Πολιτικοί και αστυνόμοι

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 23/12/2006

Κατά το θεώρημα Πολύδωρα, ό,τι δεν καταδικάζει κανείς το λούζεται, ως συνυπαίτιος, έκνομος, εχθρός της δημοκρατίας ή (άπαγε της βλασφημίας) οπαδός του Συνασπισμού

Οφείλω, εν πρώτοις, να δηλώσω ότι αποδοκιμάζω, βδελύσσομαι και καταγγέλλω τους λιθορίπτες, οπτοπλινθορίπτες και βιτρινοθραύστες. Ομοίως τους εμπρηστές και τους ληστές τραπεζών καθώς και τα ληστρικά επιτόκιά τους (των τραπεζών, όχι των εμπρηστών), τους παράφωνους τραγουδιστές, τους στημένους διαιτητές και τις νταντάδες που σκαμπιλίζουν άκακα μωρά στα βίντεο του Ευαγγελάτου. Δηλώνω, επίσης, ότι αν η Αστυνομία, γενικώς, και ο προϊστάμενός της υπουργός, ειδικότερα, έχουν ανάγκη την ηθική μου συστράτευση για να αντιμετωπίσουν μεθυσμένους οδηγούς, τσαντάκηδες, κλέφτες μοτοποδηλάτων, παπάκηδες με κομμένες εξατμίσεις, ανθρώπους που ρίχνουν φόλες στα αδέσποτα ή κατσικοκλέφτες στην Κρήτη, δεν έχω κανέναν δισταγμό να προσφερθώ ηθικός συμπαραστάτης. Ήταν μια αναγκαία εισαγωγή αφού, κατά το θεώρημα Πολύδωρα, ό,τι δεν καταδικάζει κανείς το λούζεται, ως συνυπαίτιος, έκνομος, εχθρός της δημοκρατίας ή (άπαγε της βλασφημίας) οπαδός του Συνασπισμού.

Τούτου λεχθέντος, η δημόσια παρέμβαση του υπουργού Δημόσιας Τάξης (τάξεως, θα ταίριαζε καλύτερα, εσωτερικής ασφαλείας καλυτερότερα) μού αφήνει μερικές απορίες.

Γιατί, ενώ για άλλες της δραστηριότητες η Αστυνομία τα βγάζει πέρα χωρίς την ηθική πανστρατιά συμπαράστασης που ο υπουργός Αστυνομίας μας ζήτησε, για τους κουκουλοφόρους των Εξαρχείων ειδικά απαιτείται η καταγγελία τους από κάθε πολιτικό κόμμα και κάθε δημοσιογράφο ατομικά; Γιατί, ενώ τον δολοφόνο του Αγρινίου μπορεί να τον εντοπίζει η Αστυνομία ταχύτατα, χωρίς να εμποδίζουν το έργο της οι θεωρίες, οι αρλούμπες και τα σενάρια των αλαφροΐσκιωτων των παραθύρων, για τους λιθορίπτες ειδικά, μια λέξη να ξεστομίσει ένας παραθυράκιας αρκεί για να παραλύσει το αστυνομικό έργο και να αθωώσει τον έκνομο ταραξία; Και πότε, τέλος πάντων, συνέβη να εντοπίσει η αστυνομική δύναμη κάποιον από τους κατ έθιμον πυρπολητές των πορειών (των άλλων), κάποιον από εκείνους που συνηθίσαμε να αποκαλούμε (κατά το ιταλικό κινηματογραφικό προηγούμενο) «οι γνωστοί άγνωστοι», και να εμπόδισε την τιμωρία του, να υπέθαλψε τη φυγοδικία του κάποιο συνωμοτικό δίκτυο συνασπισμένων συνοδοιπόρων; Ή, μήπως, όλη η φασαρία έγινε επειδή, παρά τον ραγδαίο ιδεολογικό εκ-χριστοδουλισμό του κοινού φρονήματος, η πλειοψηφία ακόμη εξεγείρεται όταν βλέπει αστυνομικούς να κακοποιούν ομαδικά έναν φοιτητή, αντί να αποστρέφει το βλέμμα, να αποδέχεται την ευθύνη της σατανικής ζαρντινιέρας και να ψιθυρίζει χαιρέκακα «τα ήθελε και τα έπαθε»;

Μα πέραν της εύθυμης όψης του (και του ενδεχόμενου κουτοπόνηρου, πολιτικάντικου υπολογισμού του βάρους των αστυνομικών ψήφων στη Β Αθηνών), το διάβημα του κ. Πολύδωρα θέτει και κάποια, κάπως σοβαρότερα για τη δημοκρατική τάξη, ερωτήματα.

Ερώτημα πρώτο: Τι και ποιον εξυπηρετεί η τερατολογική μεγαλοποίηση ενός προβλήματος, κατά τα άλλα απλού και εύκολου στην αντιμετώπιση; Τι και ποιον εξυπηρετεί η εμφάνιση της δράσης μιας δράκας ηλιθίων, που παίζουν τους Ινδιάνους στις παρυφές των διαδηλώσεων και στο περιθώριο των πορειών, ως μείζονος απειλής για τη δημοκρατία, ως κινδύνου παράδοσης της χώρας στην αναρχία; Ο κ. Πολύδωρας μπορεί να επιδιώκει απλώς να βρει άλλοθι για την κατά συρροήν επιχειρησιακή αποτυχία των υφισταμένων του. Αλλά το παιχνίδι μπορεί να γίνει και πιο επικίνδυνο στα χέρια ομοϊδεατών του υπουργού.

Ερώτημα δεύτερο: Τι και ποιον εξυπηρετεί αυτή η απόπειρα ποινικοποίησης μιας πολιτικής στάσης, η απόπειρα να εμφανιστεί όποιος υπερασπίζεται το δικαίωμα στην πολιτική δράση, τη διεκδίκηση, την αμφισβήτηση και ανυπακοή, περίπου ως συνεργός σε έγκλημα; Αν τόσο εύκολα αποδεχόμασταν την ποινικοποίηση της πολιτικής δράσης, ποιος και πού θα χάραζε το όριο του πολιτικού από το ποινικό, σε μια χώρα που ίδρωσε για να ξεφύγει από τα πέτρινα χρόνια της, όταν μια ορισμένη πολιτική άποψη θεωρείτο αντικείμενο του ποινικού νόμου;

Και, τέλος, ένα τρίτο, πρακτικότερο ερώτημα: Για πολλά χρόνια, μια αποτυχημένη, ηθικά χρεοκοπημένη και κοινωνικά απομονωμένη οργάνωση, η 17 Νοέμβρη, στοίχειωνε τον δημόσιο βίο με θεωρίες συνωμοσίας και επικίνδυνες πολιτικές αλληλοκατηγορίες, όσο η Αστυνομία την αντιμετώπιζε ως πολιτικό αντί ως αστυνομικό πρόβλημα. Η Ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, βέβαια, αλλά έστω και ως φάρσα, γιατί να ξαναζήσουμε τη μετατροπή ενός αστυνομικού θέματος (στο οποίο η Αστυνομία αποτυγχάνει ή, για κάποιο λόγο, αποφεύγει να λύσει) σε παρωδία πολιτικού θέματος;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι