Οι πολιτικοί, οι καθηγητές το πανεπιστήμιο

Ωρα ευθύνης, όχι στρουθοκαμηλισμού

Γιώργος Καρελιάς, Ελευθεροτυπία, 23/02/2007

Πρώτα λίγο ιστορικό: πριν από τριάντα τρία χρόνια οι φοιτητές βγάζαμε έξω από τις πανεπιστημιακές αίθουσες τους καθηγητές που είχαν συνεργαστεί με τη χούντα. Δεν ήταν άξιοι πανεπιστημιακοί δάσκαλοι. Εκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι. Σήμερα κάποιοι φοιτητές δεν αφήνουν καθηγητές να πάνε στα γραφεία τους ή τους κλειδώνουν μέσα, όταν τολμούν να μην ικανοποιήσουν το αίτημά τους να περάσουν μια εξεταστική περίοδο χωρίς να έχουν κάνει μαθήματα. Ποια σχέση έχει η τότε με τη σημερινή ενέργεια; Ποια δημοκρατία και ποια ακαδημαϊκή κατάκτηση έχουν οδηγήσει σ αυτόν τον παραλογισμό;

Πριν από τριάντα τρία χρόνια κάποιοι καθηγητές υπέφεραν για την επί χούντας συμπεριφορά τους. Ποιος, όμως, θα τολμούσε να πει στον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη να βγει από την αίθουσα; Ούτε να το διανοηθεί κάποιος. Γεμάτο το αμφιθέατρο της Νομικής όταν έκανε μάθημα ο Μαγκάκης, ο άξιος δάσκαλος και πολίτης. Δεν ξέρω αν υπάρχουν σήμερα δάσκαλοι της εμβέλειας του Μαγκάκη. Αλλά, διάβολε, δεν μπορεί όλοι αυτοί οι καθηγητές, που διαμαρτύρονται για όσα συμβαίνουν στις σχολές τους, να είναι όργανα της διεθνούς αντίδρασης. Τι να κάνουν, δηλαδή, όταν επί μήνες τώρα δεν μπορούν να διδάξουν, ούτε καν να πάνε στο γραφείο τους;

Τώρα πάμε στους πολιτικούς: Μπορεί η κυβέρνηση να παίζει επικοινωνιακό παιχνίδι με το σχέδιο του νόμου-πλαισίου. Επρεπε να το παρουσιάσει στο πρώτο, άντε στο δεύτερο, έτος της κυβερνητικής θητείας, για να απουσιάζουν οι εκλογικές σκοπιμότητες. Αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, όποτε κι αν το έφερνε, πάλι οι ίδιες αντιδράσεις θα ακούγονταν. Και δεν μπορεί να είναι η τελική θέση κόμματος εξουσίας η διαπίστωση του Γιώργου Παπανδρέου ότι το σχέδιο νόμου είναι «πρόχειρο και αποσπασματικό». Ελπίζουμε ότι δεν θα πει κιόλας «γι αυτό αποχωρούμε από τη Βουλή». Θα ήταν μεγάλο λάθος. Δεν είναι το ίδιο με την περίπτωση του άρθρου 16. Εκεί, αν περνούσε τώρα η αναθεώρηση, πράγματι θα γινόταν μια τομή, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο, δεν ξέρουμε. Γι αυτό ήταν σωστή θέση η παραπομπή του στην επόμενη Βουλή, για να επιτευχθεί ευρεία συναίνεση, αν είναι εφικτή.

Το κυβερνητικό σχέδιο που ανακοινώθηκε προχθές δεν κάνει καμιά μεταρρύθμιση. Ορισμένες ρυθμίσεις περιέχει, άλλες πολύ σημαντικές και άλλες λιγότερο. Κάποιες από αυτές είναι αυτονόητες (π.χ. η κατάργηση του ενός συγγράμματος). Για κάποιες άλλες υπάρχουν διαφωνίες (π.χ. άσυλο, αυτοδιοίκηση κ.λπ.), αλλά ένα κόμμα εξουσίας είναι υποχρεωμένο να προσπαθήσει να τις αλλάξει ή να τις βελτιώσει. Αλλωστε, όποιος συγκρίνει ορισμένες από τις προτάσεις, που έχει παρουσιάσει κατά καιρούς το ΠΑΣΟΚ, βλέπει ότι στην ίδια κατεύθυνση με αυτές του παρόντος νομοσχεδίου κινούνται. Πώς μπορεί, λοιπόν, να νίψει τας χείρας του; Δεν είναι απαραίτητο να υπερψηφίσει το νομοσχέδιο, δεν μπορεί όμως να μην πει τι προτείνει.

Για τα μικρότερα κοινοβουλευτικά κόμματα ουδείς ψόγος. Εχουν μεγάλη εκλογική πελατεία στα πανεπιστήμια, η οποία εναντιώνεται στις περισσότερες απόπειρες αλλαγών, επομένως δεν θα την εγκαταλείψουν. Ομως, το πρόβλημα της Παιδείας στην Ελλάδα σήμερα δεν είναι η αποκήρυξη της παγκοσμιοποίησης ή η αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως θα ήθελε το ΚΚΕ.

Και τώρα σε πλευρές του θέματος με μεγαλύτερη ουσία. Προκαταβολικά πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι γι αυτές τον πρώτο λόγο πρέπει να έχουν όσοι γνωρίζουν καλά το πρόβλημα και όσοι το ζουν. Δηλαδή, οι καθηγητές και οι φοιτητές. Ολοι οι άλλοι ακολουθούν, με πρώτους τους γονείς. Ας μην κάνουμε το λάθος να αυτοχριζόμαστε όλοι ειδικοί, όπως έγινε με το βιβλίο της Εκτης Δημοτικού, όπου παρατηρήθηκε το φαινόμενο άνθρωποι που δεν το είχαν καν ανοίξει να ζητούν την απόσυρσή του. Ολοι έχουν δικαίωμα γνώμης, μπορούν να κρίνουν και να επικρίνουν, αλλά την τελική απόφαση για το πανεπιστημιακό άσυλο, την αυτοτέλεια και, κυρίως, για το πώς θα διδάσκονται τα μαθήματα και θα δίνονται τα πτυχία, πρέπει να την πάρουν οι καθηγητές, οι πρυτάνεις και οι φοιτητές.

Υπάρχει η άποψη ότι το άσυλο είναι δευτερεύον θέμα (τη συμμερίζεται και ο υπογράφων), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι άνευ σημασίας. Αλλωστε, θέμα ασύλου ανέκυψε από όσα συμβαίνουν μέσα στα πανεπιστήμια. Ποιος είπε, για παράδειγμα, ότι «στις εγκαταστάσεις του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, τόσο στο συγκρότημα της οδού Πατησίων όσο και στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου, επί σειράν ετών εμφανίζονται φαινόμενα αξιόποινων πράξεων, που περιλαμβάνουν καταστροφές κτιριακών εγκαταστάσεων και εργαστηριακού εξοπλισμού, διαρρήξεις και διευρυμένες κλοπές, χρήση και διακίνηση ουσιών, αυθαίρετες καταλήψεις χώρων με μόνιμα και διαρκή χαρακτηριστικά, που δεν συνοδεύονται από αιτήματα και διεκδικήσεις με συγκεκριμένο περιεχόμενο και περιορισμένη διάρκεια»; Δεν τα είπε κανένας εχθρός του Πολυτεχνείου, δεν τα επινόησε κανένας πράκτορας της διεθνούς αντίδρασης. Ο πρύτανης Κ.Ι. Μουτζούρης και οι αντιπρυτάνεις Ι.Ν. Πολύζος και Γ.Δ. Σπαθής τα έγραψαν και μάλιστα ως «επείγουσα έκκληση».

Εμείς αυτούς θέλουμε να πιστεύουμε, αυτοί θέλουμε να αναλάβουν τη λύση του προβλήματος. Μπορούν να κάνουν «αυτοΐαση»; Πολύ ωραία. Δεν μπορούν; Ας φωνάξουν την Αστυνομία. Δική τους η ευθύνη. Να την αναλάβουν.

Εμείς τους καθηγητές ακούμε και διαβάζουμε. Και όχι τους δεξιούς, αλλά τους αριστερούς. Για παράδειγμα, τον αντιπρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Λεωνίδα Λουλούδη, που είπε στην «Κυριακάτικη Ε»: «Εχουμε φοιτητές που δίνουν 100 φορές ένα μάθημα και άλλους, που, στο τελευταίο έτος, χρωστούν μάθημα του πρώτου. Εχουμε πρυτάνεις μέσω κομματικών συναλλαγών. Εχουμε τη δικτατορία του ενός συγγράμματος. Τραγελαφικά πράγματα. Επιτέλους, ήρθε ο καιρός ν αλλάξουν. Εμείς, οι υποτιθέμενοι αριστεροί, έπρεπε να πούμε "φτάνει". Και όμως, είμαστε η πρωτοπορία της συντήρησης».

Τους καθηγητές ακούμε και διαβάζουμε. Οπως τον Γιάννη Πανούση, του Πανεπιστημίου Αθηνών, από τους αρχιτέκτονες του περίφημου νόμου-πλαισίου του 1982 και υποψήφιο νομάρχη του Συνασπισμού. «Δεν μπορείς -λέει- να κριτικάρεις συνεχώς. Δεν μπορείς να μην αλλάζεις τίποτα, ακόμη και όταν βλέπεις ένα ίδρυμα να μη λειτουργεί ή να καίγεται. Εδώ καλλιεργείται το greek dream, παίρνουμε πτυχίο όπως και όποτε θέλουμε και μετά μπαίνουμε στην κρεατομηχανή της αγοράς, την οποία κατηγορούμε, αλλά τελικά υπηρετούμε».

Την τελική πρόταση του καθηγητή Νίκου Παρασκευόπουλου συγκρατούμε: «Για τη σύναψη ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου στον χώρο της Ανώτατης Παιδείας, ο καθένας κάτι πρέπει να εισφέρει: το κράτος την ηθική και οικονομική στήριξη του δημόσιου πανεπιστημίου. Οι καθηγητές την προσήλωση στα ακαδημαϊκά καθήκοντα. Οι φοιτητές την εγκατάλειψη του greek dream, ενός αγοραίου πτυχίου χωρίς υπόβαθρο μόχθου και ουσίας».

Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να αναλάβουν το βάρος επίλυσης των προβλημάτων. Να διεκδικήσουν μεγαλύτερη αυτονομία και αυτοδιοίκηση, να πιέσουν γι αυτό την κυβέρνηση μαζί με τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Αλλά να αναλάβουν και τις ευθύνες που τους αναλογούν. Και για το άσυλο και για τις σπουδές και για την έρευνα και για την αξιολόγηση και για τη σύνδεση με την αγορά εργασίας.

Η κυβέρνηση παίζει επικοινωνιακά με το θέμα. Σωστό. Καλλιεργεί τους φόβους της περίφημης σιωπηρής πλειοψηφίας. Κι αυτό σωστό. Ομως, παίζει το παιχνίδι της κυβέρνησης όποιος λέει ότι δεν υπάρχει υπόβαθρο γι αυτό. Τα κλειστά πανεπιστήμια, οι απώλειες των εξεταστικών περιόδων, οι καταγγελίες των ίδιων των καθηγητών για όσα συμβαίνουν σε ορισμένα, όλα αυτά και άλλα συμβάλλουν στην καλλιέργεια των φοβικών συντηρητικών συνδρόμων. Και δεν είναι καθόλου προοδευτικό να τα αγνοούμε στρουθοκαμηλίζοντας.

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι