Μόνο λόγια για τη φτώχεια

Είμαστε δεύτεροι στην Ε.Ε. στην εισοδηματική ανισότητα

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 24/01/2007

Οδεύοντας προς το τέλος πλέον της θητείας της η κυβέρνηση επανήλθε, διά του υπουργού Οικονομίας, σε ένα από τα κεντρικά συνθήματα των προ τριετίας προεκλογικών της εξαγγελιών: τη φτώχεια. Αφορμή ήταν η - αρκετά καθυστερημένη - δημοσίευση της έρευνας εισοδήματος και συνθηκών διαβίωσης των νοικοκυριών για το έτος 2004 από τη Στατιστική Υπηρεσία.

Η έρευνα ήρθε να επιβεβαιώσει δύο σοβαρά προβλήματα, γνωστά και από την προηγούμενη δεκαετία: Πρώτον, ότι ο αριθμός των ατόμων με εισόδημα κάτω από το όριο της φτώχειας διατηρείται σταθερά γύρω στο 20% του πληθυσμού. Αυτό σημαίνει ότι πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι ζούσαν με εισόδημα μικρότερο από 5.650 ευρώ τον χρόνο (ή με λιγότερα από 11.865 ευρώ για τετραμελείς οικογένειες με δύο παιδιά). Πρόκειται, σύμφωνα με τον ορισμό που έχει υιοθετηθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, για τη «σχετική φτώχεια»: περιλαμβάνει όλους όσοι έχουν λιγότερο από το 60% του διαμέσου εισοδήματος σε μία χώρα (του εισοδήματος δηλαδή που βρίσκεται ακριβώς στη μέση, αν βάλουμε τα εισοδήματα όλων των κατοίκων στη σειρά ανάλογα με το ύψος τους, και είναι χαμηλότερο από το μέσο εισόδημα των κατοίκων, καθώς οι πλουσιότεροι ανεβάζουν το μέσο επίπεδο). Κατά πρώτο λόγο επομένως μετρά την ανισότητα.

Και, δεύτερον, ότι η αποτελεσματικότητα των δημοσίων κοινωνικών δαπανών στη μείωση αυτής της φτώχειας, στην άμβλυνση των ανισοτήτων μέσα από μια πολιτική ανακατανομής του εισοδήματος, είναι πολύ χαμηλή. Πριν από την καταβολή των πάσης φύσεως κοινωνικών επιδομάτων, το ποσοστό των φτωχών ήταν 22,5%, και με τα επιδόματα 19,6%, οπότε οι δημόσιες δαπάνες συνέβαλαν στην έξοδο από το όριο της φτώχειας μόλις για το 3% του πληθυσμού.

Αλλά τα δύο αυτά προβλήματα ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης φάνηκε ανέτοιμος να τα αντιμετωπίσει. Ένα κεντρικό εύρημα της έρευνας, το γεγονός ότι το πλουσιότερο 20% των κατοίκων είχε εισόδημα 5,8 φορές μεγαλύτερο από το φτωχότερο 20%, που φέρνει την Ελλάδα δεύτερη σε εισοδηματική ανισότητα μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (μετά την Πορτογαλία), το άφησε εντελώς ασχολίαστο. Αναμενόμενο, θα έλεγε κανείς, αφού η όλη οικονομική πολιτική της κυβέρνησης τρία χρόνια τώρα, με σταθερό χαρακτηριστικό τις αλλεπάλληλες μειώσεις της φορολογίας υπέρ των ευπορότερων, κάθε άλλο παρά αποσκοπούσε στην άμβλυνση των ανισοτήτων. Για να υπερασπιστεί την κυβερνητική πολιτική, ο κ. Αλογοσκούφης επικαλέστηκε τις φετινές αυξήσεις του ΕΚΑΣ, των αγροτικών συντάξεων και του επιδόματος ανεργίας (για τη μειονότητα των ανέργων που το δικαιούνται), που πράγματι ενίσχυσαν κάποια χαμηλά εισοδήματα, αλλά και τις επιστροφές του ΛΑΦΚΑ, που αφήνουν απ έξω πάνω από ένα εκατομμύριο χαμηλοσυνταξιούχους, οι οποίοι ουδέποτε υποχρεώθηκαν να καταβάλουν τέτοιες εισφορές, και ωφέλησαν περισσότερο όσους απολαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις. Προπάντων ωστόσο επέμεινε στη διαπίστωση ότι ενώ οι δημόσιες κοινωνικές δαπάνες ως ποσοστό του ΑΕΠ είναι στη χώρα μας συγκρίσιμες με των άλλων ευρωπαϊκών χωρών (26% έναντι 27,6% κατά μέσο όρο στην Ε.Ε.), η επίπτωσή τους στη μείωση της φτώχειας είναι μικρή, μόλις 3% έναντι 9% στην Ε.Ε.

Διόλου δεν ανέλυσε όμως τις κοινωνικές δαπάνες που έχουν τόσο πενιχρό αποτέλεσμα. Περιορίστηκε σε μια γενική εκτίμηση ότι διαχέονται σε όλη την κοινωνία, για να εξαγγείλει για την επόμενη πενταετία μιαν ανακατανομή τους «ώστε να υπάρξει πιο αποτελεσματική στόχευση σε αυτούς που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας». Και προκάλεσε έτσι την εύλογη ανησυχία όσων βρίσκονται πάνω από το όριο, συναρτούν όμως το βιοτικό τους επίπεδο με κάποιες κοινωνικές παροχές. Σύμφωνα με την έρευνα άλλωστε, και το επόμενο 20% του πληθυσμού, που βρισκόταν πάνω από το όριο της φτώχειας, είχε εισόδημα μόλις στο 63% του μέσου εισοδήματος όλων των κατοίκων.

Απολύτως καμία αναφορά δεν έκανε ο ο κ. Αλογοσκούφης στην απόλυτη φτώχεια, στις περίπου πεντακόσιες χιλιάδες κατοίκους της χώρας που το εισόδημά τους δεν επαρκεί για να καλύψουν τις πιο βασικές ανάγκες. Για την προστασία από αυτή την ακραία φτώχεια οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες (όλες οι χώρες της Ε.Ε. πριν από τη διεύρυνση με την εξαίρεση της Ελλάδας) έχουν θεσπίσει ένα ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Την τεκμηριωμένη σχετική πρόταση του Συνασπισμού πρόπερσι στη Βουλή η κυβέρνηση την είχε απορρίψει προβάλλοντας τις τότε δημοσιονομικές δυσχέρειες. Αλλά και τώρα, που επαίρεται ότι τιςξεπέρασε, εξακολουθεί να αδιαφορεί.

Στην πρώτη συνέντευξη Τύπου που έδωσε με θέμα τη φτώχεια ύστερα από τρία χρόνια ευθύνης για την οικονομική πολιτική, ο υπουργός δεν είχε τίποτα να πει ούτε για την καταπολέμηση της φτώχειας ούτε για τη μείωση των πολύ μεγάλων εισοδηματικών ανισοτήτων στη χώρα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι