Πρώτοι στη σπατάλη ενέργειας

Κρίσιμες αποφάσεις στη σύνοδο κορυφής του Μαρτίου

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 17/01/2007

Πριν από μία εβδομάδα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την αναλυτική της πρόταση για την ενεργειακή πολιτική της Ένωσης, πάνω στην οποία θα πρέπει να αποφασίσουν οι 27 στη Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου. Η πρόταση έχει ήδη δεχθεί σοβαρές επικρίσεις: από οικολογική σκοπιά, διότι οι στόχοι που θέτει (συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών 20% στην παραγόμενη ενέργεια και άλλο ένα 20% εξοικονόμηση ενέργειας έως το 2020) δεν είναι όσο φιλόδοξοι απαιτεί η αντιμετώπιση της απειλητικής ανόδου της θερμοκρασίας στον πλανήτη. Από μιαν άλλη πλευρά, όσοι δυσπιστούν στις ιδιωτικοοικονομικές λειτουργίες όταν πρόκειται για ένα τόσο βασικό αγαθό, αλλά προπάντων όσοι εμμένουν στα μεγάλα εθνικά τους μονοπώλια με επιχειρήματα εθνικής στρατηγικής, αντιδρούν αρνητικά στην απόπειρα να δοθεί νέα ώθηση στην εσωτερική αγορά της ενέργειας. Πολλοί, τέλος, βλέπουν με ανησυχία να ξανανοίγει μια συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια, που μετά το φοβερό ατύχημα του Τσερνόμπιλ είχε ανασταλεί σε ευρωπαϊκό επίπεδο (αν και μεγάλα κράτη-μέλη, όπως η Γαλλία και η Βρετανία, συνέχιζαν τα πυρηνικά τους προγράμματα).

Ο Άντρις Πίμπαλγκς, ο Λετονός αρμόδιος επίτροπος για την ενέργεια, δηλώνει εν τούτοις ότι το προτεινόμενο σχέδιο είναι τόσο σημαντικό, όσο η υιοθέτηση του ευρώ ή η δημιουργία της ενιαίας αγοράς. Αν επιτύχει, πιστεύει, μπορεί να βρισκόμαστε μπροστά σε μια νέα βιομηχανική επανάσταση. Η ρητορική αυτή μάλιστα βασίζεται μόνο σε προσωπικό πατριωτισμό για το δικό του χαρτοφυλάκιο. Η πρόταση είναι όντως λεπτομερειακά επεξεργασμένη, εξειδικεύοντας πλήθος μέτρων και επιμέρους πολιτικές σε κάθε κεφάλαιο, και ταυτόχρονα συνεκτική. Στην κριτική ότι οι στόχοι δεν είναι αρκετά προωθημένοι, ο Πίμπαλγκς απαντά ότι δεν φτάνει να τίθενται φιλόδοξοι στόχοι, πρέπει να είναι και εφικτοί σε μιαν Ένωση 27 κρατών-μελών και κοντά 500 εκατομμυρίων κατοίκων, σύνθεση που θεωρεί ότι μπορεί να επιτευχθεί με τη συγκεκριμένη πρόταση. Όσον αφορά στο πρόβλημα των πυρηνικών, όπου αναπτύσσεται σήμερα μια τάση να υποβαθμίζονται οι κίνδυνοι μπροστά στο πλεονέκτημα της «καθαρής» - χωρίς, δηλαδή, εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα - παραγωγής ενέργειας, λέει στεγνά ότι, αν θέλουμε να τα αποκλείσουμε, θα πρέπει να εντείνουμε πολύ περισσότερο τις προσπάθειες για την εξοικονόμηση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (συνέντευξη στην «El Pais», στις 14/1).

Στην ευρωπαϊκή Σύνοδο Κορυφής του Μαρτίου δεν αναμένεται κάποια ουσιαστική ελληνική συνεισφορά. Η χώρα μας κατέχει τα πρωτεία στην ενεργειακή σπατάλη, ενώ ελάχιστα αξιοποιούνται τα σημαντικά γεωγραφικά μας πλεονεκτήματα για να αναπτυχθούν οι ανανεώσιμες πηγές (άνεμοι, ήλιος, βιομάζα και βιοαέριο, που συμβάλλουν και στην αξιοποίηση των σκουπιδιών, γεωθερμία, υδροηλεκτρικά). Ως προς τον ευρωπαϊκό στόχο η παραγωγή ηλεκτρισμού να προέρχεται κατά 21% από ανανεώσιμες πηγές το 2010, τον οποίο συνυπογράψαμε το 2001, το 2005 φτάναμε μόλις στο 7,7%, όταν η Πορτογαλία βρισκόταν στο 28,8%, η Ισπανία στο 21,6% και, στον σκοτεινό (τους χειμερινούς μήνες) και κρύο Βορρά, η Φινλανδία στο 25,4% και η Σουηδία στο 52%! Η απουσία σοβαρών προσπαθειών και επιδόσεων έως τώρα δεν σημαίνει όμως ότι δεν μας ενδιαφέρει, και πολύ μάλιστα, να παρθούν οι πιο προωθημένες δυνατές αποφάσεις για μιαν ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική. Ακόμα και οι κυρώσεις που εισηγείται η Επιτροπή για όσες χώρες θα εξακολουθήσουν να υστερούν, μπορεί να χρησιμεύσουν και να μας δώσουν επιτέλους μιαν ώθηση. Ήδη έχει εκτιμηθεί πόσο θα πληγεί η Ελλάδα από την επερχόμενη αλλαγή του κλίματος και, αν αυτό μας φαίνεται μακρινό, καθώς δεν μαθαίνουμε να σκεπτόμαστε με ορίζοντα δεκαετιών, η ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών και η εξοικονόμηση ενέργειας μπορεί από τώρα να έχουν άμεσες θετικές επιπτώσεις: όχι μόνο στο περιβάλλον, αλλά και συνολικά στην οικονομία, την απασχόληση, τα εισοδήματα, τη συμμετοχή σε προηγμένες τεχνολογίες, δηλαδή και στην εκπαίδευση και την κατάρτιση.

Η υιοθέτηση μιας προωθημένης ενεργειακής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Ένωση θα συμβάλει άλλωστε και στις αναγκαίες διαπραγματεύσεις σε παγκόσμιο επίπεδο που, όπως παραδέχεται ο εκτελεστικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, Ίβο ντε Μπόερ, προχωρούν πολύ αργά εν όψει της εκπνοής του Πρωτοκόλλου του Κιότο το 2012, με αποτέλεσμα και οι επιχειρήσεις να είναι διστακτικές στις απαιτούμενες νέες επενδύσεις. Μετά την επίσκεψη της προεδρεύουσας της Ε.Ε. Άνγκελα Μέρκελ, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπους δέχθηκε για πρώτη φορά την ανάγκη συντονισμένης αντιμετώπισης. Σοβαρό είναι το πρόβλημα για τις αναπτυσσόμενες χώρες, όπου η κατανάλωση ενέργειας είναι ακόμα χαμηλή, αυξάνεται όμως ραγδαία. Εδώ ο ντε Μπόερ βλέπει τη διαφοροποίηση στα μέλη της, που ακολουθεί ανάλογα με το επίπεδο οικονομικής τους ανάπτυξης η Ε.Ε., να αποτελεί πρότυπο και για μια πλανητική διαχείριση («Le Monde», 14/1).

Μιαν ενδιαφέρουσα παρέμβαση στη διεθνή συζήτηση έκανε ο καθηγητής στο Μπέρκλεϊ, υφυπουργός Οικονομικών επί Κλίντον, Τζ. Μπράντφορντ Ντελόνγκ, υποστηρίζοντας την επιβολή ενός παγκόσμιου φόρου στα καύσιμα ή, εναλλακτικά, ενός μεγαλύτερου φόρου στις προηγμένες οικονομίες για να χρηματοδοτηθεί η ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι