Πίσω από τη ρουτίνα

Τα μεγάλα κενά του Προγράμματος Σταθερότητας

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 28/02/2007

Η έγκριση του τελευταίου ελληνικού Προγράμματος Σταθερότητας από το συμβούλιο ECOFIN χθες θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως υπόθεση ρουτίνας. Το πανελλήνιο έχει πληροφορηθεί ότι σύμφωνα με τους υπολογισμούς της κυβέρνησης, τους οποίους φαίνεται να αποδέχονται και οι αρμόδιες κοινοτικές αρχές, το δημόσιο έλλειμμα πέρυσι έπεσε κάτω από το κρίσιμο όριο του 3% του ΑΕΠ και ότι σε ανάλογο, ίσως λίγο χαμηλότερο, επίπεδο αναμένεται να διαμορφωθεί και φέτος. Δεν έχει πολυκαταλάβει βέβαια πώς ακριβώς επιτεύχθηκε αυτό το ενάρετο αποτέλεσμα, αφού ούτε η λιτότητα στην εισοδηματική πολιτική ούτε η φορολογική πίεση διαφέρουν και τόσο από, ας πούμε, τα έτη 2001 - 2003, όπου εκ των υστέρων τα ελλείμματα υπολογίστηκαν αρκετά υψηλότερα, ενώ ούτε κάποια ουσιώδης βελτίωση στη δημοσιονομική διαχείριση (η περίφημη «περικοπή της σπατάλης») γίνεται αντιληπτή. Αλλά σε μια πολιτική φάση γενικόλογων συνθημάτων υπό την υπαγόρευση των δημοσκοπήσεων, όπως αυτή που διανύουμε, εξηγήσεις πολλές δεν δίδονται, θεωρούνται περιττές.

Μάθαμε, φυσικά, για κάποιες επιφυλάξεις που διατύπωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ως προς τον ρεαλισμό του ελληνικού Προγράμματος για τα επόμενα χρόνια, από το 2008 και μετά, μην αποκλείοντας δυσμενέστερες εξελίξεις τόσο στα δημόσια έσοδα, όσο και στις δαπάνες, που θα έφερναν το έλλειμμα και πάλι πάνω από το επιτρεπόμενο όριο. Ώς τότε όμως, διαμηνύουν οι εδώ αρμόδιοι, θα έχει κατά πάσα πιθανότητα εγκριθεί η μεγάλη αναθεώρηση του ΑΕΠ, διευκολύνοντας με πιο άνετα περιθώρια τους σχετικούς λογαριασμούς. Ακούσαμε επίσης τις επαναλαμβανόμενες για πολλοστή φορά επισημάνσεις: Πρώτον, ότι το δημόσιο χρέος είναι υπερβολικά υψηλό, οπότε η Ελλάδα θα όφειλε να αξιοποιήσει τους τωρινούς «καλούς καιρούς» της ταχύρρυθμης οικονομικής μεγέθυνσης για να το μειώσει πολύ δραστικότερα και να εξοικονομήσει πόρους που χάνει πληρώνοντας τόκους, πράγμα άλλωστε χρήσιμο και για τη συγκράτηση του πληθωρισμού και του εκρηκτικού εξωτερικού ελλείμματος. Και δεύτερον, ότι μακροχρόνια τα δημόσια οικονομικά δεν είναι διατηρήσιμα χωρίς μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος.

Με τον τρόπο όμως που διεξάγεται η πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα, κάθε συζήτηση για τέτοια θέματα «ταμπού» είναι αδιανόητη. Μόνος του ο κ. Αλογοσκούφης, ή έστω σε συνεννόηση με τον Πρωθυπουργό, έχει αποφασίσει την επιδίωξη ο κρατικός προϋπολογισμός να ισοσκελιστεί, ή να γίνει ελαφρά πλεονασματικός, το 2012, διότι έτσι βολεύει τους εκλογικούς τους σχεδιασμούς. Ουδέποτε ανακοινώθηκαν στην ελληνική κοινωνία εναλλακτικές δυνατότητες και οι συνέπειές τους. Αντίστοιχα, για το Ασφαλιστικό εφευρέθηκε η αναμονή του πορίσματος της Επιτροπής Αναλυτή, σαν να μην έχουν υπάρξει εν τω μεταξύ δεδομένα προς συζήτηση. Η προθεσμία αυτή προβάλλεται μάλιστα ως δικαιολογία που η Ελλάδα, ως μόνη ευρωπαϊκή χώρα, δεν διαθέτει μακροχρόνιες προβολές του κόστους των συντάξεων. Για το τι θα συμβεί μετά τις εκλογές περισσεύουν έτσι φόβοι και ανησυχίες, αλλά υπεύθυνη πληροφόρηση δεν παρέχεται καμία.

Από τις υπηρεσίες της Επιτροπής διατυπώθηκε ωστόσο και τρίτη, εξαιρετικά επίκαιρη, επισήμανση, η οποία έχει γίνει λιγότερο γνωστή: Αν αυξάναμε, μας λένε, την αποτελεσματικότητα στη χρήση των δημόσιων πόρων, αναδιαρθρώνοντας τις δημόσιες δαπάνες προς την κατεύθυνση επενδύσεων στη γνώση, στο ανθρώπινο και στο φυσικό κεφάλαιο, θα βελτιωνόταν η ελκυστικότητα της χώρας για επιχειρηματικές δραστηριότητες υψηλότερου τεχνολογικού περιεχομένου. Η αναδιάρθρωση των δημόσιων οικονομικών θα απελευθέρωνε πόρους για να επενδυθούν στο ανθρώπινο κεφάλαιο και σε ενεργητικές πολιτικές στην αγορά εργασίας, ώστε να περιοριστεί η διαρθρωτική ανεργία και να αυξηθεί η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό.

Δεν χρειάζεται κανείς να εδρεύει στις Βρυξέλλες, ούτε να έχει συνωμοτήσει με την αγωνιζόμενη εκπαιδευτική κοινότητα ή με τα συνδικάτα, για να προβεί σε μια τέτοια παρατήρηση. Πρόκειται για στοιχειώδη σκέψη που θα έπρεπε να βρίσκεται στην αφετηρία κάθε σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής: πώς θα χρησιμοποιήσουμε τους δημόσιους πόρους, τους φόρους που συγκεντρώνει το κράτος μαζί με τις κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, για να ανεβάσουμε ποιοτικά και να διευρύνουμε την εγχώρια παραγωγή, την απασχόληση και βέβαια τη βασική τους προϋπόθεση: τη γνώση. Τέτοιο σκεπτικό όμως δεν υπήρξε στην κυβέρνηση, ούτε τέτοιος σχεδιασμός. Αναδιάρθρωση θα σήμαινε από κάπου να κόβαμε και αυτό θα κόστιζε ψήφους. Το πρακτικό αποτέλεσμα όλης της περιπέτειας της δημοσιονομικής απογραφής, της υπαγωγής της Ελλάδας στο καθεστώς της επιτήρησης και της αναμενόμενης προσεχώς εξόδου από αυτό ήταν άλλο: η δραστική μείωση των δημόσιων επενδύσεων, την ώρα που μετά τη λήξη των τόσο δαπανηρών Ολυμπιακών Αγώνων λογικά θα απελευθερώνονταν πόροι, η συνολική απαξίωση του δημόσιου τομέα, όπου περιλαμβάνεται ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα. Συνεπής σε αυτό τον δρόμο η κυβέρνηση, ακόμα και σήμερα, δεν αναλαμβάνει καμία δέσμευση για τη χρηματοδότηση της παιδείας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι