Εξωτερικό έλλειμμα - ρεκόρ

Το ελληνικό «παράδοξο» της ανάπτυξης με ανεργία

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 22/02/2007

Το εξωτερικό μας έλλειμμα κατέρριψε πέρυσι κάθε προηγούμενο ρεκόρ, φθάνοντας το 12,1% του ΑΕΠ, σύμφωνα με τα στοιχεία που καταγράφονται στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας. Η εξέλιξη αυτή δεν συγκλόνισε την ελληνική κοινή γνώμη, όπως είχε επιδιώξει ο διοικητής της Τραπέζης της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας όταν την αποκάλυπτε την περασμένη εβδομάδα.

Είναι αλήθεια ότι άμεσες επιπτώσεις στη ζωή μας δεν έχει. Πριν από δέκα χρόνια, ένα εξωτερικό έλλειμμα ακόμα και στο μισό του τωρινού πιθανώς θα επέβαλλε υποτίμηση της δραχμής, μεγάλη άνοδο των επιτοκίων, επομένως και μείωση των πραγματικών εισοδημάτων. Διότι διαφορετικά δεν θα μπορούσε να εξασφαλισθεί ο αναγκαίος δανεισμός ώστε να καλυφθεί η διαφορά της αξίας των αγαθών και υπηρεσιών που εξάγουμε και εκείνων που εισάγουμε, αυτή η διαφορά που αποτυπώνεται στο εξωτερικό έλλειμμα. Αλλά από τέτοιες αναταράξεις μάς προφυλάσσει σήμερα η συμμετοχή μας στη ζώνη του ευρώ. Το νόμισμα με το οποίο συναλλασσόμαστε το μοιραζόμαστε με πολύ μεγαλύτερες και ισχυρότερες οικονομίες και δεν επηρεάζεται από τις ανισορροπίες της συγκριτικά πολύ μικρής δικής μας εθνικής οικονομίας. Με δεδομένη τη σταθερότητα του ευρώ, ξένα κεφάλαια έρχονται πρόθυμα να τοποθετηθούν στο Χρηματιστήριο της Αθήνας, να δανείσουν εύρωστες επιχειρήσεις, προπάντων να αναχρηματοδοτήσουν το υπέρογκο δημόσιο χρέος αγοράζοντας κρατικά ομόλογα, τέλος, ακόμα και για κάποιες συμμετοχές ή εξαγορές ελληνικών τραπεζών και άλλων επιχειρήσεων. Ο εξωτερικός δανεισμός, ο μεγάλος βραχνάς της δεκαετίας του 80 και των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του 90, έχει γίνει σχετικά εύκολη υπόθεση.

Σημαίνουν όλα αυτά ότι δεν έχουμε πρόβλημα; Δυστυχώς, όχι. Μόνο που το πρόβλημα επεκτείνεται έρποντας, υπόγεια, και υπονομεύει ολοένα και περισσότερο το αύριο. Δεν εκρήγνυται τώρα μπροστά μας για να μας αναγκάσει να το αντιμετωπίσουμε. Διατηρούμε επί μία δεκαετία και πλέον ετήσιους ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ γύρω στο 4%, από τους υψηλότερους της ευρωζώνης, και ακούμε την κυβέρνηση να επαίρεται γι αυτό. Αλλά τα τελευταία ιδίως χρόνια, η οικονομική αυτή μεγέθυνση στηρίζεται κατά κύριο λόγο στην κατανάλωση. Και επειδή η εγχώρια παραγωγική βάση είναι ισχνή, η καταναλωτική ζήτηση κατευθύνεται ολοένα και περισσότερο σε εισαγόμενα αγαθά. Στο μεταξύ αυξάνονται επίσης, είναι αλήθεια, και οι εξαγωγές, οι οποίες προέρχονται όμως από τις σχετικά λίγες υφιστάμενες επιχειρήσεις. Οι εισαγωγές είναι τριπλάσιες και αυξάνονται ακόμα ταχύτερα.

Αυτή η διάρθρωση εξηγεί και το ελληνικό «παράδοξο» στην Ευρώπη, με τόσο υψηλή σχετικά και χρονικά παρατεταμένη οικονομική μεγέθυνση η απασχόληση να παραμένει η δεύτερη χαμηλότερη ως ποσοστό του πληθυσμού, η ανεργία μόλις πρόσφατα να υποχωρεί, τόσο αργά που η στατιστική μείωση να είναι ανεπαίσθητη στην κοινωνία. Διότι αυξάνονται και οι επιχειρηματικές επενδύσεις, αλλά κατευθύνονται κυρίως στον αναγκαίο εκσυγχρονισμό και βελτίωση των υφιστάμενων μονάδων, καθόλου σχεδόν στη διεύρυνση του παραγωγικού δυναμικού με νέες μονάδες και προϊόντα, που θα δημιουργούσε και πρόσθετη απασχόληση. Και οι «ξένες άμεσες επενδύσεις», η έλευση ξένων κεφαλαίων δηλαδή πέρα από τις αγορές χρηματιστηριακών τίτλων και κρατικών ομολόγων, για τις οποίες επίσης επαίρεται η κυβέρνηση, αφορούν σε εξαγορές στον τραπεζικό κλάδο κατά πρώτο λόγο ή σε εμπορικά υπερκαταστήματα και αλυσίδες που πωλούν ακόμα περισσότερα εισαγόμενα αγαθά, όχι πάντως στη δημιουργία νέων παραγωγικών μονάδων.

Η «ορθόδοξη» συνταγή της συμπίεσης των μισθών για να βελτιωθεί η συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας, την οποία υποδεικνύουν διεθνείς οργανισμοί και επαναλαμβάνουν οι εκθέσεις της Τραπέζης της Ελλάδος, δεν απαντά στο πρόβλημα. Το επίπεδο των μισθών δεν καταγράφεται ως εμπόδιο για την επέκταση της παραγωγικής δραστηριότητας ούτε για τις επενδύσεις των επιχειρήσεων στις έρευνες του ΙΟΒΕ. Αλλού, στη λειτουργία του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, εντοπίζονται οι κύριοι ανασταλτικοί παράγοντες. Ούτε θα ήταν άλλωστε μια τέτοια γενική συμπίεση αποτελεσματικό μέσο για να μειωθεί ο πληθωρισμός σε μια οικονομία σαν την ελληνική, όπου οι μισθοί του ιδιωτικού τομέα μόλις φθάνουν στο 24% της συνολικής παραγόμενης προστιθέμενης αξίας, όταν κέρδη, εισοδήματα αυτοαπασχολουμένων και ενοίκια ξεπερνούν το 60%.

Με ένα τόσο υψηλό εξωτερικό έλλειμμα, ωστόσο, δεν θα μπορούμε να πορευόμαστε για πολύ ακόμα. Διότι συνεπάγεται ολοένα μεγαλύτερο εξωτερικό δανεισμό, που σημαίνει ολοένα μεγαλύτερες πληρωμές για τόκους. Από τα 9 δισ. ευρώ που προστέθηκαν στο περυσινό εξωτερικό έλλειμμα, το 1,5 δισ. ήταν οι πρόσθετοι τόκοι που πληρώσαμε σε άλλες χώρες. Και γι αυτό τον λόγο, που συνιστά απειλή για το υφιστάμενο βιοτικό μας επίπεδο, αλλά και για να δώσουμε προοπτική απασχόλησης στις νέες γενιές, χρειαζόμαστε ένα συνολικό σχέδιο και συντονισμένες πολιτικές για την αναβάθμιση της παραγωγικής ικανότητας της χώρας, που είναι βέβαιο ότι δεν θα φέρει από μόνη της η αγορά. Στο πλαίσιο ενός τέτοιου σχεδίου θα είχε νόημα να συζητηθεί και η διάρθρωση των μισθών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι