροφυλακή και οι συνοριοφύλακες που ακροβολίζονται πλέον στο κέντρο της Αθήνας κυνηγώντας κατα προτίμηση μετανάστριες.

Η κριτική στην πλέον αναποτελεσματική κυβέρνηση της μεταπολίτευσης είναι εύκολη. Δυστυχώς όμως όλο το πολιτικό - κομματικό σύστημα βρίσκεται πάλι στο ναδίρ. Υπάρχουν οι προφανείς αιτίες της πτώσης: η Ν.Δ. ήταν αποδεδειγμένα ανέτοιμη, το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε σύγχυση και ανασυντάσσεται, η ιστορική Αριστερά κινείται σε παρακμιακή τροχιά. Είναι όμως μόνο αυτό ή έχει αλλάξει ριζικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο το πολιτικο-κομματικό σύστημα καλείται πλέον να παράγει πολιτική και μεταρρυθμίσεις.

Τέσσερις προϋποθέσεις

Κοιτώντας το μεταπολιτευτικό παρελθόν, βλέπουμε ότι οι βασικές επιλογές και η πραγματοποίηση των σημαντικών αλλαγών σημειώθηκαν με «μεταρρυθμιστικά άλματα», με τομές και ασυνέχειες, τις οποίες ύστερα η κοινωνία αφομοίωνε, προσάρμοζε στα μέτρα της (που συχνά υπολείπονταν κιόλας από τις προσδοκίες των μεταρρυθμιστών. Κάπως έτσι άλλωστε γίνονται παντού οι σοβαρές μεταρρυθμίσεις). Στην αφετηρία αυτών των επιλογών και των μεταρρυθμιστικών αλμάτων μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερις παράγοντες που λειτούργησαν ως προϋποθέσεις: ύπαρξη εσωτερικής «έκτακτης ατζέντας» (π.χ. μεταπολίτευση) ή εξωγενούς πίεσης για αλλαγές προς ορισμένη κατεύθυνση (π.χ. ΟΝΕ) - ο βαθμός κοινωνικοπολιτικής κινητοποίησης - η κυριαρχία του ηγέτη στο εκάστοτε κυβερνών κόμμα - η ύπαρξη σαφούς προγραμματικής κατεύθυνσης (όχι αναγκαστικά προγράμματος) της κυβέρνησης. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί είτε να αλληλοενισχύονται ή εν μέρει να αντιφάσκουν, ο συνδυασμός τους όμως μας βοηθάει νομίζω να κατανοήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες κινήθηκαν οι ηγέτες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας, όπως επίσης να εμβαθύνουμε στους λόγους των επιτυχιών, των ορίων και των αποτυχιών τους.

Η κανονικότητα

Έχοντας εισέλθει σε μια περίοδο «κανονικότητας» ύστερα από την προσπάθεια εισόδου στην ΟΝΕ, δεν υφίσταται σήμερα μια προφανής και πιεστική εσωτερική «έκτακτη ατζέντα», ούτε εξωτερικός «καταναγκασμός» για αλλαγές. Βεβαίως το μέλλον είναι πάντα άγνωστο, αλλά σε αντίθεση με τις προηγούμενες περιόδους, δεν προοιωνίζονται «έκτακτες» ωθήσεις για μεταρρυθμίσεις. Ούτε από την άλλη, βρισκόμαστε σε μια φάση όπου νέες κοινωνικές δυνάμεις ανέρχονται και πιέζουν το σύστημα ζητώντας τον δικό τους χώρο. Αντίθετα, όπως έχουμε υποστηρίξει παλαιότερα, ένας από τους λόγους της στασιμότητας και της συντηρητικοποίησης είναι το φρακάρισμα των στρωμάτων που ανήλθαν κοινωνικά με το κύμα του οικονομικού - κοινωνικού εκσυγχρονισμού των δεκαετιών ’60 και ’70.

Μήπως τα προηγούμενα σημαίνουν ότι η Ελλάδα δεν έχει πλέον πιεστικό πρόβλημα αλλαγών και μεταρρυθμίσεων; Κάθε άλλο. Χρειαζόμαστε κρίσιμες μεταρρυθμίσεις σε πολλούς τομείς, τέτοιες που να αναβαθμίζουν την αποτελεσματικότητα του «συστήματος - Ελλάς» και την ποιότητα της κοινωνικής ζωής μας. Σημαίνει όμως ότι τόσο η χώρα όσο και το πολιτικό της σύστημα, πρέπει να στηριχτούν περισσότερο στις δικές τους δυνάμεις, να βρουν τρόπο να αυξήσουν την ενδογενή δυναμική για αλλαγές και μεταρρυθμίσεις. Όπως συμβαίνει δηλαδή σε μια κανονική, σύγχρονη ανεπτυγμένη χώρα, γιατί προς τα εκεί έχει πλησιάσει η Ελλάδα. Η ευρωπαϊκή εμπειρία συνεχίζει φυσικά να λειτουργεί και να μας επηρεάζει, δεν είμαστε υποχρεωμένοι να ανακαλύπτουμε από την αρχή την πυρίτιδα. Όμως η τέχνη των μεταρρυθμίσεων, οι κοινωνικές συμμαχίες, οι πολιτικοί χειρισμοί, το πρόγραμμα και η σχέση του με τις ηθικές αξίες, απαιτούν πολύ μεγαλύτερη ευφυΐα και ικανότητα των ιθαγενών πολιτικών δυνάμεων και ηγεσιών. Γιατί; Γιατί έχει λείψει εκείνη η περιρρέουσα «επιτρεπτική συναίνεση» που έδινε η κοινωνία στους μεταρρυθμιστές είτε αναγνωρίζοντας την πιεστικότητα των καταστάσεων είτε το δικαίωμα στο λάθος που είχε μια ιστορικά φρέσκια κυβερνητική παράταξη. Τώρα το κόστος της απραξίας και της αναποτελεσματικότητας θα βαρύνει το πολιτικο-κομματικό σύστημα και θα διευρύνει την αποστασιοποίηση και τον κυνισμό των πολιτών προς αυτό.

Ο κομματικός ανταγωνισμός

Το ζήτημα αφορά κάθε κόμμα ξεχωριστά και από κοινού όλο το κομματικό σύστημα, δηλαδή τον μεταξύ τους κομματικό ανταγωνισμό. Γιατί φαίνεται ότι η ρουτίνα της κομματικής αντιπαράθεσης λειτουργεί πλέον παραλυτικά. Το παράδειγμα της Ν.Δ. είναι διδακτικό. Η αδυναμία της να παραγάγει έργο σχετίζεται ασφαλώς με την αρνητική και εν πολλοίς παραπειστική αντιπολιτευτική τακτική. Όταν ήρθε στην εξουσία ήταν εμφανώς απροετοίμαστη. Δεν πιστεύω ότι έχει «κρυφή ατζέντα», αν με αυτό εννοούμε κάτι περισσότερο από κουτοπόνηρους πολιτικαντισμούς. Έχει απλώς την άνεση, λόγω αδυναμίας του ΠΑΣΟΚ, να σπαταλήσει την τετραετία για να φτιάξει τη φανερή ατζέντα της επόμενης. Εν τω μεταξύ όμως η χώρα έχει μείνει τουλάχιστον στάσιμη. Βεβαίως, ο αρνητισμός, η αδιαφορία για τον προγραμματικό λόγο, ο μύθος της «δομικής αντιπολίτευσης» ήταν σύνηθες φαινόμενο του μεταπολιτευτικού κομματικού ανταγωνισμού. Τα κόμματα όμως αντλούσαν ακόμα την ταυτότητα και το στίγμα τους από άλλες πηγές: από την ιστορία τους, από τις ιδεολογικές αναφορές τους, από τις ιστορικές ηγεσίες τους. Στην εποχή της «κανονικότητας» τα δεδομένα έχουν ξεθωριάσει, οι πολίτες έχουν γίνει πιο πραγματιστές, ενώ το κομματικό σύστημα κινδυνεύει από το «όλοι το ίδιο είναι», «άλλα λένε ως αντιπολίτευση και άλλα κάνουν ως κυβέρνηση», «όλοι τα παίρνουν», κ.λπ. Επιπλέον, επειδή δεν υπάρχει εσωτερικός ή εξωτερικός καταναγκασμός για μεταρρυθμίσεις, το σύστημα κινδυνεύει να πέσει στον φαύλο κύκλο της αναποτελεσματικότητας που παράγει απαξίωση και αυτή με τη σειρά της μεγαλύτερη αναποτελεσματικότητα. Ώσπου οι συνθήκες της υποβάθμισης να ενεργοποιήσουν ίσως εξυγιαντικές αντιστάσεις. Αλλά η χώρα θα έχει χάσει για άλλη μια φορά τον βηματισμό της. Όπως στην τρέχουσα κυβερνητική τετραετία.

Τελικά, τα κόμματα σήμερα είναι υποχρεωμένα να «κατασκευάσουν» την φυσιογνωμία τους με μεγαλύτερο κόπο και χωρίς την ασφάλεια μιας ισχυρής ιδεολογικής αναφοράς ή ενός μεταρρυθμιστικού «πρέπει» που έρχεται από έξω. Απαραίτητα στοιχεία της «κατασκευής» είναι η συνοχή του προγραμματικού τους λόγου, η σχετική συνέπεια και συνέχεια μεταξύ του αντιπολιτευτικού χτες και του κυβερνητικού αύριο, η άνεση να περιλάβουν μέσα στην αντιπαράθεσή τους και στρατηγικές win - win όπως λένε στη θεωρία των παιγνίων, που δεν θα διστάζουν δηλαδή να αναγνωρίζουν τις επιμέρους συμπτώσεις τους γιατί θα μπορούν να κερδίσουν και οι δύο (ή όλοι). Ακόμα και το ΚΚΕ δεν μπορεί να γυρίσει τελείως την πλάτη σε αυτήν τη λογική, όπως δείχνουν τα αυξανόμενα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Η προσπάθειά του να αναδειχτεί ως κόμμα αντισυστημικής διαμαρτυρίας το έχει οδηγήσει απλώς εκτός γηπέδου: εκλογικά στάσιμο, χωρίς ιδεολογική επιρροή στους όμορους χώρους, χωρίς δυναμικό συμμαχιών ύστερα μάλιστα από τον νέο νόμο του 42% των δημοτικών εκλογών. Ο ΣΥΝ παρά τις επίμονες προσπάθειες της πλειοψηφίας του να ακολουθήσει τον δρόμο του ΚΚΕ, παίζει ακόμα με την «πρόσοδο» που του δίνει η αναφορά του στην ιστορική ανανεωτική Αριστερά και με την παρεξήγηση ότι μπορεί δυνάμει να συμμαχήσει με το ΠΑΣΟΚ.

Για τα δύο κόμματα εξουσίας όμως, η ανάγκη αναπροσαρμογής της φυσιογνωμίας, του λόγου και της συμπεριφοράς τους είναι απαραίτητη, αν θέλουν πέρα από την εξουσία, να κυβερνούν με κάποια αποτελεσματικότητα. Ιδίως το ΠΑΣΟΚ, αν φιλοδοξεί να παραμείνει η προοδευτική μεταρρυθμιστική παράταξη στην εποχή της «κανονικότητας».

Ο Γιάννης Βούλγαρης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι