Όχι στην άγονη σπατάλη δυνάμεων. Ναι στις επίπονες προσπάθειες μεταρρυθμίσεων

Βασίλης Ζουναλής, Αυγή της Κυριακής, 21/01/2007

Ο κύβος ερρίφθη: το άρθρο 16 του Συντάγματος θα κριθεί αναθεωρητέον οσονούπω. Η ψήφιση της αναθεώρησής του στην ολομέλεια της Βουλής (αρχές Μαρτίου) με πάνω από 180 ψήφους θεωρείται δεδομένη. Η τελική διατύπωση και ψήφιση του νέου αναθεωρημένου άρθρου 16 από την επόμενη Βουλή θα είναι υπόθεση της τότε κυβερνητικής πλειοψηφίας μόνον με 151 ψήφους. Αλλά και στην απίθανη περίπτωση υπαναχώρησης του ΠΑΣΟΚ, η αναθεώρηση του άρθρου 16 θα ψηφιστεί από τη Ν.Δ. Σ αυτήν την περίπτωση η έγκριση του νέου άρθρου 16 από την επόμενη Βουλή θα απαιτεί πάνω από 180 ψήφους. Θα προκύψει, τότε, η ανάγκη δικομματικού παζαρέματος. Επειδή, όμως, ο συσχετισμός των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων είναι υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16, θα υπάρξει ένας κάποιος συμβιβασμός και η νέα Βουλή θα υπερψηφίσει το νέο άρθρο 16, αγνώστου περιεχομένου σήμερα.

[Παρένθεση. Το ΠΑΣΟΚ δεν διαφωνεί με τη Ν.Δ. επί της ουσίας. Αμφιταλαντεύεται και ταλαιπωρείται από εσωκομματικές αντιπαραθέσεις. Το δίλημμά του είναι: Πότε συμφέρει η συναίνεση με τη Ν.Δ., σήμερα ή αύριο;].

Από τη σκοπιά της αριστεράς που υπερασπίζεται τη δημόσια παροχή των βασικών αγαθών, όπως είναι και η Παιδεία, η αναθεώρηση του άρθρου 16 συνιστά μια ακόμη αρνητική εξέλιξη. Το κράτος (υπηρέτης, υποτίθεται, του δημοσίου συμφέροντος). Θα εγκαταλείψει συνταγματικά το μονοπώλιο της ανώτατης εκπαίδευσης, όπως το έχει προ πολλού εγκαταλείψει στις άλλες βαθμίδες της εκπαίδευσης.

Αυτή η εξέλιξη είναι αρνητική |ως προς το τι θα μπορούσε να γίνει και δεν έγινε|. Είναι αρνητική, καθόσον δεν αναδείχθηκε η υπεροχή της δωρεάν δημόσιας ανώτατης εκπαίδευσης για όλους όσοι το επιθυμούν. Το κράτος απέτυχε να φέρει εις πέρας την αποστολή που του ανέθεσε το άρθρο 16 του Συντάγματος του 1975. Στο έδαφος αυτής της αποτυχίας δρομολογήθηκε η αναθεώρησή του. Αυτή η αποτυχία οφείλεται, κυρίως, στην εγχώρια αλλαγή του συχετισμού των κοινωνικο-πολιτικών δυνάμεων υπέρ της ιδιωτικοποίησης και κολλεγιοποίησης |ορισμένων περιοχών| της ανώτατης εκπαίδευσης (απόρροια της δραματικής αλλαγής του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων υπέρ της αγοράς). Δεν είναι δυνατό να εκτιμήσουμε αν και ώς πότε μια συνεπέστερη και επαρκέστερη λειτουργία της πανεπιστημιακής κοινότητας θα απέτρεπε αυτήν την αρνητική εξέλιξη. Δικαιούμαστε, πάντως, να πούμε ότι δεν αντέδρασε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Ανάγκη στήναι εδώ. Τα μηνύματα για τη |μερική απαγκίστρωση| του κράτους από τις επιταγές του άρθρου 16, τα μηνύματα για την ιδιωτικοποίηση |ορισμένων περιοχών| της ανώτατης εκπαίδευσης, δόθηκαν προ πολλού. Η δημιουργία παραρτημάτων ξένων ΑΕΙ στη χώρα μας, οι εξελίξεις στην Ε.Ε., το επίμονο αναμάσημα του ενοχλητικού ερωτήματος "γιατί να μην υπάρχουν κι εδώ ιδιωτικά ή μη κρατικά πανεπιστήμια, όπως συμβαίνει σε άλλες χώρες;", η προϊούσα την τελευταία δεκαετία απαξίωση των δημοσίων ΑΕΙ, η έντονη δυσαρέσκεια με το τραγελαφικό σύστημα ποσοτικής και ποιοτικής επιλογής των εισακτέων στα δημόσια ΑΕΙ και λοιπά συναφή, ήταν σαφέστατα μηνύματα: το μονοπώλιο του κράτους στην ανώτατη εκπαίδευση εξάντλησε τα όριά του. Το να συνεχίζει να υπερασπίζεται κανείς αυτό το μονοπώλιο |στο όνομα της ιδέας του αγαθού| "δωρεάν δημόσια ανώτατη εκπαίδευση" και ξερό ψωμί, κλείνοντας τα μάτια στην πραγματικότητά του, είναι αναποτελεσματικό. Το να θεωρεί, ακόμη και σήμερα που ο κύβος ερρίφθη, την υπεράσπιση αυτού του μονοπωλίου ως "μητέρα όλων των μαχών", είναι πέραν του λάθους: |είναι άγονη και αυτοκαταστροφική σπατάλη δυνάμεων|.

Εξηγούμαι. Μακάρι να μην είχαμε φθάσει ώς εδώ. Μακάρι η θετική καινοτομία του Συντάγματος του 1975 να είχε πλήρως ευοδωθεί. Μακάρι το Όχι στην αναθεώρηση του άρθρου 16 να υποστηριζόταν από ισχυρότερες κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις. Οι μακαρισμοί, πάντως, δεν γυρίζουν το ποτάμι πίσω. Ούτε θα κατεβάσουν περισσότερους στις διαδηλώσεις υπέρ του Όχι στην αναθεώρηση, μπας και επιτευχθεί ό,τι δεν επετεύχθη στις 10 και στις 17 Ιανουαρίου. Ας καταλαγιάσουμε την οργή μας, ας αφήσουμε τους μακαρισμούς κι ας αναρωτηθούμε: Πρόκειται για ποτάμι που θα πνίξει τα δημόσια ΑΕΙ ή για ποταμάκι; Ας το ψάξουμε.

Είναι μάλλον απίθανο να δημιουργηθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια, αντάξια του ονόματός τους στη χώρα μας, για γενικότερους ιστορικούς λόγους και όχι μόνο λόγω συνθηκών εγχώριας αγοράς, όπως γράφει ο Γεράσιμος Κουζέλης (|Ενθέματα|, 3 Δεκεμβρίου 2006). Άλλωστε, η ζήτηση για ελληνικά πανεπιστήμια (δημόσια ή ιδιωτικά) στην υπηρεσία της επιστημονικής γνώσης, για πανεπιστήμια αντάξια της ιδέας του νεωτερικού πανεπιστημίου, είναι περιορισμένη. Αν υπήρχε μεγάλη ζήτηση και μεγάλη πίεση για πανεπιστήμια - ναούς της επιστήμης, θα είχε προ πολλού δρομολογηθεί η αναβάθμιση των εγχώριων ΑΕΙ, δεν θα είχε ανακοπεί και αντιστραφεί, την τελευταία δεκαετία, η ανοδική πορεία τους από το 1975 ώς τα μέσα της δεκαετίας του 90.

Η κοινωνία μας ζητά και πιέζει αφενός για "χαρτιά" ανώτατης εκπαίδευσης που να μετράνε στην αγορά (δημόσια και ιδιωτική) και αφετέρου για άκοπη απόκτηση αυτών των "χαρτιών" από όποιον το επιθυμεί. Η πανίσχυρη κοινωνικοπολιτικά μεσαία τάξη έχει σήμερα τη δυνατότητα και θα πληρώσει, αν χρειασθεί, τις σπουδές για ένα τέτοιο "χαρτί". Το κάποτε παλλαϊκό αίτημα για δωρεάν παιδεία δεν τη συγκινεί πλέον. Τουναντίον, θα ήταν ευχαριστημένη με τη συρρίκνωση της δημόσιας δαπάνης για τα ΑΕΙ. Συμβαίνει και εδώ ό,τι συνέβη γενικότερα με τη δημόσια δαπάνη συντήρησης ενός κάποιου κράτους προνοίας: οι αστοί απαιτούν λιγότερους φόρους υπέρ των δημοσίων αγαθών. Η μεταφορά μέρους της ζήτησης για τριτοβάθμια επαγγελματική κατάρτιση από το κράτος στους ιδιώτες, με το αζημίωτο, δεν συναντά σημαντικές κοινωνικές αντιστάσεις.

Σε πείσμα των προσπαθειών (αύξηση του αριθμού των εισακτέων στα ιστορικά ΑΕΙ, δημιουργία νέων ΑΕΙ και ΤΕΙ σε κάθε γωνιά της χώρας), η προσφορά υστερεί της ζήτησης. Ακριβέστερα: υστερεί η προσφορά τριτοβάθμιων εκπαιδευτηρίων (ή σχολείων) κατάρτισης σε τομείς που ζητά η αγορά και στις περιοχές που θα επιθυμούσαν οι υποψήφιοι και οι οικογένειές τους. Αυτή, ακριβώς, την υστέρηση θα καλύψει, στο προβλεπτό μέλλον, η συνταγματική θέσπιση ίδρυσης μη κρατικών (βλέπε ιδιωτικών) ανωτάτων σχολών.

Αν έτσι έχουν τα πράγματα, δεν πρόκειται για ποτάμι αλλά για ποταμάκι. Πρόκειται |για μερική και επιλεκτική| ιδιωτικοποίηση και κολλεγιοποίηση της ανώτατης εκπαίδευσης. Ασφαλώς, θα θιγούν ορισμένες δημόσιες ανώτατες σχολές (κυρίως της επαρχίας). Ενδεχομένως, θα συρρικνωθεί η κρατική οικονομική ενίσχυση κάποιων δημόσιων ΑΕΙ. Γι αυτό θα απαιτηθούν νέοι και πιο ουσιαστικοί αγώνες, ώστε το ποταμάκι να μη φουσκώσει και γίνει ποταμός που θα συμπαρασύρει και τα δημόσια ΑΕΙ πρώτης γραμμής.

Αυτοί οι αγώνες απαιτούν διαφορετικά όπλα, διαφορετικές τακτικές από τις ανούσιες και ρουτινιάρικες καταλήψεις, την αγωνιστική γυμναστική και τις ολιγάνθρωπες διαδηλώσεις. Απαιτούν διαφορετική γλώσσα, τη γλώσσα των μεταρρυθμίσεων που διευρύνει το ακροατήριο και κερδίζει πόντους στο συσχετισμό των κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων και όχι τις άγονες κραυγές "κάτω τα χέρια από τη δωρεάν δημόσια παιδεία" που εισπράττουν την παγερή αδιαφορία.

Ευτυχώς, ούτε στο μηδέν βρισκόμαστε ούτε όλα πρέπει να ξεκινήσουν από την αρχή, για να μιληθεί η γλώσσα των μεταρρυθμίσεων από την πανεπιστημιακή κοινότητα. Αλλού βρίσκεται το επίδικο ζήτημα αυτού του χώρου: Θα αποφασίσει η ΠΟΣΔΕΠ και οι συνδικαλιστές του κάθε ΑΕΙ να μιλήσουν αυτή τη γλώσσα, με περισσότερο πάθος απ όσο τη γλώσσα του "όχι σε όλα"; Θα αφήσουν κατά μέρος τις κοκορομαχίες για το ποιος δικαιούται να ομιλεί;

Είμαστε στο 2007 και όχι στο 1975. Ο συσχετισμός των δυνάμεων δεν ευνοεί το "εκπαιδευτικό κίνημα" που γνωρίζουμε. Ας προσγειωθούμε, ώστε ο αγώνας για την αναβάθμιση των δημόσιων ΑΕΙ να είναι γόνιμος. Ας διαπραγματευτούμε από σήμερα το τελικό περιεχόμενο του νέου άρθρου 16, το περιεχόμενο του εκτελεστικού νόμου, τις συγκλίνουσες προτάσεις για τις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις. |Το κυριότερο:| Ας δώσουν, οι πανεπιστημιακοί, τον καλύτερο εαυτό τους μέσα στις σχολές και στις αίθουσες, ώστε να αναδειχθεί η υπεροχή της ανώτατης δημόσιας εκπαίδευσης (στο βαθμό που αυτό είναι δική τους υπόθεση). Αυτοί έχουν την πρωτοκαθεδρία και όχι το ισχύον ή μελλοντικό άρθρο 16.

|Υστερόγραφο|. Ορισμένοι αρθρογράφοι υποστηρίζουν πως "μόνο ως νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου μπορεί το πανεπιστήμιο |να διατηρήσει την ουσιαστική του αυτονομία|" (Γεράσιμος Κουζέλης, |Ενθέματα|, 3 Δεκεμβρίου 2006). Πώς, όμως, είναι δυνατόν να διατηρήσει μια |ανεύρετη| αυτονομία; Όπως σχολίαζε και ο μακαρίτης Αριστόβουλος Μάνεσης, "οι οργανισμοί των ΑΕΙ δεν θεσπίζονται από αυτά τα ίδια, αλλά από τα νομοθετικά όργανα του κράτους (σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 16), που δεν δεσμεύονται πάντως από τις γνώμες και τις εισηγήσεις των ΑΕΙ. Επομένως, τα ΑΕΙ στη χώρα μας δεν ρυθμίζουν αυτά τα ίδια την οργάνωση και τη λειτουργία τους, |άρα δεν "αυτονομούνται" κατά κυριολεξία|, αλλά απλώς διαχειρίζονται με κάποια αυτοτέλεια τις υποθέσεις τους, στο πλαίσιο που ρυθμίζουν οι νόμοι του κράτους, δηλαδή αυτοδιοικούνται. Κατοχυρώνεται, λοιπόν, συνταγματικά όχι η αυτονομία τους, αλλά μόνο η αυτοδιοίκησή τους, όπως άλλωστε ρητά λέει το Σύνταγμα (παράγραφος 5, άρθρο 16)" (|Πολίτης|, Νοέμβριος 1976 και αναδημοσίευση στην |Αυγή|, 10 Ιανουαρίου 2006). |Αυτοδιοίκηση δεν σημαίνει αυτονομία|. Το νομικό καθεστώς του ΝΠΔΔ, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της παραγράφου 5 του άρθρου 16, δεν εξασφαλίζει την αυτονομία των ΑΕΙ. Δεν υπάρχει κάποιο ιδανικό νομικό καθεστώς που να εξασφαλίζει την ποθητή αυτονομία. Η κατάκτησή της θα έλθει, αν έλθει, μέσα από την ίδια την ιστορία του ΑΕΙ, μέσα από την κατακτηθείσα και αναγνωρισθείσα εγκυρότητά του, μέσα από το έργο των καθηγητών και των φοιτητών του.

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι