Δημοκρατική εναλλακτική οικονομική πολιτική ενάντια στον νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό της Ευρώπης

Υπόμνημα 2006 - Αποσπάσματα

, Αυγή της Κυριακής, 14/01/2007

Εισαγωγή: Ο νεοφιλελεύθερος μετασχηματισμός της Ευρώπης συνεχίζεται

Σε λίγες βδομάδες, υπό γερμανική προεδρία, θα ξεκινήσουν οι προετοιμασίες για την 50η επέτειο της Συνθήκης της Ρώμης, που υπογράφηκε τον Μάιο του 1957 και ίδρυσε την τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ). Οι αρμόδιοι θα επισημάνουν ότι, από την μία πλευρά, η Κοινότητα, που ξεκίνησε με έξι δυτικές χώρες σε ένα περιβάλλον ψυχρού πολέμου, έχει γίνει μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού στην ανατολική Ευρώπη μια πανίσχυρη Ένωση 27 χωρών από τη δυτική και την ανατολική Ευρώπη, με τη δυνατότητα να καταστεί η "πιο ανταγωνιστική περιοχή στον κόσμο". Από την άλλη πλευρά, θα δοθεί έμφαση στο ότι η οικονομική και πολιτική θέση της Ένωσης στον κόσμο απειλείται από τη διαρκή οικονομική ανωτερότητα των ΗΠΑ και την ανάδυση νέων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, καθώς και από το περιβάλλον έντονου παγκόσμιου ανταγωνισμού. Θα γίνει πιθανόν η παραδοχή ότι η Ε.Ε βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε θέση οικονομικής αδυναμίας και πολιτικής κρίσης και ότι νέες προσπάθειες και εσωτερικές μεταρρυθμίσεις απαιτούνται για να αντιμετωπιστούν αυτές οι προκλήσεις και να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της Ε.Ε. Για αυτό το λόγο συνιστώνται περισσότερη απελευθέρωση και ευελιξία της αγοράς, ώστε να διασωθεί και να ενισχυθεί το "ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο", καθώς και περισσότερη οικονομική και στρατιωτική ισχύς, για να μεταλαμπαδευτεί αυτό το μοντέλο στον υπόλοιπο κόσμο.

Αυτή η άποψη δεν είναι νέα και είναι από οικονομική, κοινωνική και πολιτική σκοπιά μη αποδεκτή. Αγνοεί και αρνείται τις βαθιές και καταστροφικές μεταβολές στην Ε.Ε. από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και έπειτα, που μετασχημάτισαν την Κοινότητα σε μία όλο και περισσότερο νεοφιλελεύθερη περιοχή ανταγωνισμού, κοινωνικής ανισότητας και πολιτικής επιθετικότητας. Αυτός ο μετασχηματισμός ακόμα εξελίσσεται στο εσωτερικό της Ε.Ε. και σε σχέση με τη θέση της στον κόσμο.

Από εσωτερική σκοπιά, η Ε.Ε ξεκίνησε ως μια Κοινότητα μεικτών οικονομιών, οι οποίες διδάχθηκαν το μάθημα της βαθιάς κρίσης στις αρχές της δεκαετίας του 1930: ότι η προοδευτική, οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη απαιτεί μακροοικονομική και δομική παρέμβαση, ότι ο ανταγωνισμός σε μια κοινή αγορά χρειάζεται κοινούς κανόνες και οικονομική πολιτική και ότι η κοινωνική πρόοδος προϋποθέτει έναν ισχυρό δημόσιο τομέα. Αυτά τα διδάγματα, που εφαρμόστηκαν με διάφορους τρόπους σε διαφορετικές χώρες, ήταν --αν και όχι αδιαμφισβήτητα-- η κοινή βάση του οικονομικού δυναμισμού στις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Αλλά από τα μέσα της δεκαετίας του 1970, αρχικά σταδιακά και μετά ολοκληρωτικά, αφέθηκαν στο περιθώριο και υποσκάφτηκαν από την άνοδο του ανταγωνισμού ως τον κυρίαρχο κανόνα για όλη την οικονομική, καθώς και για μεγάλα τμήματα της κοινωνικής ζωής. Η μακροοικονομική πολιτική συρρικνώθηκε στους κανόνες της αυστηρής σταθερότητας των τιμών και των ισοσκελισμένων προϋπολογισμών. Η εναρμόνιση των κανόνων ανταγωνισμού αντικαταστάθηκε από τον ανταγωνισμό των κανόνων, συμπεριλαμβανόμενων αυτών που αφορούν την κοινωνική ασφάλιση, την προστασία της εργασίας και την περιβαλλοντολογική βιωσιμότητα. Αυτή η υποχωρητική στρατηγική αύξησε την κερδοφορία και την πολιτική ισχύ του κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, η αυστηρή τήρηση μακροοικονομικών αρχών και η αναδιανομή από τη βάση προς την κορυφή έγινε τροχοπέδη για την οικονομική μεγέθυνση, προκάλεσε μαζική ανεργία και υπέσκαψε την κοινωνική συνοχή στις περισσότερες χώρες μέλη.

Ένας παρόμοιος μετασχηματισμός συντελείται σε σχέση με τη διεθνή θέση της Ε.Ε., η οποία ορίζονταν από το πλαίσιο της συμφωνίας του Bretton Woods, ήτοι των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών και των ελέγχων κεφαλαίου. Αυτή ήταν η παγκόσμια ομπρέλα για τα λεγόμενα "χρυσά χρόνια" της μεταπολεμικής εποχής. Αλλά από τη δεκαετία του 1970, η συνεργασία αυτή αποδομήθηκε, με πρωτοβουλία των ΗΠΑ και την ενεργό στήριξη της Γερμανίας και αντικαταστάθηκε από έναν ανεμπόδιστο, διεθνή ανταγωνισμό μέσω ευέλικτων συναλλαγματικών ισοτιμιών και της βαθμιαίας απελευθέρωσης των κεφαλαιακών κινήσεων. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, δια μέσω του οποίου οι εκβιομηχανισμένες χώρες προσπάθησαν να επιβάλουν την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου, απέτυχε. Φαίνεται όμως ότι η επίμονη νεομερκαντιλιστική θέση της Γερμανίας --η οποία προσωρινά διακόπηκε από τις αναταράξεις της δικής της ενοποίησης-- θα γίνει θέση της Ε.Ε., με τη δημιουργία διμερών εμπορικών συμφωνιών και ζωνών επιρροής. Είναι επίσης ανησυχητικό ότι η κατασκευή του οικονομικού αυτού οικοδομήματος συμπληρώνεται από αυξανόμενες στρατιωτικές φιλοδοξίες. Η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση μετά τον πόλεμο, πρώτα και κύρια, οδηγήθηκε από την πανίσχυρη επιθυμία των λαών να αποφύγουν νέες πολεμικές περιπέτειες. Η Ε.Ε. όμως αναλαμβάνει νέες στρατιωτικές επιχειρήσεις και ενισχύει τις δυνάμεις της προς αυτή την κατεύθυνση.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες αυτοκαταστροφής και πόλωσης, δεν αποτελεί έκπληξη ότι η τελευταία διεύρυνση της Ε.Ε, ένα γεγονός ιστορικής σημασίας, αντιμετωπίζεται από όλες τις πλευρές με σκεπτικισμό. Η ένταξη ορισμένων φτωχών χωρών σε ένα μπλοκ πλούσιων μπορεί να εμφανίζεται ως ευκαιρία και ως πρόοδος. Αλλά στις συγκεκριμένες περιστάσεις, σημαίνει ταυτόχρονα επιπρόσθετη πίεση από την ισχυρότερη στη πιο αδύναμη πλευρά, χωρίς επαρκή πολιτική και οικονομική στήριξη. Το αναμενόμενο αποτέλεσμα είναι πως, παρά την ενδεχόμενη σύγκλιση του μέσου εισοδήματος, η πόλωση στο εσωτερικό των νέων χωρών μελών θα αυξηθεί.

Στις συνθήκες αυτές, όπου ο μετασχηματισμός της Ε.Ε σε νεοφιλελεύθερη κατεύθυνση προωθείται, ενώ η δημιουργία ενός νεομερκαντιλιστικού μπλοκ κερδίζει έδαφος, η Γερμανία αναλαμβάνει την προεδρία της Ε.Ε. για το πρώτο εξάμηνο του 2007. Το πρόγραμμα έχει ήδη καθοριστεί από την Γερμανική κυβέρνηση και έχει τύχει θερμής αποδοχής από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Αποτελείται κυρίως από δύο μέρη:

- Να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί η διαδικασία ανοίγματος των αγορών.

- Να τεθεί εκ νέου το ζήτημα του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στην ημερήσια διάταξη της Ε.Ε. και να προετοιμαστεί η υιοθεσία του υπό την Γαλλική προεδρία, το 2008.

Αυτή η ατζέντα αποτελεί αντανάκλαση της αλαζονείας και της περιφρόνησης της δημόσιας κριτικής και της αντίστασης στις συγκεκριμένες επιλογές. Η περαιτέρω απελευθέρωση των αγορών --ιδιαίτερα στον τομέα των υπηρεσιών-- έχει υποβληθεί σε έντονη κριτική, ενώ έχουν αναδυθεί κοινωνικά κινήματα ενάντια στην κατεδάφιση τον κοινωνικών προτύπων και στη διολίσθηση προς τον πυθμένα μέσω του αχαλίνωτου ανταγωνισμού. Παρόλα αυτά η Γερμανική προεδρία και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φαίνονται αποφασισμένες να ακολουθήσουν τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Η ίδια συμπεριφορά είναι κυρίαρχη αναφορικά και με το Σύνταγμα. Απορρίφθηκε στην Γαλλία και στην Ολλανδία, επειδή η έγκρισή του θα είχε αναγάγει το νεοφιλελεύθερο οικονομικό υπόδειγμα σε συνταγματική υποχρέωση. Σε συνέχεια της αναδίπλωσης που ακολούθησε, η Επιτροπή και οι επόμενες προεδρίες της Ε.Ε. δεν έχουν προφανώς αναλύσει τα αίτια και δεν έχουν επεξεργαστεί μια καλύτερη συνταγματική βάση για μια κοινωνική Ευρώπη. Αντιθέτως, φαίνονται αποφασισμένες να παρουσιάσουν βασικά το ίδιο κείμενο και πάλι, ελπίζοντας αυτή τη φορά πως θα υιοθετηθεί από όλα τα κράτη-μέλη.

Σε αυτό το υπόμνημα κάνουμε μια σύντομη καταγραφή και αποτίμηση της βασικής μακροοικονομικής και κοινωνικής κατάστασης στην Ε.Ε. (κεφάλαιο 1), ακολουθούμενη από την ανάλυση και κριτική των βασικών μέτρων οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, στα οποία οφείλονται τα δυσμενή αποτελέσματα (κεφάλαιο 2). Απέναντι σε αυτές τις καταστροφικές πολιτικές υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, που μπορούν να οδηγήσουν σε ισχυρότερη οικονομική ανάπτυξη, μεγαλύτερη περιφερειακή και κοινωνική συνοχή σε όλη την Ε.Ε., περισσότερη ευημερία για περισσότερους ανθρώπους μέσα σε κάθε χώρα της Ένωσης και σχέσεις συνεργασίας με τις λιγότερο αναπτυγμένες χώρες (κεφάλαιο 3). Η εφαρμογή τέτοιων εναλλακτικών λύσεων όμως προβλέπεται να είναι δύσκολη για δύο λόγους: Πρώτον, χρειάζεται εκτενής επεξεργασία και προσπάθεια συνεργασίας. Δεύτερον, θα υπάρξει ισχυρή αντίσταση από δυνάμεις του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου και από άλλα κέντρα, που ωφελούνται από τις τρέχουσες νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις. Με την έννοια αυτή, η επεξεργασία εναλλακτικών προτάσεων οικονομικής πολιτικής δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ακαδημαϊκή άσκηση, αλλά ως συνεισφορά στην κοινωνική κινητοποίηση για μια καλύτερη Ευρώπη.

1. Προς μια πιο επισφαλή Ένωση - Πρόσφατες οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις

1.5 Αυξανόμενες χρηματοοικονομικές εντάσεις - Προβλήματα του ευρωπαϊκού χρηματοοικονομικού συστήματος

Η μη ικανοποιητική οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Ε.Ε. συνδέεται με ένα περιβάλλον αυξανόμενων χρηματοοικονομικών κρίσεων, τόσο σε παγκόσμιο όσο και σε Ευρωπαϊκό επίπεδο. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι σπουδαιότεροι χρηματοοικονομικοί θεσμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, ανησυχούν για το ενδεχόμενο εκδήλωσης χρηματοοικονομικών ανισορροπιών, που μπορεί να οδηγήσουν σε "επικίνδυνες" προσαρμογές, ή ακόμα και σε χρηματοοικονομικές κρίσεις. Διάφοροι παράγοντες συμβάλλουν στην εκδήλωση μιας τέτοιας κατάστασης και παρά τη δυσκολία ακριβών προβλέψεων, η λήψη μέτρων είναι αναγκαία.

\Κρίση του δολαρίου;\ Η κύρια πηγή της χρηματοοικονομικής αβεβαιότητας παραμένει το έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών των Ηνωμένων Πολιτειών, το "αδύναμο" δολάριο και το γεγονός ότι το τελευταίο μπορεί να υποστεί μία απότομη και σημαντική υποτίμηση. Σε μια τέτοια περίπτωση, το αποτέλεσμα πιθανότατα θα ήταν μια μετατόπιση των κεφαλαίων από περιουσιακά στοιχεία αποτιμημένα σε δολάρια σε περιουσιακά στοιχεία αποτιμημένα σε ευρώ, γεγονός το οποίο θα ανέβαζε την αξία του ευρώ σε μη βιώσιμο επίπεδο, με δύο δυσμενείς συνέπειες. Πρώτον, ορισμένοι κλάδοι και ορισμένες χώρες στην Ευρωζώνη θα αντιμετώπιζαν δραστική μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους και δεύτερον, η ανατίμηση του ευρώ θα διαστρέβλωνε τη σχέση μεταξύ του εν λόγω νομίσματος με τα υπόλοιπα νομίσματα της Ε.Ε., το οποίο θα σήμανε απότομη αύξηση του πληθωρισμού στη Βρετανία, τις Σκανδιναβικές χώρες και στα νέα κράτη μέλη.

\Τιμές των ακινήτων.\ Στο θέμα αυτό εκδηλώνονται ορισμένες ανησυχητικές τάσεις στην Ε.Ε.. Πιο συγκεκριμένα, ανησυχία προκαλούν η απότομη αύξηση και τα ιστορικά υψηλά επίπεδα των τιμών των ακινήτων στη Βρετανία και την Ισπανία. Το ίδιο το ΔΝΤ πρόσφατα αναγνώρισε ότι η μετατόπιση προς ένα αγοραίο χρηματοοικονομικό σύστημα, όπως έχει γίνει σε αυτές τις χώρες, καθιστά την οικονομία τους πιο εκτεθειμένη στις διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων^1^. Είναι συνήθως αδύνατο να οριστεί μια γενική νομισματική πολιτική που να μπορεί να ελέγχει αυτές τις ανισορροπίες^2^. Αντιθέτως, είναι αναγκαίες συγκεκριμένες παρεμβάσεις στον κλάδο των ακινήτων, προκειμένου να διατηρηθεί η σταθερότητα και να περιοριστούν οι δυσμενείς συνέπειες στη διανομή του εισοδήματος από τον πληθωρισμό των τιμών των ακινήτων. Όμως η Ε.Ε. δεν λαμβάνει μέτρα αυτού του είδους.

\Κερδοφορία των τραπεζών.\ Ένα επιπλέον ανησυχητικό φαινόμενο στο χρηματοοικονομικό περιβάλλον είναι τα τεράστια κέρδη που αποκομίζουν ορισμένες χρηματοοικονομικές ομάδες. Για παράδειγμα, οι μεγάλες τράπεζες της Βρετανίας (οι "Μεγάλες Πέντε") πραγματοποίησαν τεράστια κέρδη το τελευταίο χρηματοοικονομικό έτος: 33,5 εκατομμύρια λίρες, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,7% του ΑΕΠ της Βρετανίας. Προφανώς όλα αυτά τα κέρδη δε δημιουργήθηκαν στη Βρετανία (θα αντιπροσώπευαν 460 λίρες για καθένα από τα 25 εκατομμύρια των νοικοκυριών^3^), ούτε μπορούν να εξηγηθούν με όρους αποτελεσματικότητας. Οφείλονται στη ισχύ των τραπεζών στην αγορά και ιδιαίτερα σε ταχέως αναπτυσσόμενους τομείς^4^. Αυτά τα αδικαιολόγητα κέρδη είναι επίσης η βασική αιτία του πληθωρισμού, που συνδέεται με τις υψηλές αμοιβές των ηγετικών στελεχών στο χρηματοοικονομικό τομέα, στοιχείο το οποίο κοινωνικά διαιρεί και οικονομικά αποτελεί σπατάλη. Λαμβάνοντας υπόψη την απροθυμία να αλλάξουν τράπεζα, που χαρακτηρίζει του Ευρωπαίους, μάταια επιδιώκεται ο ανταγωνισμός προκειμένου να χαλιναγωγηθεί η εκμετάλλευση. Αυτό το οποίο χρειάζεται βραχυχρόνια είναι η φορολόγηση των κερδών των τραπεζών και μακροχρόνια ένας αυστηρότερος κανονισμός για τις εμπορικές υπηρεσίες που προσφέρουν οι τράπεζες.

\Αντισταθμιστικά κεφάλαια (Hedge Funds).\ Ανησυχητική επίσης κρίνεται η συνεχιζόμενη επέκταση των εργασιών των εταιριών κάλυψης κινδύνων (hedge funds), παρά την πρόσφατη επιβράδυνσή της. Οι οργανισμοί αυτοί είναι σκόπιμα ασαφείς προκειμένου να μην προειδοποιούν τους υπόλοιπους επενδυτές ως προς τις στρατηγικές τους, γεγονός το οποίο προκαλεί προβλήματα στη σταθερότητα και στη λειτουργία της αγοράς. Είναι γνωστό ότι οι εταιρίες διαχείρισης αντισταθμιστικών κεφαλαίων αναλαμβάνουν κυρίως κερδοσκοπικές επενδυτικές θέσεις, συμπεριλαμβανομένων βραχυπρόθεσμων θέσεων σε συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να οδηγήσουν σε απεριόριστες ζημίες, καθώς και επενδυτικών θέσεων υψηλού δανεισμού που εμπεριέχουν σχετικά υψηλό κίνδυνο αθέτησης των υποχρεώσεών τους σε περίπτωση αποτυχίας. Επιπλέον, επενδύουν σε μία ευρεία κατηγορία περιουσιακών στοιχείων που ξεπερνούν τις οργανωμένες αγορές χρεογράφων. Η δυνατότητα ρευστοποίησης είναι περιορισμένη σε ορισμένες από αυτές τις μη ρυθμισμένες αγορές και μπορεί να διακοπεί μετά από ένα σοκ, αφήνοντας τους επενδυτές με αδιάθετα περιουσιακά στοιχεία. Κατά συνέπεια οι εταιρίες διαχείρισης αντισταθμιστικών κεφαλαίων πρέπει να υποχρεώνονται να παρέχουν πλήρεις και συχνές αναφορές στις αρμόδιες αρχές των επενδυτικών θέσεων που αναλαμβάνουν^5^. Οι εταιρίες αντισταθμιστικών κεφαλαίων έχουν πρόσφατα --σε απάντηση στις πτωτικές αποδόσεις κερδοσκοπίας-- υιοθετήσει μία νέα και όχι λιγότερο επιζήμια στρατηγική: είτε μόνες είτε σε συνεργασία με άλλες εταιρίες αντισταθμιστικών κεφαλαίων αναπτύσσουν έντονο "μετοχικό ακτιβισμό" με την πρόθεση να ανεβάσουν τις τιμές των μετοχών και να ενισχύσουν τις πληρωμές υψηλών μερισμάτων. Αυτού του είδους η συμπεριφορά έχει καταστροφική επίδραση στους παραδοσιακούς θεσμικούς επενδυτές, οι οποίοι ολοένα και περισσότερο ασκούν ανάλογες βραχυπρόθεσμες πιέσεις στις διοικήσεις των εταιριών, στις οποίες έχουν επενδύσει τις εισφορές των συνταξιοδοτικών ταμείων και των ασφαλιστικών εταιριών. Το γεγονός αυτό όχι μόνο έχει αρνητικές συνέπειες για το μελλοντικό εισόδημα των συνταξιούχων, αλλά επίσης άμεσες και περισσότερο επιζήμιες συνέπειες για τους εργαζομένους των εταιριών, που υφίστανται αυτού του είδους την αυξημένη πίεση. [...]

3. Δημοκρατικό πλαίσιο οικονομικής πολιτικής για βιώσιμη κοινωνική Ευρώπη - Εναλλακτικές προτάσεις ενάντια στο νεοφιλελεύθερο μετασχηματισμό

3.6. Οικονομική σταθερότητα και κοινωνική πρόοδος - Αναπροσανατολισμός της πολιτικής για τις χρηματοπιστωτικές αγορές.

\Σταθερότητα.\ Οι μηχανισμοί με τους οποίους αντιμετωπίζεται η οικονομική αστάθεια στην Ε.Ε. περιλαμβάνουν την ανταλλαγή πληροφοριών ανάμεσα στις αρχές των κρατών-μελών καθώς και άτυπες διαδικασίες για συντονισμένη παρέμβαση σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Οι μηχανισμοί αυτοί πρέπει να ενδυναμωθούν με τρεις τρόπους:

Πρώτον, η διατήρηση της σταθερότητας πρέπει να σταματήσει να αποτελεί απλώς εννοούμενο καθήκον της ΕΚΤ και να γίνει ρητή ευθύνη, που θα δικαιολογούσε ακόμα και αλλαγή της γενικής νομισματικής πολιτικής που ακολουθείται, αν συνέτρεχε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Προκειμένου να ανταποκριθεί στην αυξημένη αυτή ευθύνη, απαιτούνται νέες αρμοδιότητες, που να ρυθμίζουν το περιβάλλον λειτουργίας των τραπεζών και των χρηματοπιστωτικών οργανισμών, έτσι ώστε να δημιουργηθούν εκείνες οι δικλείδες ασφαλείας που θα αποτρέπουν την επικίνδυνη έκθεση. Οι αρμοδιότητες αυτές πρέπει να περιλαμβάνουν τη δυνατότητα απαίτησης από ένα οργανισμό σε κακή οικονομική κατάσταση να προβεί σε λύση του, προκειμένου να αποτραπεί τυχόν απειλή της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.

Δεύτερον, η ΕΚΤ πρέπει να αναλάβει συγκεκριμένη ευθύνη για τη σταθερότητα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η ΕΚΤ θα πρέπει ρητά να τεθεί επικεφαλής μακροεποπτικής ρύθμισης, για την αντιμετώπιση συστημικών κινδύνων, ενώ οι εποπτικές αρχές και η Επιτροπή Βασιλείας να αναλάβει τη μικροεποπτική ρύθμιση για τους επιμέρους κινδύνους. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική αγορά ολοένα και περισσότερο λειτουργεί στο πλαίσιο πολυπολικού οικονομικού συστήματος. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει κάποια προβλήματα συντονισμού, αλλά ταυτόχρονα εισάγει την προοπτική μιας ευρύτερης εκπροσώπησης και δίνει προτεραιότητα στις ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών. Η ηγεσία της Ε.Ε. πρέπει να επεξεργαστεί μια θεσμική αναθεώρηση που να βελτιώνει τη διακυβέρνηση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος και να περιορίζει τους κινδύνους αστάθειας.

Τρίτον, υπάρχει ανάγκη αποτελεσματικής φορολόγησης του διεθνούς κεφαλαίου. Οι κατευθύνσεις της Επιτροπής Βασιλείας δεν επαρκούν, γιατί αφορούν μόνο στις τράπεζες ενώ δεν αντιμετωπίζουν το ζήτημα των "φορολογικών παραδείσων", που είναι η κύρια μέθοδος παράκαμψης του ρυθμιστικού πλαισίου του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος.

\Νέα κράτη-μέλη.\ Ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιήθηκε η οικονομική ενοποίηση σε πολλά από τα νέα κράτη-μέλη δυσφημίζει την ίδια τη διαδικασία ενοποίησης. Από τη μία πλευρά, οι χώρες-μέλη του πρώην Σοβιετικού μπλοκ δε διέθεταν ουσιαστικές δομές για το εμπορικό τραπεζικό σύστημα, γεγονός το οποίο επέτρεψε την σχεδόν ολοκληρωτική διείσδυση δυτικών τραπεζών σε αυτό. Μια πρώτη συνέπεια ήταν η μεταφορά των τραπεζικών κερδών εκτός των χωρών αυτών. Μια επιπλέον συνέπεια είναι ο περιορισμός της αποδοτικότητας καταμερισμού της πίστης, καθώς η τοπική γνωστική επάρκεια και ειδικά οι τοπικές απόψεις όσον αφορά τις δημόσιες προτεραιότητες δεν έχουν αρκετή επιρροή πάνω σε αποφάσεις πιστοδότησης. Οι χώρες αυτές θα πρέπει να ενθαρρύνονται ( αντί απλά να τους επιτρέπεται) να αναπτύξουν δημόσιες, συνεταιριστικές τράπεζες κατά το μοντέλο ίσως της Γερμανίας, έτσι ώστε να επανορθώσουν τη λειτουργία των χρηματοπιστωτικών τους συστημάτων.

Ταυτόχρονα, η ΕΚΤ επέβαλλε αυστηρούς όρους στις χώρες αυτές πριν ακόμα εισαγάγουν το ευρώ. Δεν υπάρχει σαφής αιτιολογία για μια τέτοια προσέγγιση, που διαιωνίζει την αντιδημοκρατική κηδεμονία, υπό την οποία τελούσαν οι χώρες αυτές πριν από την προσχώρησή τους στην Ε.Ε.. Δεν υπάρχει κανείς απολύτως κίνδυνος για την αποσταθεροποίηση της Ευρωζώνης από την είσοδο των φτωχών αυτών χωρών. Συνεπώς, η εισαγωγή του ευρώ πρέπει να αποτελεί γι’ αυτές ελεύθερη επιλογή και να προωθηθεί όταν αυτό κριθεί κατάλληλο για την οικονομική τους ανάπτυξη.

Εν τω μεταξύ, όπως τονίστηκε προηγουμένως, τα νομίσματα των χωρών αυτών αποτελούν αντικείμενο σκληρής πίεσης στο πλαίσιο ενός εξασθενημένου δολαρίου. Ο πιο αποτελεσματικός τρόπος αντιμετώπισης μια τέτοιας κατάστασης είναι μέσω της υποστηρικτικής παρέμβασης της ΕΚΤ. Εν τη απουσία της, η χρήση προσωρινών ελέγχων κεφαλαίου θα ήταν μια λογική κίνηση γι’ αυτές τις χώρες. Κίνηση που πρέπει να κυρωθεί προκαταβολικά από την ηγεσία της Ε.Ε..

\Επιχειρησιακή διακυβέρνηση.\ Όσον αφορά στη φύση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, οι προτεραιότητες πρέπει να μετατοπισθούν από την απλή δημιουργία μιας ενοποιημένης αγοράς προς τα κοινωνικά προτάγματα. Η ενίσχυση των μεγάλων, ρευστών αγορών για ομόλογα και μετοχές στην Ευρώπη καθ’ αυτή δεν αποτελεί προβληματική πολιτική: τυχόν αδυναμία δημιουργίας μιας τέτοιας αγοράς θα οδηγούσε τους επενδυτές σε αναζήτηση εναλλακτικών αγορών, συμπεριλαμβανομένης και της Βόρειας Αμερικής. Εντούτοις, η οικονομική ενοποίηση έχει συνδεθεί με την προσπάθεια της Επιτροπής να ενισχύσει τα συμφέροντα των μετόχων, πράγμα που αποτρέπει τη δημιουργία κώδικα επιχειρησιακής συμπεριφοράς.

Πρόσφατες συζητήσεις για την "επιχειρησιακή κοινωνική ευθύνη" (ΕΚΕ) επιδέχονται δύο αρκετά διαφορετικές ερμηνείες. Από τη μια πλευρά, η όλη συζήτηση για την ΕΚΕ μπορεί να εκληφθεί ως βήμα στην κατεύθυνση της περαιτέρω ιδιωτικοποίησης του νόμου και των επιχειρησιακών κανόνων, ως μια προσπάθεια απόθεσης των νομοθετικών αυτών καθηκόντων στις ίδιες τις επιχειρήσεις. Μια πιο αισιόδοξη άποψη θα έβλεπε στην ΕΚΕ την επιβεβαίωση της μη νομιμοποίησης των νεοφιλελεύθερων πολιτικών και συνεπώς της ανάγκης για την επανατοποθέτηση της επιχείρησης στο πλαίσιο συγκεκριμένων υποχρεώσεων, ώστε να ενισχυθεί η κοινωνική της ευθύνη^6^.

Δυστυχώς φαίνεται ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προτιμά την πρώτη άποψη υποστηρίζοντας ότι η πλειοψηφία των ζητημάτων επιχειρηματικής διακυβέρνησης μπορούν να αντιμετωπιστούν με την ενίσχυση των συμφερόντων των μετόχων. Σ’ αυτό το πλαίσιο είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να γίνουν οι μέτοχοι ή οι θεσμικοί επενδυτές αποτελεσματικοί διαχειριστές των σύγχρονων επιχειρήσεων^7^. Από την άλλη πλευρά όλοι οι μέτοχοι πρέπει να ασκούν ουσιαστικό έλεγχο στην επιχειρησιακή συμπεριφορά αν πρόκειται οι επιχειρήσεις να δρουν με κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο. Επιπλέον, η αναφορά στα δεσμευτικά διεθνή πρότυπα όσον αφορά στους ηθικούς, κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους πρέπει να οδηγήσουν την ΕΚΕ πέρα από το βολονταρισμό. Από αυτή την άποψη, υπάρχει ανάγκη για ένα Ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο που να ενισχύει την εποπτεία και την ευθύνη σε σχέση με το συνολικό αντίκτυπο της επιχειρησιακής συμπεριφοράς.

\Κοινωνική ενσωμάτωση και πρόσβαση σε δανεισμό και χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες.\ Παρότι ο εντονότερος ανταγωνισμός αυξάνει τις οικονομικές ευκαιρίες για δανειστές και δανειζόμενους, είναι μάλλον απίθανο να βελτιώσει την πρόσβαση των μικρών εταιρειών και των ευπαθών κοινωνικών ομάδων στο δανεισμό και στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες^8^. Για το λόγο αυτό, η οικονομική ενοποίηση πρέπει να συνδυαστεί με μέτρα που να ικανοποιούν τις χρηματοπιστωτικές ανάγκες των μικρών επιχειρήσεων και των φτωχών κοινωνικών στρωμάτων^9^. Η ανάγκη αυτή γίνεται εντονότερη υπό την προοπτική της καλπάζουσας ιδιωτικοποίησης των δημοσίων τραπεζών σε όλα τα κράτη-μέλη της Ε.Ε.. Ο δημόσιος τομέας και οι συνεταιριστικές τράπεζες μπορούν να εξασφαλίζουν δάνεια σε εκείνους που απειλούνται με αποκλεισμό, ενώ ταυτόχρονα αναλαμβάνουν τη χρηματοδότηση και άλλων δημόσιων αγαθών. Ο ρόλος τους στο Ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό σύστημα πρέπει συνεπώς να ενισχυθεί και να υποστηριχθεί. Επιπλέον πρέπει να διασφαλίζεται ότι οι τράπεζες αυτού του είδους δε θα πρέπει να ανταγωνίζονται με τους ίδιους όρους τις τράπεζες με καθαρά ιδιωτικές επιδιώξεις.

\Προστασία του καταναλωτή.\ Το πρόγραμμα της Ε.Ε. για οικονομική ενοποίηση αναφέρεται στην προστασία του καταναλωτή, όχι όμως επαρκώς σε σχέση με την έκταση που έχει πάρει η ταυτόχρονη απορρύθμιση της αγοράς^10^. Γενικά, οι καταναλωτές "λιανικών" χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών είναι καχύποπτοι απέναντι στις επιχειρήσεις αυτού του τομέα. Η καχυποψία αυτή αιτιολογείται από το σχήμα της χρηματοοικονομικής άνθησης-κατάρρευσης στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές του 2000 τόσο στην Ε.Ε., όσο και παγκόσμια. Συνεπώς, αν πρόκειται να επιτευχθεί ο στόχος της Ε.Ε. για ένα ενοποιημένο χρηματοπιστωτικό περιβάλλον, είναι απαραίτητο να ενισχυθεί η εμπιστοσύνη του καταναλωτή. Βήματα προς αυτή την κατεύθυνση περιλαμβάνουν αυστηρά κατώτατα όρια, απαιτώντας από τους παρόχους των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών να προστατεύουν τα συμφέροντα των πελατών τους. Επιπλέον, στη βάση των στρατηγικών του επιχειρησιακού μάρκετινγκ που συσκοτίζουν παρά διαφωτίζουν τα πράγματα, συνίσταται η Ευρωπαϊκή τυποποίηση των βασικών χρηματοπιστωτικών προϊόντων. [...]

1. IMF |Economic Outlook, |Σεπτέμβριος 2006.

2. Μολονότι οι τιμές των περιουσιακών στοιχείων είναι με βεβαιότητα ένας παράγοντας που καθορίζει τη νομισματικά πολιτική, μερικές από τις συζητήσεις που λαμβάνουν χώρα αυτήν περίοδο για τη χρήση νομισματικής πολιτικής για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού που προέρχεται από τις τιμές των ακινήτων, προτείνουν επιστροφή στα καταστροφικά νομισματικά πειράματα του 1980

3. Motley Fool website

4. Η δύναμη που έχουν στην αγορά οι πέντε μεγάλες τράπεζες της Βρετανίας επιβεβαιώθηκε με εκτενή τρόπο το δελτίο της Cruikshank (HM Treasury, |Review of Banking Services in the UK,| 2000)

5. Για μία πλήρη έρευνα, "Hedge Funds: developments and policy implications", |ECB Monthly Bulletin|, January 2006.

6. Dominique Plihon, "Financing Social Protection and Social Equity in Europe", University Paris 13, mimeo.

7. Παραπέμπουμε για παράδειγμα στη συζήτηση των M. Aglietta και A. Reberioux, |Corporate Governance Adrift: a critique of shareholder value|, 2005.

8. Μπορεί ωστόσο να επιτευχθεί μια ισορροπία ανάμεσα στην πρόσβαση σε δάνεια από τη μεριά των φτωχών κοινωνικών ομάδων από τη μία και την αποφυγή συσώρρευσης χρέους των ίδιων ομάδων από την άλλη. Η δημόσια παρέμβαση είναι χρήσιμη προκειμένου να συμβιβάσει αυτούς τους στόχους αποφεύγοντας για παράδειγμα τους υπερβολικούς τόκους γι αυτή την κατηγορία δανειζόμενων.

9. P. Arestis και A. Caner, "Financial Liberalisation and Poverty: in P. Arestis and M. Sawyer (eds.), |Financial Liberalisation: Beyond Orthodox Concerns|, Palgarve Macmillan 2005.

10. Το μερίδιο των επιχειρησιακών λόμπυ στις διαδικασίες αποφάσεων της Ε.Ε. είναι διαβόητο. Στην περίπτωση της οικονομικής ενοποίησης, μόνο οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί και οι ρυθμιστές λήφθηκα υπόψη μέχρι πολύ αργά στη διαδικασία. Μέχρις ότου να ζητηθεί η γνώμη των ομάδων των τελικών χρηστών (μικρές επιχειρήσεις και καταναλωτές) το μεγαλύτερο μέρος της στρατηγικής ενοποίησης είχε ήδη αποφασιστεί.

|Το πλήρες κείμενο και πληροφορίες στο .memo-europe.uni-bremen.de|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι