Το άρθρο 24 στην χώρα των θαυμάτων και η ανάγκη επανίδρυσης της ελληνικής πολιτικής οικολογίας

Γιάννης Σακιώτης, www.ppol.gr, 27/02/2007

Στην πολιτική αργκό χρησιμοποιείται ο όρος «κάνω τζόγο με...» όταν κάποιος θέλει να αναφερθεί στα επικοινωνιακά τερτίπια που ακολουθεί σε κάποιο σημαντικό θέμα της επικαιρότητας, προκειμένου να εξυπηρετήσει άλλους, πολύ συχνά αλλότριους στόχους.

Έτσι, λοιπόν, έγινε και πρόσφατα με τα κόμματα μας, τους πολιτικούς αρχηγούς και υπαρχηγούς στη βουλή, που «έκαναν τζόγο» με την αναθεώρηση των δύο πολυσυζητημένων άρθρων, με το άρθρο 16 και το άρθρο 24, το πανελληνίως γνωστό πλέον άρθρο που θεμελιώνει την προστασία του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα την προστασία των δασών και των δασικών εκτάσεων.

Ο εν λόγω «τζόγος» συνοδεύτηκε μάλιστα από μνημειώδεις εκδηλώσεις υποκρισίας, όπως ήταν η αιφνίδια κατάθεση πρότασης δυσπιστίας κατά της κυβέρνησης της ΝΔ από τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και η συνακόλουθη δήλωση εγκατάλειψης της διαδικασίας αναθεώρησης και στην παρούσα και στην επόμενη βουλή (με λίγα λόγια, αναθεώρηση οποιουδήποτε άρθρου δεν προκύπτει πριν από το 2013...), με προσχηματική αφορμή την κατά τα άλλα βάναυση για τους δημοκρατικούς μας θεσμούς συμπεριφορά κεντρικών στελεχών της ΝΔ μέσα στην επιτροπή αναθεώρησης κατά τη διαδικασία συζήτησης του άρθρου 24 (το περιστατικό με τους Σταύρου και Τραγάκη).

Αν και η ειδησεογραφική κάλυψη στον τύπο υπήρξε εκτενέστατη, αξίζει να καταγράψουμε τα σημαντικότερα στοιχεία της απαράδεκτης, επιζήμιας και ανεύθυνης στάσης διαφόρων παραγόντων του πολιτικού μας βίου, που κυριολεκτικά αποκαλύφθηκαν στην εν λόγω διαδικασία, περιοριζόμενοι στο επίμαχο άρθρο 24 (για το άρθρο 16 βλέπε άρθρο μου στην ppol).

Ας αρχίσουμε από τη στάση των μικρότερων κομμάτων.

Κατ αρχάς το ΚΚΕ ψήφισε «όχι» στην αναθεώρηση του άρθρου 24, τηρώντας συνεπή στάση, τόσο ως προς την θέση που είχε λάβει κατά την προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 24 το 2001, όσο και κατά τη διαδικασία ψήφισης του δασοκτόνου νόμου Δρυ το 2003.

Η στάση αυτή δεν μετέτρεψε το ΚΚΕ σε οικολογικό κόμμα -ας μην ξεχνούμε τα αλλεπάλληλα αιτήματα προς το υπουργείο γεωργίας για φθηνά λιπάσματα ή την απαίτηση των κουκουέδων για νέες μονάδες λιγνιτοπαραγωγής από τη ΔΕΗ, τουλάχιστον όμως διεκδικεί με σοβαρές αξιώσεις τον τίτλο του... φιλοδασικού κόμματος.

Ας δούμε τη στάση του Συνασπισμού (ή ΣυΡιζΑ): οι βουλευτές που συμμετείχαν στην επιτροπή αναθεώρησης της βουλής δεν ψήφισαν «όχι», όπως αναμενόταν, αλλά δήλωσαν ένα αινιγματικό «παρών» (στη συνέχεια, στην ψηφοφορία στην ολομέλεια, μετά από το «κράξιμο» που υπέστησαν πήγαν και καταψήφισαν, οι αρνητικότατες πάντως εντυπώσεις που αποτυπώθηκαν στην ελληνική οικολογική κοινότητα δεν αναιρέθηκαν).

Η δικαιολόγηση της στάσης αυτής από το Φώτη Κουβέλη ως απόρροια της γενικής στάσης του ΣΥΝ που ψηφίζει παρών σε όλες τις προς αναθεώρηση διατάξεις, διότι είναι κατά της αναθεώρησης συνολικά, δεν έπεισε κανένα.

Διότι, ο ΣΥΝ, εκτός από τη στάση που είχε τηρήσει κατά την προσπάθεια αναθεώρησης του άρθρου 24 το 2001 και κατά τη διαδικασία ψήφισης του δασοκτόνου νόμου Δρυ το 2003, και η οποία ήταν σαφώς αρνητική (όπως ακριβώς του ΚΚΕ), σέρνει στον τίτλο του ένα «και της Οικολογίας».

Στοιχείο το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί πάραυτα, για να μην ισχύουν οι διατάξεις του νόμου περί παραπλανητικής διαφήμισης.

Ο οικολογικός εκφυλισμός του ΣΥΝ ήταν φυσικό επακόλουθο της λυσσαλέας μάχης που δόθηκε (και κερδήθηκε εύκολα, λόγω συντριπτικών συσχετισμών υπεροχής της εσωκομματικής τάσης του αριστερού ρεύματος) στο εσωτερικό του κόμματος ενάντια στις οικολογικές ιδέες, με προσωπική ευθύνη του πρώην προέδρου του κόμματος Νίκου Κωνσταντόπουλου, που αφού το 2003 έδωσε μάχη για την οικολογικοποίηση του τίτλου του κόμματος, εντέλει, το 2004 υιοθέτησε το επικοινωνιακό πυροτέχνημα της αναζωπυρωμένης προς ώρας κινηματικής αριστεράς (κοινωνικό φόρουμ, πρωτοβουλίες για την αριστερά, ΣυΡιζΑ, κύτταρα ελεγχόμενα απολύτως από το «αριστερό ρεύμα» και τις πολιτικές του παρέες, που εκμηδένισε την οικολογική παρουσία στα εν λόγω φόρα).

Η απαξίωση της οικολογίας στον ΣΥΝ ολοκληρώθηκε με την ηγεσία Αλαβάνου και τις επιλογές του κόμματος την τελευταία διετία: πλήρης εγκατάλειψη της ατζέντας της οικολογίας από το κόμμα, με εξαίρεση τις παρεμβάσεις του Δημήτρη Παπαδημούλη στο ευρωκοινοβούλιο, επιλογές προσώπων στο χώρο της τοπικής αυτοδιοίκησης που δεν είχαν σχέση με τα οικολογικά ζητήματα, ανάδειξη νέων στελεχών αποκλειστικά από το χώρο της αγνωστικιστικής ως προς τα οικολογικά θέματα νεολαίας του κόμματος (Αλέξης Τσίπρας κ.ά).

Έσχατη πράξη κατάπτωσης για τον ΣΥΝ η άρνησή του να καταψηφίσει την αναθεώρηση του άρθρου 24 στο πλαίσιο της επιτροπής αναθεώρησης, κλείνοντας το μάτι σε εκείνους τους βαθείς αριστερούς ψηφοπελάτες του που επί χρόνια θέτουν το... ταξικό αίτημα να οικοπεδοποιήσουν τις «πέτρες του χωραφιού του παππού» και προφανώς τώρα απαίτησαν επιτέλους να γίνει κάτι.

Στάση που επιβεβαιώνει πλήρως όσα στελέχη του οικολογικού ρεύματος του ΣΥΝ δήλωσαν τα δύο τελευταία χρόνια την απογοήτευσή τους και αδρανοποιήθηκαν η αποχώρησαν οικειοθελώς.

Το ΠΑΣΟΚ, τώρα, πρόλαβε, πριν αποχωρήσει και ψήφισε «όχι» στην αναθεώρηση του άρθρου 24.

Επρόκειτο για προσωπική επιλογή του προέδρου του Γιώργου Παπανδρέου, ο οποίος με μια γενναία κίνηση, δύο εβδομάδες πριν την ψηφοφορία στην αρμόδια επιτροπή της βουλής είχε δηλώσει ότι απορρίπτει την αναθεώρησή του.

Ήταν μια ευχάριστη έκπληξη για το ελληνικό οικολογικό κίνημα, καθώς το κόμμα του αρχικώς είχε συμφωνήσει να αναθεωρηθεί το 24 επί το καταστροφικότερον, όπως επεδίωκε η ΝΔ, ενώ προϋπήρχε και το αρνητικό προηγούμενο της προηγούμενης προσπάθειας αναθεώρησης το 2001, όταν το ΠΑΣΟΚ ήταν στην κυβέρνηση και εισηγητής ο Ευάγγελος Βενιζέλος.

Η ευεξία αυτή ωστόσο εξατμίσθηκε γρήγορα, καθώς ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου αποφάσισε να «κάνει τζόγο» με την αναθεώρηση του άρθρου 24 για να καλύψει τη βαριά διαβλεπόμενη ήττα του στο άρθρο 16, δεδομένου ότι αντιμετώπιζε προβλήματα μεγάλων διαρροών από τους βουλευτές του κατά την επερχόμενη ψηφοφορία στην ολομέλεια.

Ενδεικτικό στοιχείο της κατάστασης στο ΠΑΣΟΚ αποτελεί η καταχειροκρότηση του Αλέκου Αλαβάνου από τουλάχιστον τη μισή κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, όταν αυτός από βήματος θριαμβολόγησε για τη «νίκη του κινήματος του άρθρου 16».

Έτσι, περιφρόνησε τη θεσμική διαδικασία και μαζί με την πρόταση δυσπιστίας δήλωσε ότι εγκαταλείπει τη διαδικασία αναθεώρησης, αποδεχόμενος να καταγραφεί στην κοινή γνώμη ως ανακόλουθος και κατά συνέπεια αναξιόπιστος πολιτικός αρχηγός, εκμηδενίζοντας τις προοπτικές του να διεκδικήσει με αξιώσεις την πρωθυπουργία.

Το ιδιότυπο πασοκικό λόμπι που δεν ήθελε την αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα πανεπιστήμια και επεδίωκε την αναθεώρηση του άρθρου 24 για λόγους ικανοποίησης μεγαλύτερης εκλογικής πελατείας, μέσα από τον αποχαρακτηρισμό και χτίσιμο τεράστιων εκτάσεων δασικής γης σε όλη την Ελλάδα, έλαβε πλήρη ικανοποίηση.

Τα ελληνικά δάση ωστόσο φαίνεται ότι τελικά θα γλιτώσουν από την ολέθρια αναθεώρηση, κι αυτό όχι χάρη στους δήθεν αγώνες των όποιων αριστερών, αλλά χάρη στη γενναία στάση έξι βουλευτών της ΝΔ, οι οποίοι στο πλαίσιο της επιτροπής αναθεώρησης ψήφισαν «όχι» ή «παρών», παρά την άσκηση εναντίον τους ισχυρότατων πιέσεων από την κομματική ηγεσία.

Οι βουλευτές της ΝΔ -αξίζει να τους αναφέρουμε για την ιστορία- ήταν:

η γνωστή για τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες της Έλσα Παπαδημητρίου,

η βουλευτής επικρατείας Χρύσα Καρύδη (εκδότης και διανοούμενη),

ο πρώην προπονητής μπάσκετ Γιάννης Ιωαννίδης που κέρδισε σπουδαία εύσημα φιλοπεριβαλλοντισμού,

ο υιός του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη Κυριάκος, ο οποίος εναντιώθηκε σε μία κομβική επιλογή του ίδιου του πατέρα του (ο πρώην πρωθυπουργός είναι γνωστός οπαδός του αποχαρακτηρισμού των δασικών εκτάσεων της χώρας), πραγματοποιώντας τη φροϋδική συμβολική πατροκτονία έστω και με καθυστέρηση κάποιων δεκαετιών,

ο νεαρός βουλευτής Κέρκυρας Νίκος Δένδιας, ο οποίος έδειξε ότι διαθέτει προσωπικότητα και περιβαλλοντική ευαισθησία και

ο επίσης νεαρός βουλευτής Τρικάλων Νίκος Λέγκας, ο οποίος αγνόησε το πολιτικό κόστος από τους ψηφοφόρους του σε ένα νομό με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αποχαρακτηρισμό δασικών εκτάσεων.

Στην ψηφοφορία που ακολούθησε στην ολομέλεια, οι αρνητικές ψήφοι περιορίσθηκαν σε 3, ωστόσο και οι άλλοι 3 δήλωσαν ότι στην επόμενη βουλή θα ζητήσουν την αναθεώρηση του άρθρου 24 στην κατεύθυνση της βελτίωσης της περιβαλλοντικής προστασίας.

Καταλυτική συμβολή για τη στάση των συγκεκριμένων βουλευτών της ΝΔ είχε η παρέμβαση του ευρωπαίου επιτρόπου για το περιβάλλον Σταύρου Δήμα.

Ο οποίος λίγες ημέρες νωρίτερα είχε δηλώσει με σαφήνεια την απόλυτη αντίθεσή του στην αναθεώρηση του άρθρου 24, με το απλό και πανίσχυρο επιχείρημα ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) επιδιώκει περαιτέρω θωράκιση της περιβαλλοντικής προστασίας και συνεπώς η δυνατότητα αποχαρακτηρισμού δασικών εκτάσεων κάθε άλλο παρά συνάδει με το στόχο αυτό, ο οποίος παρεπιπτόντως είναι διατυπώμενος στις ευρωπαϊκές συνθήκες (Αμστερνταμ και Νίκαιας), αλλά και σε κομβικής σημασίας αποφάσεις για τη στρατηγική της Ένωσης (αποφάσεις Γκέτεμποργκ 2001, Βαρκελώνης 2002).

Αντιθέτως, αρνητικότατο ρόλο διαδραμάτισε ο φερόμενος και ως «σοφός πολιτικός» υπουργός περιβάλλοντος, χωροταξίας και δημοσίων έργων, ο οποίος παρενέβη υπέρ της αναθεώρησης, με το επιχείρημα της ανάγκης μετατροπής μεγάλων εκτάσεων που σήμερα καλλιεργούνται και είναι χαρακτηρισμένες ως δασικές σε γεωργική γη.

Γη δηλαδή, η οποία θα είναι δυνατόν να χτισθεί με τη γνωστή απαράδεκτη πολεοδομική ρήτρα του «χτίζω εάν έχω 4 στρέμματα», δυστυχώς οπουδήποτε και ο,τιδήποτε σε αυτή τη χώρα.

Από την αυλή των θαυμάτων όπου ταξίδεψε η δασική προστασία στη χώρα μας, δηλαδή το απολύτως ελάχιστο οικολογικό αίτημα στην Ελλάδα με τα δεκάδες σοβαρότατα περιβαλλοντικά προβλήματα τις επίσης δεκάδες επικρεμάμενες καταδίκες από το ευρωπαϊκό δικαστήριο για παραβιάσεις της ευρωπαϊκής περιβαλλοντικής νομοθεσίας και το κατάμαυρο πλέον ρεκόρ της 5ης ταχύτερα αυξάνουσας τις εκπομπές αερίων θερμοκηπίου χώρας στον κόσμο -χειρότερα και από τις ΗΠΑ!- αναδεικνύεται το κεντρικό μήνυμα της μεγάλης αναγκαιότητας για την επανίδρυση του χώρου της πολιτικής οικολογίας.

Έχουν να δοθούν πολλές και μεγάλες μάχες για την ασφάλεια και υγεία των πολιτών, για την προστασία της φύσης και του τοπίου, για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των πόρων και για την ποιότητα ζωής.

Αυτές οι μάχες, παρά τα όσα θετικά έχουμε επιτύχει τα μέλη του οικολογικού κινήματος από τη μη κυβερνητική μας δράση τα προηγούμενα χρόνια, δεν μπορούν να δοθούν από ισχνές και δυσχερώς κινούμενες δυνάμεις (όπως το υβρίδιο οικολογικού κόμματος που έχει καταχωρηθεί ως εκπρόσωπος της Ελλάδας στην ομοσπονδία των πράσινων ευρωπαϊκών κομμάτων) ή από πειραματικές συνεργασίες με άλλους πολιτικούς χώρους (όπως ο ΣΥΝ, στον οποίο δυστυχώς, πολλοί εργασθήκαμε πολιτικά και επενδύσαμε τις ελπίδες μας για την αναβίωση της πολιτικής οικολογίας στην Ελλάδα, με απογοητευτικά αποτελέσματα που μας οδήγησαν σε έγκαιρη έξοδο από την καταστροφική πορεία που έχει πάρει το κόμμα από το 2004 και μετά).

Τώρα, ο κύβος ρίπτεται εκ νέου.

Υποδηλώνοντας πως χρειαζόμαστε σοβαρό και δυναμικό οικολογικό κόμμα, με ικανά και έντιμα πολιτικά στελέχη και ξεκάθαρη ιδεολογική αφετηρία: τη διασφάλιση του παρόντος και τη σωτηρία του μέλλοντος.

Εκκρεμεί η σχετική πρωτοβουλία, η οποία δεν θα έχει καμία πιθανότητα εάν δεν βασισθεί στην οικοδόμηση μιας ευρύτατης κοινωνικής συμμαχίας προσώπων με βούληση για καλύτερη ποιότητα ζωής και προοπτικές για το μέλλον.

Το ζητούμενο υποκείμενο ποιοτικά και ποσοτικά ώστε ο χώρος της πολιτικής οικολογίας να πρωταγωνιστήσει στην πολιτική ζωή της χώρας αναμφίβολα υπάρχει.

Το ραντεβού τοποθετείται την επαύριο των εκλογών.

ΥΓ: Το παραπάνω άρθρο αποτελεί τροποποιημένη και επικαιροποιημένη εκδοχή άρθρού του συγγραφέα που δημοσιεύεται στο 40ό επετειακό τεύχος της «οικοτοπίας», με το οποίο το οικολογικό περιοδικό κλείνει 10 χρόνια ανελλιπούς εκδοτικής παρουσίας στη δεύτερη, πανελλήνια περίοδο παρουσίας του στον ειδικό ελληνικό τύπο. Η «οικοτοπία» κυκλοφορεί κάθε τρεις μήνες σε βιβλιοπωλεία, κεντρικά περίπτερα και στα κέντρα τύπου. Επίσης, διατίθεται από τα γραφεία της: Κολοκοτρώνη 31 Αθήνα, τηλ./fax 210-3224344. Πληροφορίες στο e-mail: schizas1@otenet.gr και aeforos@hol.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι