Η ενεργειακή πρόκληση

Ευθύμης Παπαδημητρίου, τ. 66, 12/06, Δαίμων της Οικολογίας, 03/12/2006

Ενώ συνεχίζεται ζωηρή η συζήτηση για την κατεπείγουσα ανάγκη περάσματος σε μια νέα ενεργειακή εποχή, αν θέλουμε να προλάβουμε τις μη αναστρέψιμες κλιματικές αλλαγές στον πλανήτη μας, τα βιομηχανικά κράτη προχωρούν ασυγκίνητα στις εγκληματικές πρακτικές τους σε βάρος του φυσικού περιβάλλοντος.

Σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε πρόσφατα ο αρμόδιος για το κλίμα Γραμματέας του ΟΗΕ, τα βιομηχανικά κράτη συνεχίζουν με αυξανόμενους ρυθμούς την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου. Οι εκπομπές 40 χωρών έφτασαν τους 17,9 δισ. τόννους το 2004, έναντι 17,8 δισ. τόννων του 2003 και 17,5 τ. του έτους 2000.

Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία για τις αλλαγές στις εκπομπές αερίων σε δισ. τόννους, σε σχέση με το έτος 2000. Στην Αμερική είχαμε αύξηση 7,06%, στη Ρωσία 2,02, στη Γερμανία 1,01%, στην Ιαπωνία 1,36%, στη Μ. Βρετανία 0,67% και στη Γαλλία 0,56%.

Στα αίτια αυτής της αύξησης συγκαταλέγονται κυρίως η οικονομική ανάρρωση χωρών του πρώην Ανατολικού Μπλοκ και η αύξηση των διεθνών αερομεταφορών. Ανάμεσα στους «παραβάτες» περιλαμβάνονται τόσο κράτη που έχουν υπογράψει το Πρωτόκολλο του Κιότο, όσο και η Αμερική που απέφυγε την υπογραφή ενώ παραμένει ο μεγαλύτερος ρυπαντής σε παγκόσμια κλίμακα. Όπως είναι γνωστό, το Πρωτόκολλο του Κιότο απαιτεί μείωση των εκπομπών των αερίων του θερμοκηπίου μέχρι το 2012 κατά 5% κάτω από το επίπεδο του 1990.

Πρόσφατα η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε την πρόθεσή της να τεθεί επικεφαλής της Κίνησης για καλύτερη προστασία του κλίματος. Παρουσίασε στο Λονδίνο μια μελέτη του πρώην στελέχους της Παγκόσμιας Τράπεζας, Νικολάου Στερν, ο οποίος προειδοποιεί για τις καταστροφικές συνέπειες που θα έχει η αλλαγή του κλίματος στην Παγκόσμια οικονομία. Κατά τον Στερν απειλείται μια ύφεση σαν κι εκείνη που συνέβη στη δεκαετία του 1930.

Με μια ανεξέλεγκτη αύξηση των εκπομπών αερίων πιθανόν να καταρρεύσει το παγκόσμιο ακαθόριστο κοινωνικό προϊόν κατά 20%. Κατά τον Στερν «υπάρχει ακόμη καιρός για να αποφύγουμε τις χειρότερες συνέπειες για το κλίμα, αν δράσουμε τώρα και διεθνώς». Ο βρετανός πρωθυπουργός πρότεινε την άμεση διαπραγμάτευση ενός πρόσθετου Πρωτοκόλλου, σ’ αυτό του Κιότο. Ο δε πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Μπαρόζο απαιτεί τη χάραξη μιας νέας ενεργειακής στρατηγικής για την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο Γερμανός υπουργός περιβάλλοντος Γκάμπριελ απαιτεί, ενόψει των ανησυχητικών στοιχείων για τη κατάσταση του κλίματος, έναν πιο αποφασιστικό ρόλο από τα βιομηχανικά κράτη. Η σπάταλη χρήση των φυσικών πόρων και της ενέργειας είναι υπεύθυνη για το μεγαλύτερο μέρος των εκπομπών, για το λόγο αυτό θα έπρεπε να δείξουν ότι οικονομική αύξηση με λιγότερη χρήση ενέργειας και φυσικών πόρων είναι δυνατή. Στα επόμενα δέκα με δεκαπέντε χρόνια θα φανεί αν θα είμαστε σε θέση να εμποδίσουμε τις χειρότερες συνέπειες της αλλαγής του κλίματος ή αν θα τις αφήσουμε «κληρονομιά» στα παιδιά και τα εγγόνια μας. Ο Γερμανός υπουργός συνηγόρησε επίσης για μια νέα «οικολογική βιομηχανική πολιτική». Ένα «βιομηχανικό υπουργείο» θα πρέπει να αποφασίζει τις στρατηγικές για το περιβάλλον, την οικονομία και την απασχόληση.

Σε διαφορετικό μήκος κύματος κινείται αντίθετα ο Τζέρυ Τέηλορ, ένας εκπρόσωπος του φιλελεύθερου Ινστιτούτου «Κάτων», (που δέχεται εισφορές από πετρελαϊκές εταιρείες!), ο οποίος ισχυρίζεται ότι «μόνον ένα μικρό μέρος του ακαθάριστου εθνικού προϊόντος των βιομηχανικών χωρών επηρεάζεται από τον καιρό, με άμεσο ή έμμεσο τρόπο. Είναι πολύ δύσκολο να φανταστούμε ένα τόσο καταστροφικό σενάριο».

Στο ίδιο πνεύμα μίλησε πριν από λίγες μέρες και ο εκπρόσωπος του αμερικανού προέδρου, τονίζοντας ότι ο Μπους «θα συνεχίσει να δίνει έμφαση στην έρευνα και την τεχνολογία παρά στην υποχρεωτική χαλιναγώγηση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα». «Για το σκοπό αυτό έχουν διατεθεί ήδη 29 δισ. δολάρια, για σχετικά ερευνητικά προγράμματα και τη συνεργασία με επιστήμονες και άλλων χωρών». Πάντως, σύμφωνα με άρθρο της εφημερίδας Τάϊμς της Νέας Υόρκης (31.10.06) οι ετήσιες δαπάνες για ενεργειακή έρευνα και ανάπτυξη είναι σήμερα λιγότερο από 50% των δαπανών που γινόντουσαν πριν απο 25 χρόνια.

Ο Πρόεδρος Μπους προσπαθεί να αυξήσει το ποσό στα 4,2 δις. για το 2007, αλλά και πάλι αυτό θα ήταν ένα μικρό κλάσμα από αυτό που θεωρούν οι ειδικοί ως απολύτως αναγκαίο. Οι ομοσπονδιακές δαπάνες για ιατρική έρευνα έχουν αντιθέτως τετραπλασιαστεί, για να φτάσουν το ετήσιο ποσό των 28 δις δολαρίων, από το 1979. Η στρατιωτική έρευνα αυξήθηκε 260% και με 75 δις το χρόνο είναι 20 φορές το ποσό που δαπανάται για ενεργειακή έρευνα.

Τον περασμένο μήνα η κυβέρνηση Μπους αποκάλυψε το «στρατηγικό της σχέδιο» για τη χρήση νέων τεχνολογιών για περιορισμό του φαινομένου του θερμοκηπίου, τονίζοντας τη στροφή στη βασική έρευνα και εθελοντικές δράσεις για την απομόνωση του διοξειδίου του άνθρακα προτού βγει στην ατμόσφαιρα και ενθαρρύνοντας την κατασκευή οχημάτων που θα κινούνται με υδρογόνο.

Η προειδοποίηση του Στερν αναδεικνύει την κατάρρευση των επιχειρημάτων του προέδρου Μπους και κάποιων άλλων στη Γερουσία και τη βιομηχανία, που ισχυριζόντουσαν ότι η δράση ενάντια στο φαινόμενο του θερμοκηπίου θα ζημιώσει την Οικονομία. Όπως υποστηρίζει ο Άλντεν Μάγιερ, διευθυντής της Ένωσης προοδευτικών Επιστημόνων της Αμερικής «η άρνηση να πάρουμε σοβαρά μέτρα αντιμετώπισης του προβλήματος του φαινομένου του θερμοκηπίου και της αποσταθεροποίησης του κλίματος εκθέτει σε μεγάλους, πραγματικούς κινδύνους το μέλλον της οικονομίας και της ευημερίας των βιομηχανικών χωρών».

Όσον αφορά τώρα τις κυβερνητικές πολιτικές έρευνας σε διεθνές επίπεδο, αυτές δεν διαφέρουν και πολύ από τις αντίστοιχες της Αμερικής. Η Ιαπωνία είναι η μόνη οικονομική δύναμη που αύξησε της δαπάνες για έρευνα τις πρόσφατες δεκαετίες με ανάπτυξη επικεντρωμένη στην αποτελεσματικότητα και την ηλιακή τεχνολογία, σύμφωνα με στοιχεία της διεθνούς Επιτροπής για την Ενέργεια.

Όσο για τον ιδιωτικό τομέα, μελέτες δείχνουν ότι οι εταιρείες που σχετίζονται με την ενέργεια έχουν μεγάλη παράδοση στο να απέχουν από μακροπρόθεσμες τεχνολογικές αναζητήσεις, λόγω της απουσίας... βραχυπρόθεσμων αποσβέσεων και ωφελειών. Πενήντα επιστήμονες, οικονομολόγοι, μηχανικοί και επιχειρηματίες, σε συνέντευξή τους στους Τάϊμς της Νέας Υόρκης, τόνισαν με έμφαση ότι αν η αναζήτηση ενεργειακών πηγών που δεν ρυπαίνουν δεν γίνει πιο επιθετική, ο πλανήτης θα βρεθεί αντιμέτωπος με επικίνδυνη υπερθέρμανση και διεθνείς συγκρούσεις καθώς έθνη με αυξανόμενες ενεργειακές απαιτήσεις θα ανταγωνίζονται για την απόκτηση των εξαντλούμενων ανεπαρκών πόρων. Πολλοί από αυτούς τους ειδικούς υποστηρίζουν επίσης ότι οι υπάρχουσες ενεργειακές εναλλακτικές λύσεις και βελτιώσεις στην ενεργειακή αποτελεσματικότητα δεν επαρκούν. «Δεν θα μπορέσουμε να σταθεροποιήσουμε τις θερμοκρασίες αν η ανθρωπότητα, μέχρι το τέλος του αιώνα, δεν σταματήσει να προσθέτει περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα από όσο αυτή μπορεί να απορροφήσει. Αυτό πάλι θα είναι οικονομικά αδύνατο να συμβεί αν δεν γίνουν τεράστιες επενδύσεις.»

Σε αντίθεση με τον πρώην αντιπρόεδρο της Αμερικής Αλ Γκορ που πιστεύει ότι «γνωρίζουμε σήμερα κάθε τι που χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά το πρόβλημα», άλλοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι οι πιθανότητες επιτυχίας είναι πολύ χαμηλές, εκτός αν γίνει κάτι που να σπάσει το κοινωνικό αδιέξοδο, ότι δηλ. κάθε τεχνολογία θα πρέπει επίσης να εμπεριέχει δράση για την αύξηση της προσαρμοστικότητας και ανθεκτικότητας στα κλιματολογικά ακραία φαινόμενα, μέσω δράσεων όπως είναι η δημιουργία σπόρων που να αντέχουν στη ξηρασία... ή την εξέταση τρόπων για την δέσμευση μέρος της εισερχομένων ηλιακών ακτίνων, για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανσης !

Όπως φαίνεται από όλα τα παραπάνω, η παραδοχή της ύπαρξης του προβλήματος της υπερθέρμανσης του πλανήτη έχει πλέον γενικευτεί και ο προβληματισμός των ειδικών έχει αρχίσει να είναι έντονος, όμως δεν ακούγονται σχεδόν καθόλου φωνές κριτικής και προτάσεις για αλλαγή του σπάταλου, ενεργειοβόρου, καταναλωτικού τρόπου ζωής των βιομηχανικά ανεπτυγμένων χωρών, ούτε λαμβάνονται σοβαρά υπόψη και οι πρόσθετες δυσκολίες που θα πρέπει να αντιμετωπιστούν όταν προστεθούν άλλα 2,5 δισεκατομμύρια ανθρώπων, μέχρι το 2050, οι περισσότεροι από τούς οποίους θα ζουν σε χώρες όπως είναι η Κίνα και η Ινδία, που μόλις αρχίζουν να απολαμβάνουν την κατανάλωση ηλεκτρικών ειδών, κλιματιστικών, αυτοκινήτων κ.λ.π. καταναλωτικών πειρασμών...

H ανθρωπότητα, βρίσκεται, στον 21ο αιώνα, αντιμέτωπη με πρωτόγνωρα, πλανητικά, δύσκολα αναστρέψιμα προβλήματα, που δείχνουν καθαρά τη μεγάλη αναντιστοιχία των τεχνολογικών επιτευγμάτων της επιστήμης προς τις κοινωνικές δυνάμεις, τους θεσμούς και τι αξίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια παγκόσμια ειρηνική διακυβέρνηση και στην αντιμετώπιση, στη γένεσή τους , των μεγάλων περιβαλλοντικών προβλημάτων καθώς και των προβλημάτων δίκαιης κατανομής των φυσικών πόρων και του παραγόμενου πλούτου.

Οι προσπάθειες των ενεργών, οικολογικά ευαίσθητων πολιτών και των αντίστοιχων πολιτικών και κοινωνικών κινημάτων κατάφεραν, με μεγάλες προσπάθειες, να κάνουν επιτέλους γνωστά τα αποτελέσματα αυτού του στρεβλού αναπτυξιακού δρόμου που ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα.. Ας ελπίσουμε ότι θα καταφέρουν να συμβάλλουν και στην απαραίτητη αλλαγή πορείας της ανθρωπότητας ...έστω και στο «παρά πέντε».

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι