Εξουσία χωρίς Αρχές

Η ΚΟΝΤΡΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Ο ιός, Κυρ. Ελευθεροτυπία, 21/01/2007

Στο ερώτημα «ποιος κυβερνά αυτό τον τόπο» η απάντηση της κυβέρνησης είναι κατηγορηματική: κυβερνά η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Αλλά ποια είναι ακριβώς η εξουσία αυτής της ανεξάρτητης Αρχής και σε ποια σημεία εντοπίζονται οι υπερβολές της;

ΦΟΡΕΙΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΙ: ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΡΙΜΗΣ, ΑΓΓΕΛΙΚΑ ΨΑΡΡΑ, ΑΝΤΑ ΨΑΡΡΑ, ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΡΑΣ. ΙΟΣ e-mail

Για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες μέρες η κυβέρνηση υποδεικνύει τον ένοχο για τις πολιτικές της αστοχίες στις λανθασμένες (κατά τη γνώμη της) αλλά δεσμευτικές (πάλι κατά τη γνώμη της) αποφάσεις της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

* Προηγήθηκε η γαργαλιστική υπόθεση με τις απαλλαγές απ το στρατό. Μετά την πολυήμερη κολοκυθιά μεταξύ κυβέρνησης και Αρχής για το ποιος έχει δικαίωμα και υποχρέωση να δημοσιοποιήσει τα ονόματα όσων επωφελήθηκαν από το παράνομο κύκλωμα, υποχρεώθηκε να βγει ο ίδιος ο πρόεδρος της Αρχής και να δηλώσει ότι για τα «δημόσια πρόσωπα» δεν ισχύει κανένας περιορισμός δημοσιότητας, αδειάζοντας έτσι τους αρμόδιους υπουργούς και πετώντας οριστικά το μπαλάκι στην κυβερνητική πλευρά.

* Δεν πέρασαν ούτε λίγα εικοσιτετράωρα και η Αρχή βρέθηκε και πάλι στο στόχαστρο κυβέρνησης και «ειδικών αναλυτών».

Αυτή τη φορά η αφορμή δόθηκε με τη ρουκέτα στην πρεσβεία των ΗΠΑ. Από την πρώτη στιγμή η κυβέρνηση υπέδειξε τον υπεύθυνο της ολιγωρίας του υπερτροφικού αντιτρομοκρατικού μηχανισμού. Δεν είναι άλλος από την Αρχή -και κατ επέκταση το Συμβούλιο της Επικρατείας- που δεν επιτρέπουν στις αρχές ασφαλείας να χρησιμοποιούν για δικούς τους λόγους τις κάμερες που έχουν εγκατασταθεί για την παρακολούθηση και τη ρύθμιση της κυκλοφορίας.

Υστερα από το πρώτο σάστισμα, όλοι συμφώνησαν: οι κάμερες τα είδαν όλα.

- Καταγράφουμε ενδεικτικά το σχετικό ρεπορτάζ που φιλοξένησε το κρατικό κανάλι (ΕΤ-1) τη μέρα της επίθεσης. Εμφανίστηκε στην αρχή ο υπουργός Δ. Τάξης να δηλώνει: «Υπάρχουν ευρήματα, τα οποία θα εξεταστούν». Ακούγεται ερώτημα δημοσιογράφου (Γ. Βλάχος): «Και από κάμερες;». Ο κ. Πολύδωρας απαντά με νόημα: «Εξονυχιστικά». Ο δημοσιογράφος επιμένει: «Και από κάμερες;».

- Αμέσως προβάλλεται απόσπασμα από τις δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου στο πρες ρουμ: «Εγώ οφείλω να μείνω στο ότι το υπουργείο Δημόσιας Τάξης έχει ζητήσει από το Συμβούλιο της Επικρατείας να σκεφθεί ότι υπάρχουν και λόγοι ασφαλείας, οι οποίοι θα επέβαλλαν τη χρησιμοποίηση των καμερών στα σημεία που έχουν τοποθετηθεί, έτσι ώστε να μπορεί να βοηθηθεί το έργο της αστυνομίας σε τέτοιες περιπτώσεις».

- Το ρεπορτάζ ολοκληρώνεται με εικόνες από τη βρετανική τηλεόραση και τον ακόλουθο σχολιασμό: «Σε ανάλογες περιπτώσεις στο εξωτερικό, όπως στο μεγάλο τρομοκρατικό χτύπημα του Λονδίνου τον Ιούνιο του 2005, οι κάμερες ήταν εκείνες που οδήγησαν τις διωκτικές αρχές στον εντοπισμό και τη σύλληψη των δραστών».

- Τον τόνο τον έδωσε ο ίδιος ο κ. Ρουσόπουλος, που αφιέρωσε στο ζήτημα της Αρχής το μεγαλύτερο μέρος της ενημέρωσης των πολιτικών συντακτών. Τα ιδιωτικά κανάλια στην πλειονότητά τους ακολούθησαν την υπόδειξη. Ακούσαμε το ίδιο βράδυ τον κ. Χατζηνικολάου να υποστηρίζει ότι «αν δεν είχε γίνει όλη αυτή η φασαρία για τις κάμερες που είχαμε στους Ολυμπιακούς στους δρόμους, κι αυτές οι κάμερες λειτουργούσαν έστω για να καταγράφουν απλώς το κυκλοφοριακό, τώρα θα ξέραμε και πώς βρέθηκαν εκεί και πώς φύγανε και ίσως θα ξέραμε και πρόσωπα». Και πάλι συμπλήρωσε ο αστυνομικός συντάκτης του σταθμού ότι «οι δράστες στη Βρετανία βρέθηκαν ακριβώς απ αυτές τις κάμερες».

Η ενοχλητική Αρχή

- Πρωταγωνιστής στο σχολιασμό αυτού του είδους δεν είναι βέβαια άλλος από τον Γιώργο Καρατζαφέρη: «Εδώ φτάσαμε στην παράκρουση να έχουμε μπροστά μας ένα τέτοιο θέμα που ξεφτιλίζει την Ελλάδα διεθνώς και να σκεφτόμαστε τι θα πει η Αρχή Προστασίας Δεδομένων, αν θα δείξουμε τα πλάνα από την κάμερα», λέει με στόμφο στο Mega ο Λαάρχης.

«Συμφωνώ μαζί σας σ αυτό», απαντά με ειλικρίνεια ο Γιάννης Πρετεντέρης. Παίρνει λοιπόν θάρρος ο κ. Καρατζαφέρης: «Ε μην τρελαθούμε. Επιτέλους να λειτουργήσουν οι κανόνες του κράτους. Το κράτος σημαίνει δύναμη. Δεν θα είμαστε αιχμάλωτοι αυτής της επιτροπής προστασίας των βομβιστών, των εκβιαστών και των βιαστών».

Πρόκειται για γελοιότητες. Τα ίδια κανάλια μέσα σε λίγες ώρες είχαν πλήρως μεταστραφεί, οδηγώντας στην αντίστροφη παράνοια. Εκεί που όλοι ήταν βέβαιοι ότι εξαιτίας της άτιμης της Αρχής Προστασίας οι κάμερες ήταν κλειστές και δεν θα μάθουμε τις πολύτιμες πληροφορίες που θα μας έδιναν, την επομένη όλοι εμφανίζονταν σίγουροι ότι οι αμερικανικές υπερκάμερες είχαν ήδη εντοπίσει τα πρόσωπα των δραστών και μάλιστα μας εξηγούσαν με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τους τρόπους αναγνώρισης ακόμα και κουκουλοφόρων ή μεταμφιεσμένων ατόμων, μέσω θερμικής ανίχνευσης προσώπων και ψηφιακής βιομέτρησης των περαστικών.

Φυσικά, από την πρώτη στιγμή ήταν γνωστό ότι υπήρχαν κάμερες (και άλλα υπερσύγχρονα συστήματα ασφαλείας) στην πρεσβεία. Και ουδέποτε η Αρχή ζήτησε την απομάκρυνση αυτών ειδικά των καμερών ή οποιασδήποτε άλλης κάμερας τοποθετείται για την ασφάλεια ενός χώρου. Και, βέβαια, το μετρό της Αθήνας προστατεύεται από τις δικές του κάμερες (όπως συμβαίνει και στο Λονδίνο που επικαλείται η κυβερνητική προπαγάνδα).

Οποιος διαβάσει τα επίσημα αιτήματα του υπουργείου Δ. Τάξης προς την Αρχή για τις κάμερες θα διαπιστώσει ότι αναφέρονται ειδικά «στη δυνατότητα χρήσης του συστήματος κατά τη διάρκεια συγκεντρώσεων ή συναθροίσεων», ενώ η Αρχή στις αποφάσεις της (58/2005) επισημαίνει ότι δεν καταγράφονται από την κυβέρνηση συγκεκριμένοι ευαίσθητοι χώροι (πρεσβείες, κ.λπ.) που χρήζουν προστασίας.

Η βολική Αρχή

Ο λόγος, λοιπόν, που ξεκίνησε όλη αυτή η συζήτηση ήταν η επιθυμία της κυβέρνησης να στρέψει την προσοχή σε κάποιον άλλον «υπεύθυνο» για τη δική της ανικανότητα. Το επιχείρημα για τις κάμερες θυμίζει τη δικαιολογία κυβερνήσεων περασμένων δεκαετιών, που ζητούσαν «να λυθούν τα χέρια της αστυνομίας» για να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την τρομοκρατία ή την εγκληματικότητα.

Μ άλλα λόγια ζητούσαν την άδεια να μπορούν να ρίχνουν καμιά σφαλιάρα παραπάνω στους «υπόπτους», να συλλαμβάνουν όσους θέλουν στο σωρό για να ξετρυπώσουν το λαβράκι τους. Ετσι και τώρα, θέλουν να μας πείσουν ότι στη γενικευμένη παρακολούθηση βρίσκεται το κλειδί για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων έχει κληθεί από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε να σηκώσει βάρος υπέρμετρο. Σκοπιμότητες της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας έχουν φέρει αυτή την υπερπολύτιμη ανεξάρτητη αρχή στη θέση απολογούμενου για κατεξοχήν πολιτικές επιλογές ή την έχουν υποχρεώσει να βγάζει το (πολιτικό) φίδι από την τρύπα. Συγκροτήθηκε με βάση το νόμο 2472/97 για την «Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», ο οποίος ενσωματώνει την Οδηγία 95/46 ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24/10/1995.

Ο πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, Δ. Γουργουράκης.

Και, βέβαια, η αρχική συγκρότηση παρόμοιων αρχών σε όλη την Ευρώπη βασίστηκε στην ανάγκη προστασίας του πολίτη απέναντι στις υπέρμετρες νέες δυνατότητες που έδινε η νέα τεχνολογία στους υπερκρατικούς μηχανισμούς αστυνόμευσης.

Το κακό είναι ότι εξαρχής τα όρια δικαιοδοσίας αυτής της Αρχής υπονομεύτηκαν από την πολιτική εξουσία σε ορισμένες κρίσιμες περιόδους. Το γνωστότερο σχετικό επεισόδιο σημειώθηκε με τη «μάχη των ταυτοτήτων». Η κυβέρνηση Σημίτη κρύφτηκε πίσω από την Αρχή, όταν αποφάσισε -πολύ ορθά- να διαγράψει το ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο του θρησκεύματος από τα δελτία ταυτότητας.

Υποχρεώθηκαν, λοιπόν, η Αρχή και ο τότε πρόεδρός της κ. Δαφέρμος να υποστούν την επίθεση της Εκκλησίας, της πλειοψηφίας των μέσων ενημέρωσης, αλλά και μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος. Ανίκανη η τότε κυβέρνηση να πείσει ακόμα και τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, απέφυγε τη διευθέτηση του ζητήματος μέσω της Βουλής και άφησε έκθετους την Αρχή και τον πρόεδρό της σε κάθε λογής προσωπικές και άδικες επιθέσεις.

Το κωμικοτραγικό στην υπόθεση είναι ότι και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας οχυρώθηκε πίσω από την Αρχή μετά τις εκλογές του 2004 και ξέχασε και υπογραφές και δημοψηφίσματα και Παπαθεμελήδες.

Εκείνη η μάχη είχε δύο αρνητικά αποτελέσματα για τη διαμόρφωση της νεότευκτης Αρχής: Απ τη μια μεριά την απονομιμοποίησε σε μεγάλο μέρος της συντηρητικής κοινής γνώμης που εξακολουθεί να τη θεωρεί «ιδεολογικό» αντίπαλο. Από την άλλη, δημιούργησε στην ίδια την Αρχή ένα αίσθημα υπερβολικής ισχύος που υπερβαίνει την απαραίτητη συνείδηση ανεξαρτησίας.

Υποχρεωμένη εξάλλου η Αρχή να λειτουργήσει ως δικαστικό σώμα σε περιπτώσεις που δεν έχουν ακόμα νομολογηθεί (εφόσον προκύπτουν κυρίως από τις εξελίξεις της τεχνολογίας), αναγκαστικά στρέφεται προς περιοριστικές λύσεις, επιμένοντας κυρίως στο δικαίωμα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και υποτιμώντας το δικαίωμα στην πληροφόρηση. Μ άλλα λόγια, από τη φύση της τείνει να υπερασπίζεται το άρθρο 9Α του Συντάγματος και όχι το άρθρο 5Α, πράγμα λογικό και αναμενόμενο, αν ληφθεί υπόψη ότι αναφέρεται σε ένα χώρο ιδιωτικής ασυδοσίας, δηλαδή την ιδιωτική τηλεόραση και τη χρήση των νέων τεχνολογιών.

* Τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτή την περιοριστική τάση της Αρχής είναι σοβαρά: Επεμβαίνοντας ακόμα και σε ζητήματα που υποτίθεται ότι λύνονται με τη θέσπιση κανόνων δεοντολογίας και αυτορύθμισης των επαγγελματικών κλάδων, εμπόδισε την ΕΣΗΕΑ να δημοσιοποιήσει καταστάσεις δημοσιογράφων που εργάζονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

* Ακολουθώντας, μάλιστα, και τις πιο περιοριστικές ευρωπαϊκές εκδοχές η Αρχή επιμένει στην απόλυτη ανωνυμοποίηση των δημοσιευόμενων δικαστικών αποφάσεων. Αλλά όταν η δικαστική διαδικασία είναι δημόσια, πώς είναι δυνατόν να μένουν ανώνυμοι οι εμπλεκόμενοι στη δίκη;

Και όταν σε άλλα δημόσια βήματα (όπως π.χ. στη Βουλή) γίνονται αναφορές σε προσωπικά δεδομένα ατόμων, πώς είναι δυνατόν να λογοκρίνει τα πρακτικά των συζητήσεων αυτών η όποια Αρχή;

Οι αντιφάσεις αυτές μεταξύ νόμιμων δημόσιων αναφορών σε προσωπικά δεδομένα και της απαγόρευσης αναπαραγωγής τους είναι η αχίλλειος πτέρνα της Αρχής. Εκεί που αυτή η αντίφαση φτάνει σε εκρηκτικό σημείο είναι ο χώρος της επιστημονικής και δημοσιογραφικής έρευνας.

Υποψήφια διδάκτωρ του Παντείου που εκπονεί διατριβή για τις εμφύλιες συγκρούσεις ΕΑΜ-ΕΔΕΣ στα Μαστοχώρια της Ηπείρου, ζήτησε άδεια να ερευνήσει τα αρχεία της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού (ΔΙΣ) τα σχετικά με την Αντίσταση στη συγκεκριμένη περιοχή. Η ΔΙΣ ζήτησε άδεια της Αρχής και η τελευταία την χορήγησε μεν, αλλά με όρους που προκαλούν γέλιο (ή σύγκρυο) σε κάθε ερευνητή:

«Ιστορία» χωρίς ονόματα

* «Εφόσον εξάγει μόνο τα δεδομένα που κατά την επιστημονική της κρίση είναι απαραίτητα για την ολοκλήρωση της μελέτης της, καταγράψει μόνο το ιστορικό της κάθε περίπτωσης και όχι τα στοιχεία που ταυτοποιούν το ιστορικό με συγκεκριμένα πρόσωπα που δυνατόν να βρίσκονται ακόμα στη ζωή -με εξαίρεση περιπτώσεις με ήδη δημοσιευθέντα στοιχεία- και τηρήσει ανωνυμοποίηση σε κάθε μεταγενέστερη χρήση των δεδομένων αυτών με π.χ. δημοσιοποίηση της έρευνας».

Ακόμη και «τα πραγματικά ονόματα των αρχηγών αμφοτέρων των πλευρών», εφόσον «τα πρόσωπα αυτά βρίσκονται ακόμη εν ζωή», μπορούν να δοθούν από τη ΔΙΣ μονάχα «εφόσον η ερευνήτρια αποδεικνύει προηγούμενη δημοσιοποίησή τους από άλλες πηγές ή μετά από έγγραφη συγκατάθεσή τους» (απόφαση 37/2006). Και να σκεφτεί κανείς ότι μιλάμε για στελέχη αναγνωρισμένων αντιστασιακών οργανώσεων, που η Πολιτεία επισήμως τιμά ως αγωνιστικά πρότυπα για τις επερχόμενες γενιές...

* Ακόμη πιο σκοταδιστική είναι ωστόσο η απάντηση της Αρχής στο αίτημα της ίδιας ιστορικού να χαρίσει το αρχείο της στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Συγκεκριμένα, η ερευνήτρια ζητούσε «να της επιτραπεί να μην καταστρέψει το αρχείο το οποίο έχει δημιουργήσει κατά την έρευνά της και όπου περιέχονται ιστορικά στοιχεία μετά το πέρας της διδακτορικής της διατριβής, αλλά να περάσουν στην κατοχή του Αρχείου του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Θεωρεί δε αναγκαία την κατάθεση ενός αντιτύπου της διατριβής της όπου θα περιέχονται τα πραγματικά ονόματα στο Ιστορικό Αρχείο μαζί με με όλες τις αρχειακές πηγές που χρησιμοποιήθηκαν. Κι αυτό, όπως αναφέρει στο αίτημά της, αφ ενός για τον έλεγχο της αξιοπιστίας της διδακτορικής διατριβής από τις αρμόδιες επιτροπές του πανεπιστημίου, αφού έχει δεσμευτεί να χρησιμοποιήσει ψευδώνυμα κατά την υποβολή της διατριβής και κατά τη δημοσίευση, και αφ ετέρου για τη συνέχιση της ιστορικής έρευνας από τους επόμενους ερευνητές, αφού αυτοί δεν θα χρειάζεται να αρχίσουν την έρευνά τους εκ του μηδενός, αλλά θα μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις ήδη συγκεντρωμένες αρχειακές πηγές». Στην έκκληση ενός ανθρώπου να μην πεταχτεί στα σκουπίδια η πολύχρονη επιστημονική δουλειά του, αλλά και να προσφερθεί ένα εφαλτήριο για όσους θα πάρουν τη σκυτάλη στο μέλλον, η Αρχή απάντησε με ένα ξερό «όχι»:

«Η ερευνήτρια οφείλει να καταστρέψει το αρχείο έξι (6) μήνες μετά την αναγόρευσή της ως διδάκτορος και πάντως όχι πέραν της πενταετίας».

Τα σχόλια περιττεύουν. Σ ένα διαφορετικό επίπεδο, η Αρχή με την απόφαση 33/2005 απαγόρευσε στον εκδοτικό οίκο «Κάκτος» να εκδώσει λεύκωμα αποφοίτων της Βαρβακείου Σχολής με πλήρη στοιχεία των τελευταίων, με το σκεπτικό ότι η αναφορά π.χ. στο έτος αποφοίτησης θα αποκάλυπτε το «ευαίσθητο προσωπικό δεδομένο» της ηλικίας τους. Επέτρεψε μόνο την αναγραφή όλων των αποφοίτων σε ενιαία λίστα, χωρίς άλλα στοιχεία και μονάχα εφόσον είχε ληφθεί η συγκατάθεση καθενός χωριστά!

* Πολιτικότερη υπήρξε η απόφαση 100/2001, με την οποία η Αρχή απέρριψε το αίτημα πολίτη να του δοθούν οι καταστάσεις δημοτών του Δήμου Εδεσσας που στερήθηκαν την ελληνική ιθαγένειά τους μετά το 1945.

Κεντρικό στοιχείο της επιχειρηματολογίας ήταν ότι, βάσει του Ν. 2472/97, απαγορεύεται η γνωστοποίηση «στοιχείων που αφορούν στην εθνική προέλευση». Βέβαια, αυτοί που θίγονται από την αναφορά στην εθνική διαφορετικότητα δεν είναι οι έλληνες πολίτες που στερήθηκαν την ιθαγένειά τους, αλλά ο σκληρός πυρήνας της εθνικοφροσύνης και των μηχανισμών ασφαλείας, που στηρίζει με κάθε μέσο τη γνωστή ψυχροπολεμική κρατική πολιτική στο ευαίσθητο αυτό ζήτημα. Το «εθνικό απόρρητο» αντικαθίσταται έτσι, στην προκειμένη περίπτωση, από το «πολιτικά ορθότερο» τέχνασμα της προάσπισης των ευαίσθητων προσωπικών δεδομένων.

* Εξετάζοντας τις επιδόσεις της Αρχής στο πέρασμα του χρόνου, διαπιστώνουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε κλιμάκωση της επίκλησης των προσωπικών δεδομένων για λογοκριτικούς -ουσιαστικά- λόγους: Το 2002 π.χ. η Αρχή δεν είχε κανένα πρόβλημα να χορηγήσει σε γερμανό υποψήφιο διδάκτορα την άδεια να μελετήσει τα αρχεία του Ειδικού Δικαστηρίου Δωσιλόγων Αττικοβοιωτίας (απόφαση 62/2002) -αντικείμενο απείρως πιο ευαίσθητο απ ό,τι η συμμετοχή των ανθρώπων σε αναγνωρισμένες αντιστασιακές οργανώσεις...

* Για την αλλαγή του κλίματος έχουμε, άλλωστε, και προσωπική εμπειρία. Το Μάιο του 2004 δημοσιογράφος του «Ιού» μελέτησε χωρίς κανένα περιορισμό τα υφιστάμενα αρχεία της ΔΙΣ για τα κατοχικά Τάγματα Ασφαλείας. Οταν επανήλθε το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, ζητώντας να δει τα αρχεία της δεξιάς αντιστασιακής οργάνωσης ΠΕΑΝ, αξιωματικός της υπηρεσίας τον πληροφόρησε πως η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων απαγορεύει πλέον την πρόσβαση στους ερευνητές σε κάθε έγγραφο που περιέχει ονόματα προσώπων και ότι τα μόνα έγγραφα που μπορούν να χορηγηθούν είναι όσα περιέχουν αποκλειστικά και μόνο απρόσωπα στοιχεία στρατιωτικών μονάδων!

Η παράνοια μιας τέτοιας περιστολής δεν χρειάζεται, νομίζουμε, να αναλυθεί. Είναι προφανές ότι καμιά ιστορική έρευνα δεν μπορεί να διεξαχθεί χωρίς αναφορά στα πρόσωπα που καθόρισαν την εξέλιξη των γεγονότων ή, έστω, πήραν απλώς μέρος σ αυτά. Οι σύγχρονες ιστοριογραφικές τάσεις έχουν άλλωστε εδώ και πάρα πολλά χρόνια απομακρυνθεί από την αποκλειστική ενασχόληση με τα πεπραγμένα των «επωνύμων», αξιοποιώντας ακριβώς τον πλούτο των υφιστάμενων αρχείων σχετικά με τη ζωή των απλών ανθρώπων, την καθημερινότητά τους αλλά και τα βιώματά τους κάτω από έκτακτες συνθήκες.

Ενα πρόσθετο πρόβλημα που δημιουργείται από τους φραγμούς αυτού του είδους στην ιστορική έρευνα, είναι ότι με την απαγόρευση περαιτέρω επεξεργασίας «προσωπικών δεδομένων» απαγορεύεται ουσιαστικά ο έλεγχος και η αμφισβήτηση των ήδη διατυπωμένων (κι ευκολότατα προσβάσιμων σε όποιων μπορεί να ανοίξει βιβλία κι εφημερίδες) πληροφοριών για τους ίδιους ανθρώπους.

Ας πάρουμε π.χ. τη δεκαετία του 40: στη μετεμφυλιακή φιλολογία και παραφιλολογία κάθε πλευράς υπάρχουν εκατομμύρια ισχυρισμοί εις βάρος συγκεκριμένων ατόμων. Απαγόρευση της διασταύρωσης αυτών των πληροφοριών τις αναγορεύει σε θέσφατα αδιαμφισβήτητα ες αεί.

Εκτός αν η κατά γράμμα εφαρμογή του Ν. 2472/97 οδηγήσει στο κάψιμο ολόκληρων βιβλιοθηκών, ιδιωτικών και δημόσιων, που δεν πληρούν τις προϋποθέσεις μιας «απρόσωπης» ιστοριογραφίας -ή, έστω, το κλείσιμό τους στο κοινό μέχρι να πεθάνουν όλοι όσοι αναφέρονται εκεί...

Χωρίς να παραγνωρίζεται η ουσιαστική σκοπιμότητα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων σε άλλες πτυχές της κοινωνικής ζωής, το πρόβλημα που περιγράψαμε γίνεται άλλωστε αποδεκτό από τους πρωτεργάτες της θέσπισης του 2472/97. «Είναι τρελό να ζητάς από έναν ιστορικό να πάρει άδεια για να έχει ένα αρχείο», παραδέχτηκε ήδη από το 2001 ο συνταγματολόγος Νίκος Αλιβιζάτος, μέλος τότε της Αρχής και πρόεδρος της επιτροπής που κατάρτισε το νόμο (Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία 2002, σ.48).

Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η καθηγήτρια Λίλιαν Μήτρου: «Ο όρος της ανωνυμίας», διαβάζουμε στην εισήγησή της στο τελευταίο συνέδριο της Αρχειακής Εταιρείας, «κατανοητός μεν για τις περισσότερες ερευνητικές κατηγορίες και περιοχές, είναι καταρχήν μάλλον απρόσφορος για την περίπτωση της ιστορικής έρευνας!».

Το πρόβλημα, φυσικά, είναι πώς αυτές οι διαπιστώσεις θα αποκτήσουν θεσμική μορφή. Ωστε να σταματήσει μια υπηρεσιακή πρακτική που, για να δανειστούμε την έκφραση του ιστορικού Σπύρου Ασδραχά, ισοδυναμεί με «καραγκιοζιλίκι».

--------------------------------------------------------------------------------

Η σκοπιμότητα των δικαιωμάτων

30 Αυγούστου 1989.

Πού αρχίζει και πού τελειώνει η υποχρέωση της πολιτείας για τη θεσμική διασφάλιση των προσωπικών δεδομένων των πολιτών; Μπορεί η σχετική συζήτηση να διεξάγεται με σύγχρονους όρους, ωστόσο, τα διλήμματα που ανακύπτουν και, κυρίως, οι «λύσεις» που προκρίνονται από την πολιτική εξουσία δεν είναι σημερινά.

Η υπόθεση έχει την προϊστορία της, η οποία υποδεικνύει την ύπαρξη μιας σταθεράς στη στάση της πολιτείας απέναντι στο ζήτημα: ο σεβασμός των «προσωπικών δεδομένων» (ο όρος είναι πρόσφατος, αλλά με παρεμφερές εννοιολογικό περιεχόμενο προϋπήρξαν άλλες, περισσότερο αναλυτικές, εκφράσεις) συνιστά συνάρτηση της συγκυρίας, συχνά μάλιστα λειτουργεί προσχηματικά προκειμένου να καλύψει κρατικές πρακτικές οι οποίες, στο όνομα της προστασίας των δικαιωμάτων, έρχονται να υπηρετήσουν ανομολόγητες πολιτικές σκοπιμότητες.

Τομή στην εξέλιξη του ζητήματος αποτελεί η πρωτοβουλία της κυβέρνησης Τζαννετάκη να ρίξει στην πυρά τους περιβόητους «φακέλους» με τους οποίους το κράτος της εθνικοφροσύνης κράτησε επί δεκαετίες σε ομηρία εκατομμύρια ελλήνων πολιτών, στερώντας τους και τα στοιχειωδέστερα ανθρώπινα δικαιώματά τους. Το «κάψιμο των φακέλων» εμφανίστηκε ως απόδειξη της βούλησης των κομμάτων που βρίσκονταν τότε στην κυβέρνηση (Ν.Δ. και ενιαίος Συνασπισμός) να διαγράψουν τα μίση και τα πάθη του παρελθόντος και χαιρετίστηκε με ενθουσιασμό τόσο από τη δεξιά όσο και από το μεγαλύτερο μέρος της αριστεράς.

Στην πραγματικότητα υπήρξε μια βάρβαρη στη σύλληψη και την εκτέλεσή της τελετουργία, η οποία όχι μόνο δεν απάλλαξε τις κατά καιρούς «ύποπτες» κατηγορίες πολιτών από την παρακολούθηση, τον χαφιεδισμό και το φακέλωμα, αλλά κατέστρεψε πολύτιμα τεκμήρια του παρελθόντος και εμφάνισε την ιστορική αμνησία ως απαραίτητη προϋπόθεση της εθνικής συμφιλίωσης.

* Ας θυμίσουμε επί τροχάδην τα γεγονότα: το καλοκαίρι του 1989, η κυβέρνηση Τζαννετάκη επιλέγει την 29η Αυγούστου, τεσσαρακοστή επέτειο από τη λήξη του εμφυλίου, για να «κλείσει συμβολικά μια εποχή διχασμού και να εγγυηθεί για το μέλλον την ισοτιμία και ισοπολιτεία των πολιτών». Το πρόγραμμα της ημέρας εμφανίζεται βαρυφορτωμένο: το πρωί η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή υπερψηφίζει το νομοσχέδιο για την «άρση των συνεπειών του εμφυλίου». Το απόγευμα η Βουλή «κηρύσσει την εθνική συμφιλίωση» κατά τη διάρκεια συνεδρίασης αφιερωμένης στα σαράντα χρόνια από τον τερματισμό του εμφυλίου. Ταυτόχρονα, ρίχνεται στην πυρά αδιευκρίνιστος αριθμός φακέλων: τα επίσημα στοιχεία μιλούν για 8 εκατομμύρια στη «Χαλυβουργική», 1.800.000 στη Θεσσαλονίκη, 2 εκατομμύρια στις υπόλοιπες έδρες των νομών Μακεδονίας και Θράκης, 159.000 στη Σύρο κ.λπ.

**Στο πανηγυρικό αυτό κλίμα, οι αντιδράσεις στην αποτέφρωση των φακέλων αντιμετωπίστηκαν ως γραφική παραφωνία (στην καλύτερη περίπτωση) ή ως πασοκικός δάκτυλος (στη χειρότερη). Τόσο η Ν.Δ. όσο και ο Συνασπισμός είχαν πάρει τις αποφάσεις τους. Δεν έδειξαν την παραμικρή διάθεση να υπαναχωρήσουν, ακόμη κι όταν υποχρεώθηκαν να ομολογήσουν ότι υπήρχε «πρόβλημα νομιμότητας με τη διαδικασία που επελέγη για την καύση των φακέλων» ή όταν τα δικαστήρια άρχισαν να εκδίδουν προσωρινές διαταγές για την εξαίρεση των φακέλων όσων προσέφυγαν σ αυτά. Ετσι, οι συμβιβαστικές προτάσεις που ακούστηκαν από την κυβερνητική αριστερά (να δοθούν οι φάκελοι σε όσους το επιθυμούν και να μην καταστραφούν οι φάκελοι των «επωνύμων») υπήρξαν κι αυτές απατηλές, εφόσον δεν υπήρχε πλέον η δυνατότητα να υλοποιηθούν. Από την πλευρά του, το ΠΑΣΟΚ εμφανίστηκε εντελώς αναξιόπιστο: ανακάλυπτε όψιμα την ιστορική αξία των φακέλων, ενώ από το 1984 είχε δεσμευθεί να τους καταστρέψει.

**Ποτέ δεν μάθαμε τι ακριβώς συνέβη με τους φακέλους: πόσοι και ποιοι κάηκαν, πόσοι και ποιοι διατηρήθηκαν. Ούτως ή άλλως, η πυρά της «Χαλυβουργικής» δεν είχε την παραμικρή συνέπεια στις μεθόδους με τις οποίες οι κρατικές υπηρεσίες συνέχισαν να φακελώνουν τους πολίτες. Το μόνο βέβαιο είναι ότι, κατά καιρούς, κάνουν την εμφάνισή τους πληροφορίες αντλημένες από τους «καμένους» φακέλους.

Ας περιοριστούμε σε ένα εύγλωττο παράδειγμα: όταν ο Κώστας Αγαπίου κατηγορήθηκε για συμμετοχή στον ΕΛΑ, οι αρχές βρέθηκαν να διαθέτουν λεπτομερή «ενοχοποιητικά» στοιχεία για την αντιστασιακή του δράση την εποχή της χούντας («Ιός», 8/2/2003).

--------------------------------------------------------------------------------

ΔΙΑΒΑΣΤΕ

Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία

«Δικαίωμα στην πληροφόρηση: νέα όρια και αντιφάσεις» (Θεσσαλονίκη 2002)

Πρακτικά ημερίδας που πραγματοποιήθηκε το 2001, με αντικείμενο τις δυσλειτουργίες που προκαλεί στην επιστημονική -και δη την ιστορική- έρευνα η κατά γράμμα εφαρμογή του Ν. 2.472/97. Ακρως ενδιαφέρουσα αντιπαράθεση ανάμεσα στον εκ των συντακτών του νόμου και μέλος (τότε) της Αρχής, συνταγματολόγο Νίκο Αλιβιζάτο, αρχειονόμους (Κάλλια Χατζηγιάννη, Νέστορα Μπαμίδη) και ιστορικούς (Σπύρο Ασδραχά, Εφη Αβδελά, Νίκο Καραπιδάκη, Πέτρο Πιζάνια).

Ελληνική Αρχειακή Εταιρεία

«Η πρόσβαση στα αρχεία: δυνατότητες, δεοντολογία, απόρρητο. Πρακτικά ημερίδας, Αθήνα, 24 Ιανουαρίου 1998" (Θεσσαλονίκη 1998)

Συζήτηση μεταξύ ιστορικών, νομικών και αρχειονόμων, με θέμα τις σαρωτικές εξελίξεις στον τομέα των νέων τεχνολογιών σε συνάρτηση με δύο θεμελιώδη δικαιώματα: την προστασία της ιδιωτικής ζωής και το δικαίωμα της πρόσβασης στην πληροφορία.

Φίλιππος Ηλιού

«Οι φάκελοι» (εκδόσεις «Θεμέλιο», Αθήνα 1989)

Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Αυγή» (27 Αυγούστου και 10 Σεπτεμβρίου 1989) δύο άρθρων, στα οποία ο ιστορικός ανασκευάζει εξαιρετικά πειστικά τα επιχειρήματα εκείνων που υποστήριξαν την τελετουργική αποτέφρωση των φακέλων. Στα κείμενα αυτά, ο Φίλιππος Ηλιού εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί το περιεχόμενο των φακέλων συνιστά πολύτιμο ιστορικό τεκμήριο.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι