Οι πολύχρωμοι θεοί και η αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 28/02/2007

Θα συνιστούσα σε όποιους παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις συζητήσεις που άναψε το επίμαχο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού να επισκεφθούν την έκθεση με τις αναπαραστάσεις των αγαλμάτων της κλασικής εποχής από τη Γλυπτοθήκη του Μονάχου στο Αρχαιολογικό Μουσείο. Σίγουρα θα τους φανούν παράξενα. Διότι σε αντίθεση με αυτό που περιμένουν, δηλαδή τη λιτή αρμονία του απέριττου λευκού, θα αντικρίσουν ένα όργιο έντονων χρωμάτων, που αν το έβλεπαν οπουδήποτε αλλού δεν αποκλείεται να το απέρριπταν μετά βδελυγμίας ως μεταμοντέρνο κιτς.

Τι συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε μπροστά σ’ αυτό το αναπάντεχο θέαμα; Κατ’ αρχάς, κάθε άλλο παρά αναπάντεχο είναι, εφόσον η πολυχρωμία της αρχαιοελληνικής γλυπτικής ήταν ήδη γνωστή (το μαρτυρεί και η σχετική αναφορά στη δοκιμή του Σεφέρη για τους Δελφούς). Απλώς, από την Αναγέννηση και μετά η εικόνα του κλασικού κάλλους που κατασκευάσαμε απέδωσε στα αρχαία μάρμαρα ορισμένες ιδιότητες ή μάλλον αρετές, οι οποίες δεν αντιστοιχούσαν στην πραγματικότητα, αλλά υπαγορεύονταν από μια αισθητική ιδεολογία που με τη σειρά της κατασκευάστηκε όχι για να ανακαλύψει μια προϋπάρχουσα αντικειμενική αλήθεια -μολονότι αυτό ισχυρίστηκε- αλλά για να προσλάβει αισθητικά την κλασική τέχνη. Με όρους όμως που απέκτησαν νόημα μόνο μέσα στα συμφραζόμενα της νεότερης εποχής, ενώ για τους κλασικούς «προγόνους» μας θα ήταν σχεδόν αδιανόητοι. Και για να το κάνουμε ακόμα πιο δύσκολο, η κυρίαρχη αισθητική της Δύσης, η οποία συγκροτήθηκε ως απόρροια των ελληνορωμαϊκών προτύπων, αναγκάστηκε να φανταστεί τις καταβολές που επικαλέστηκε διαφορετικές από ό,τι πραγματικά ήταν.

Ας βάλουμε όμως κατά μέρος τα περί αισθητικής. Τα πολύχρωμα αγάλματα μπορούν να χρησιμεύσουν για να καταλάβουμε κάτι πιο γενικό και απλό: ότι οι βασικές ιδιότητες που αποδίδουμε στα πράγματα είναι έννοιες όχι απόλυτες αλλά ιστορικά καθορισμένες, οι οποίες δεν βάζουν τέλος στις συζητήσεις και τις αναζητήσεις αποκαλύπτοντας ολόκληρη και ατόφια την αντικειμενική πραγματικότητα, όπως πιστεύουν μερικοί αφελείς, αλλά μόνο αναδεικνύουν κάποιες πτυχές της, πάντα μέσα από τα ιδεολογικά γυαλιά που φοράει η κάθε κοινωνία σε κάθε ιστορική στιγμή της για να δει και ταυτόχρονα να μη δει κάποια πράγματα.

Σχετικά με το επίμαχο βιβλίο δεν έχω να πω τίποτε εφόσον δεν το έχω διαβάσει. Οι συζητήσεις όμως έφεραν στην επιφάνεια ξανά το διαβόητο δόγμα της «συνέχειας του ελληνισμού» που έχει αρχίσει -επιτέλους- να κλονίζεται κάτω από το βάρος της κριτικής από τους περισσότερους ειδικούς, είτε ιστορικούς είτε κοινωνικούς επιστήμονες. Και για να καταλάβουμε τι διακυβεύεται, ίσως μας βοηθήσουν τα πολύχρωμα αγάλματα που εμείς τα φανταζόμαστε λευκά, επειδή αυτή η προφανής αναντιστοιχία μάς αναγκάζει να σκεφτούμε τους τρόπους μέσα από τους οποίους προσλαμβάνουμε το παρελθόν και κυρίως το πώς και οι εν λόγω τρόποι αλλά και το παρελθόν που υποτίθεται ότι αποκαλύπτουν διαφέρουν από εποχή σε εποχή. Ετσι κατασκευάζονται όχι οι πραγματολογικές λεπτομέρειες, π.χ. πότε έγινε η μάχη του Μαραθώνα, αλλά τα ιστορικά υποκείμενα. Και αυτό ακριβώς δεν μπορούν να δεχθούν όσοι ισχυρίζονται ότι η ταυτότητα του Ελληνα παραμένει η ίδια από αρχαιωτάτων χρόνων μέχρι σήμερα. Οι αντιδράσεις τους είναι έντονες, μέχρι και υστερικές, γιατί ενδεχομένως διαισθάνονται ότι η αμφισβήτηση της συνέχειας υπονομεύει τον (κάποτε απαραίτητο) ιδρυτικό μύθο της νεοελληνικής ιδεολογίας, σύμφωνα με τον οποίο η διαχρονικά αναλλοίωτη ταυτότητα του Ελληνα αποκτά μεταφυσικές διαστάσεις εφόσον δεν υπόκειται στον ιστορικό χρόνο. Κοντολογίς η Ιστορία, όπως την αντιλαμβάνονται οι ελληνόφρονες, αντί να επιφέρει την αλλαγή πιστοποιεί τη διάρκεια, δηλαδή τη μη αλλαγή ενός ιστορικού υποκειμένου που κατάφερε επί χιλιάδες χρόνια να παραμείνει το ίδιο. Γι’ αυτό όλοι τους επαναλαμβάνουν με διαφορετικά λόγια την εξής θέση: «Εμείς οι Ελληνες δεν αλλάξαμε και η Ιστορία μας το αποδεικνύει». Αρκεί να τη διατυπώσουμε ρητά για να φανεί ο παραλογισμός της.

Και κάτι τελευταίο. Νομίζω ότι οποιοσδήποτε δικαιούται να αμφισβητήσει τις απόψεις των «ειδικών», όσες περγαμηνές και να διαθέτουν. Εξάλλου, όλο και κάποιος καθηγητής θα βρεθεί να συμφωνήσει μαζί του. Συνεπώς, ας επικρίνει και ας αμφισβητήσει. Αρκεί να γνωρίζει τις θέσεις των αντιδίκων του και να τις αντικρούσει με τα δικά του συγκεκριμένα επιχειρήματα. Δυστυχώς, ο αντίλογος έγινε με λάσπη. Αυτοί που τόλμησαν να διαφωνήσουν με την εθνικόφρονα αντίληψη της Ιστορίας κατηγορήθηκαν ως υπεύθυνοι για τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, τον πόλεμο στο Ιράκ και τη νέα τάξη πραγμάτων. Ενώ κάποιοι, ενδεδυμένοι την αυθεντία που μόνο οι ίδιοι αποδίδουν στον εαυτό τους, δήλωσαν ότι τα πράγματα είναι απλά, είναι όπως τα λένε αυτοί και δεν σηκώνουν κουβέντα. Θα συμβούλευα όσους ενοχλήθηκαν από μια τέτοια επίδειξη μισαλλοδοξίας, άγνοιας και αλαζονείας να μην τους πάρουν στα σοβαρά αλλά να δουν το αστείο ή, ακριβέστερα, το γελοίο του πράγματος.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι