Από τη Σαγκάη στη Νέα Υόρκη συγκλονίστηκαν τα Χρηματιστήρια

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 04/03/2007

Οι εντυπωσιακές απώλειες που κατέγραψαν τα χρηματιστήρια σε όλον τον κόσμο την περασμένη εβδομάδα ήρθαν να υπενθυμίσουν πόση αβεβαιότητα περιβάλλει τις αισιόδοξες προβλέψεις όλων των διεθνών οργανισμών για την παγκόσμια οικονομία. Αφορμή στάθηκε η απότομη μεγάλη πτώση των μετοχών στη Σαγκάη στις 27/2. Εντονότερα επέδρασαν όμως οι ανησυχίες ότι η αμερικανική οικονομία ίσως να βρίσκεται στα πρόθυρα της ύφεσης.

Την κρίσιμη λέξη "ύφεση" εκστόμισε τη Δευτέρα ο \Άλαν Γκρίνσπαν,\ ο μέχρι πέρυσι επί δύο δεκαετίες πρόεδρος της Fed (της αμερικανικής κεντρικής τράπεζας), που ακόμα αποκαλείται "μαέστρος" της οικονομίας για την τεράστια επιρροή που ασκούσε στις χρηματοοικονομικές αγορές με τις αποφάσεις της νομισματικής πολιτικής, αλλά και με καίριες δηλώσεις. Συνομιλώντας μέσω δορυφόρου με μιαν ομάδα θεσμικών επενδυτών στο Χονγκ Κονγκ - σε συναντήσεις τέτοιου τύπου μετέχει συμβουλευτικά δύο φορές την εβδομάδα ανά τον κόσμο, έναντι αμοιβής 150.000 δολαρίων κάθε φορά (!) - δεν απέκλεισε μιαν οικονομική ύφεση τους τελευταίους μήνες του 2007, μολονότι οι περισσότεροι ειδικοί στις προβλέψεις δεν έχουν αυτή τη γνώμη, όπως είπε. Ειδικότερα αναφέρθηκε στη σταθεροποίηση των περιθωρίων κέρδους, που παρατηρείται συνήθως προς το τέλος του οικονομικού κύκλου, στην έντονη συρρίκνωση του τομέα των κατοικιών και στο δημόσιο έλλειμμα, το οποίο, αν και κάπως μειωμένο, θεωρεί ότι παραμένει ανησυχητικό.

Η συνομιλία ήταν, υποτίθεται, ιδιωτικού χαρακτήρα, αλλά οι εκτιμήσεις του Γκρίνσπαν έκαναν αστραπιαία τον γύρο του κόσμου. Και χτύπησαν καμπάνα συναγερμού στους επενδυτές των χρηματιστηρίων για ενδεχόμενες αρνητικές εξελίξεις, τις οποίες πάντως όφειλαν να είχαν διακρίνει. Διότι οι ενδείξεις ήσαν πολλές, με κυριότερη τη σαφή επιβράδυνση της αμερικανικής οικονομίας από την περασμένη άνοιξη. Οι τελευταίες επίσημες εκτιμήσεις για μιαν ετήσια αύξηση του ΑΕΠ των ΗΠΑ μόλις 2,2% το τελευταίο τρίμηνο του 2006, με τις επενδύσεις να σημειώνουν κάμψη, 19,1% των κατοικιών (για ολόκληρο το 2006, η μεγαλύτερη υποχώρηση από το 1991) και 2,4% των υπολοίπων, ήρθαν την Τετάρτη να την επιβεβαιώσουν χειρότερη παρ όσο αναμενόταν. Η πρόβλεψη του σημερινού προέδρου της Fed \Μπεν Μπερνάνκε\ την ίδια μέρα ότι η οικονομική μεγέθυνση θα συνεχισθεί μετριασμένη και φέτος δεν έπεισε ιδιαίτερα. Την επομένη άλλωστε ο ογδοντάχρονος προκάτοχός του ξαναείπε τα ίδια στη δεύτερη ανάλογη συνάντηση της εβδομάδας, με τη λεπτή διευκρίνιση ότι η ύφεση δεν είναι πιθανή αλλά δυνατή...

Πτωτικά έκλεισε έτσι και προχθές η Ουόλ Στριτ, με το βιομηχανικό δείκτη Dow να σημειώνει τη χειρότερη εβδομαδιαία επίδοση των τελευταίων τεσσάρων ετών (-3,3%), και ακόμα μεγαλύτερες μειώσεις επταημέρου στους δείκτες S&P (-4,4%) και Nasdaq (-5,9%).

Το σύνδρομο της Κίνας

Η πιο θεαματική πτώση σε όλα τα χρηματιστήρια του κόσμου σημειώθηκε την Τρίτη 27 Φεβρουαρίου και ξεκίνησε από τη Σαγκάη. Αντανακλώντας μέσα από το στρεβλωτικό υπερμεγεθυντικό φακό της χρηματοοικονομίας τη ραγδαία πραγματική οικονομική ανάπτυξη της Κίνας, η αξία των μετοχών στο νέο σχετικά Χρηματιστήριο της Σαγκάης ανέβαινε με φρενήρεις ρυθμούς: 130% μέσα στο 2006, άλλο 14% τις πρώτες εβδομάδες του 2007. Εύλογη ήταν η ανησυχία των αρχών της χώρας ότι δημιουργείται μια μεγάλη φούσκα που κινδυνεύει να σκάσει με απρόβλεπτες συνέπειες.

Την Τρίτη μαζικές πωλήσεις μετοχών στο Χρηματιστήριο της Σαγκάης έριξαν το δείκτη κατά 8,84%, πτώση χωρίς προηγούμενο από το 1997, και στη μικρότερη αδελφή του στο Σενζέν κατά 9,29%, με συνολική απώλεια κεφαλαιοποίησης της τάξης των 800 δισεκατομμυρίων γιουάν (102 δισ. δολάρια). Το πρακτορείο Ξινχουά κατέγραφε, όχι χωρίς κάποια υπερηφάνεια, την άποψη τοπικών χρηματιστηριακών αναλυτών ότι ήταν η πρώτη φορά που τα χρηματιστήρια της Κίνας επηρέασαν σημαντικά τις παγκόσμιες αγορές, αλλά δεν θα ήταν η τελευταία, καθώς η οικονομική της δύναμη μεγαλώνει (η πτώση στην Ουόλ Στριτ εκείνη την ημέρα ήταν πράγματι η μεγαλύτερη από τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001).

Σύμφωνα με το ίδιο ρεπορτάζ, ορισμένοι παρατηρητές εκτιμούσαν ότι τον πανικό των μετόχων προκάλεσε η απόσυρση κερδών εκ μέρους κάποιων μεγάλων αμοιβαίων κεφαλαίων, ενώ άλλοι τον απέδιδαν σε φήμες ότι επίκειται η επιβολή φόρου στις υπεραξίες των μετοχών. Ενώ τις φήμες διέψευσε την επομένη το υπουργείο Οικονομικών, η θέσπιση στα τέλη του 2006 της υποχρεωτικής δήλωσης ατομικών εισοδημάτων άνω των 120.000 γιουάν (15.584 δολαρίων) το χρόνο, περιλαμβανομένων των κερδών από την αγορά κεφαλαίου, είχε εκληφθεί ως προπομπός ενός τέτοιου φόρου. Πηγές του υπουργείου έκαναν λόγο για παρεξήγηση, διαβεβαιώνοντας ότι προς το παρόν δεν θα φορολογηθούν οι υπεραξίες κεφαλαίου (οι οποίες παραμένουν αφορολόγητες από το 1994).

Ένα κατευναστικό μέτρο είχε ληφθεί ωστόσο δύο μέρες πριν την πτώση και αναφέρεται ως τρίτος παράγων: η αύξηση των αποθεματικών των τραπεζών στην κεντρική τράπεζα από 9,5% σε 10% επί των καταθέσεών τους θα μπορούσε να περιορίσει κάπως τη ρευστότητα που κατευθύνεται στα χρηματιστήρια.

Πολλοί αναμένουν ότι η ετήσια Εθνική Λαϊκή Συνέλευση, που ανοίγει αύριο στο Πεκίνο, θα οδηγήσει σε αυστηρότερα μέτρα. Απευθύνοντας έκκληση για ηρεμία, ο πρωθυπουργός \Ουέν Ζιαμπάο\ την Τετάρτη έκανε λόγο για μια νέα φάση μεταρρυθμίσεων στο χρηματοοικονομικό τομέα, επιμένοντας ότι θα γίνουν σταδιακά. Ενδεικτικό είναι το σχόλιο στη "Λαϊκή Ημερησία" του Πεκίνου που υπογράφει ο διευθυντής του Ινστιτούτου Χρηματοοικονομικής Ανάπτυξης της Ακαδημίας Κοινωνικών Επιστημών της Κίνας \Γι Ξιανρόνγκ\: Αφού ψέξει πρώτα τους επενδυτές για τον ενθουσιασμό τους στην άνοδο 130% και την ταραχή τους στην κάμψη 9%, επισημαίνει τη σοβαρή ασυμμετρία πληροφόρησης στην αγορά των μετοχών που πλήττει ιδίως τους μικρούς επενδυτές. Και συνιστά στην κυβέρνηση να υιοθετήσει κανόνες που θα τους προστατεύουν καλύτερα, τιμωρώντας αυστηρά όσους τους εκμεταλλεύονται, αλλά και να κάνει ό,τι είναι δυνατόν για να εκπαιδεύσει τους επενδυτές ώστε να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους.

Στις πόλεις της Κίνας έχουν ξεφυτρώσει καταστήματα με υπολογιστές συνδεδεμένους με το Χρηματιστήριο, όπου μαζεύονται συνταξιούχοι, ακόμα και άνεργοι, και παίζουν τις αποταμιεύσεις τους, καθισμένοι στο πάτωμα με το βλέμα στις οθόνες, ενώ ταυτόχρονα παίζουν χαρτιά μεταξύ τους, γράφει ο ανταποκριτής της Le Monde στο Πεκίνο.

Μετά τη "Μαύρη Τρίτη", ο δείκτης της Σαγκάης ανέκαμψε 3,94% την Τετάρτη, ξαναέπεσε 2,91% την Πέμπτη, και ανέβηκε πάλι 1,23% την Παρασκευή, σε μια κίνηση "γιο-γιο" που φαίνεται να παίρνει τη θέση της εξωφρενικής ανόδου του 2006.

Θετικές οι προοπτικές για την Ευρώπη

Και στην Ευρώπη τα χρηματιστήρια σημείωσαν την εβδομάδα που πέρασε τη μεγαλύτερη κάμψη των τεσσάρων τελευταίων ετών, χωρίς όμως να εκφράζονται μεγάλες ανησυχίες. Οι περισσότεροι αναλυτές μιλούν εδώ απλώς για διόρθωση με αφορμή την Κίνα, σε αντιδιαστολή με τις δυσμενέστερες προοπτικές που βλέπουν για τις ΗΠΑ. Την Παρασκευή ο δείκτης DAX της Φραγκφούρτης ανέβηκε 0,8% ύστερα από τέσσερες πτωτικές συνεδριάσεις, ο CAC40 στο Παρίσι έπεσε 0,6%, ενώ ο FTSE100 του Λονδίνου ήταν σχεδόν αμετάβλητος.

Σύμφωνα με τον Economist, η εγχώρια ζήτηση είναι τώρα η κινητήρια δύναμη στην Ευρωζώνη, αν και μέρος των επενδύσεων κατευθύνεται στις εξαγωγές. Οι ενδείξεις ότι η αγορά εργασίας γίνεται εδώ πιο σφικτή, ενώ ενοχλούν την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, δεν αποτελούν λόγο ανησυχίας αν οι μεγαλύτεροι μισθοί μπορούν να συνδυάζονται με ανερχόμενη απασχόληση και να τροφοδοτούν τις δαπάνες των καταναλωτών, γράφει το βρετανικό περιοδικό.

Την εμμονή του προέδρου της ΕΚΤ \Ζαν-Κλοντ Τρισέ\ στο μεσοπρόθεσμο κίνδυνο αναζωπύρωσης του πληθωρισμού από ενδεχόμενες αυξήσεις των μισθών, που πρόσφατα ανέλυσε και ο αντιπρόεδρος \Λουκάς Παπαδήμος\ σε ιταλική εφημερίδα, δεν συμμερίζονται ούτε η Επιτροπή, που σε πρόσφατη έκθεσή της εκτιμά ότι οι πληθωριστικές πιέσεις από την αγορά εργασίας διατηρούνται "αμβλυμένες", αλλά ούτε οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης. Στη σύνοδό τους στις αρχές της περασμένης εβδομάδας διαπίστωσαν βελτίωση του πληθωρισμού σε όλην την Ευρώπη, όπως είπε ο Ισπανός \Πέδρο Σόλμπες\, ενώ ο Γερμανός \Πέερ Στάινμπρυκ\ δεν διέβλεπε κανένα κίνδυνο όσο η πολιτική μισθών βασίζεται στην παραγωγικότητα.

Στη Γερμανία ακόμα πέρυσι οι μισθοί υστερούσαν όχι μόνον έναντι της παραγωγικότητας αλλά και έναντι του πληθωρισμού. Το συνδικάτο IG Metall, με 3,4 εκατομμύρια μέλη, διεκδικεί φέτος αυξήσεις 6,5%. Και συζητείται η καθιέρωση με νόμο ενός γενικού κατώτατου ωρομισθίου 7,5 ευρώ, όταν υπάρχουν πολύ χαμηλότερα κατώτατα σε κλαδικές συλλογικές συμβάσεις: 5,25 ευρώ στα ξενοδοχεία/εστιατόρια, 3,82 ευρώ στους κομμωτές, ανέφερε μεταξύ άλλων προχθές το Spiegel.

Τον Ιανουάριο ο πληθωρισμός ήταν 1,8% και 1,8% θα είναι και το Φεβρουάριο, σύμφωνα με τις προσωρινές εκτιμήσεις της Eurostat. Το επιχειρηματικό κλίμα κατέγραψε εξάλλου νέα βελτίωση το Φεβρουάριο με τις προβλέψεις των βιομηχανιών να διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα.

Αναστάτωση έχουν προκαλέσει οι 10.000 απολύσεις που έχει εξαγγείλει η Airbus στην Ευρώπη, στις οποίες προστέθηκαν προχθές άλλες 6.100 από την Bayer, λόγω αναδιαρθρώσεων που σχεδιάζονται. Οι προβλέψεις για την απασχόληση συνολικά ωστόσο διατηρούνται ανοδικές.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι