Πώς θα γίνεται καλή διαχείριση υπέρ των εργαζομένων

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 24/03/2007

Η οξεία πολιτική διαμάχη που έχει ξεσπάσει με αφορμή το σκάνδαλο με το ομόλογο του Ταμείου των δημοσίων υπαλλήλων, και τις πιθανές προεκτάσεις του σε άλλα ομόλογα άλλων ασφαλιστικών ταμείων, επισκιάζει το ουσιαστικό πρόβλημα που απαιτεί απάντηση: πώς, στις σημερινές συνθήκες των ανοικτών αγορών, θα γίνεται καλύτερα προς το συμφέρον των εργαζομένων η διαχείριση των ασφαλιστικών τους εισφορών. Οι σπασμωδικές αντιδράσεις της κυβέρνησης μάλιστα, όπως η επιβολή απαγόρευσης στα Ταμεία να επενδύουν σε παράγωγα, οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα.

Με όσα έχουν γίνει γνωστά έως σήμερα, είναι φανερό ότι με το συγκεκριμένο κρατικό ομόλογο των 280 εκατομμυρίων ευρώ έγινε αυτό που ονομάζουμε "κομπίνα". Μέσα από πέντε διαδοχικές μεταπωλήσεις την ίδια μέρα της έκδοσής του, από την Αθήνα στο Λονδίνο και πάλι πίσω, το ομόλογο κατέληξε στο ΤΕΑΔΥ (το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων) ακριβότερα παρ όσο θα του είχε κοστίσει αν μπορούσε να το είχε αγοράσει απ ευθείας από την ανάδοχο τράπεζα JP Morgan, και πάντως 6,75% πάνω από την ονομαστική του τιμή, το λεγόμενο "άρτιο". "Κάποιοι" καρπώθηκαν τη διαφορά. Θα τους αναζητήσει η εισαγγελική έρευνα αλλά με αβέβαιη έκβαση, καθώς πολύ δύσκολα αντλούνται πληροφορίες για τέτοιες συναλλαγές στις κεφαλαιαγορές. Και εύλογα στρέφονται οι υποψίες σε κυβερνητικούς υπευθύνους ή/και συνεργάτες τους ότι συντόνισαν την περίεργη διαδρομή του ομολόγου προκειμένου να αποσπασθούν "προμήθειες" εκατομμυρίων.

Όσο μεμπτός και αν είναι ο τρόπος που αγοράσθηκε το συγκεκριμένο ομόλογο, θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι ευτυχώς το ΤΕΑΔΥ δεν έχασε τα λεφτά του. Δεν αποκλείεται καν η τοποθέτηση αυτή να αποδειχθεί τελικά επωφελής, αν στη διάρκεια ζωής του ομολόγου η τιμή του ανέβει στην αγορά ή αν αυξηθεί η απόδοσή του. Φυσικά, δεν αποκλείεται ούτε το αντίθετο, αυτό όμως θα ίσχυε ακόμα και στην περίπτωση που η αγορά του ομολόγου θα είχε γίνει με τρόπο άψογο και διαφανή, χωρίς να μεσολαβούν περιττές προμήθειες.

Και ο λόγος είναι ότι στις αγορές κεφαλαίων οι τιμές όλων των τίτλων (μετοχών, παραγώγων, ομολόγων) που μπορούν να αγοράζουν επενδυτές, στους οποίους συγκαταλέγονται και τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν μεγάλα αποθεματικά να τοποθετήσουν, υπόκεινται σε συνεχή διακύμανση, όπως κυμαίνονται και τα επιτόκια που επηρεάζουν τις τιμές των τίτλων, των ομολόγων κατά πρώτο λόγο, αλλά και τις αποδόσεις τους. Αυτός που αγοράζει τους τίτλους δηλαδή μπορεί, ανάλογα με το πώς θα εξελίσσεται η αγορά, να κερδίζει ή να χάνει. Μπορεί, έχοντας επενδύσει π.χ. σε ένα μακροχρόνιο τίτλο, να δει την αξία του να πέφτει κάποιους μήνες ή και χρόνια, αλλά κατόπιν να υπερκαλύψει τη διαφορά και να βγει κερδισμένος στο τέλος ή, βέβαια, και το αντίστροφο.

Από όλες τις δυνατές τοποθετήσεις, σημαντικά μικρότερος είναι ο κίνδυνος στα κρατικά ομόλογα σταθερού επιτοκίου. (Ακόμα και εκεί, πάντως, η διασφάλιση δεν είναι απόλυτη: Αν, για παράδειγμα, κάποια στιγμή το εξαιρετικά υψηλό δημόσιο χρέος της Ελλάδας εκτιμηθεί υπερβολικό, και σταματήσει η έμμεση εγγύησή του από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, όπως ακούγονται σχετικές προτάσεις κάθε τόσο, η αξία των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου θα πέσει δραστικά.) Αλλά αν ο κίνδυνος αυτός φαίνεται συγκριτικά πολύ μικρός, αντίστοιχα μικρή είναι και η απόδοση αυτών των κρατικών ομολόγων, η οποία όλους τους τελευταίους μήνες κυμαίνεται γύρω στο 4%, μόλις δηλαδή καλύπτει τον πληθωρισμό, μη δίνοντας καθόλου σχεδόν εισόδημα στους επενδυτές, ενώ οι τιμές τους στην ηλεκτρονική δευτερογενή αγορά (ΗΔΑΤ), που δημοσιεύει η Τράπεζα της Ελλάδος, κυμαίνονταν μεταξύ 96 και 103% της ονομαστικής τους αξίας, ξεπερνώντας κάποιες στιγμές και το 105%.

Ελκυστικές αποδόσεις, αντίο

Μεγαλύτερες μπορούν να είναι οι αποδόσεις, ας πούμε 6%, 7% ή 8%, στα λεγόμενα παράγωγα ή σύνθετα προϊόντα ομολόγων, και τέτοιο ήταν το "δομημένο" ομόλογο του σκανδάλου που αγόρασε το ΤΕΑΔΥ, τα οποία ενέχουν όμως και μεγαλύτερο κίνδυνο. Σε τέτοια προϊόντα, και ακόμα περισσότερο σε μετοχές και σε αμοιβαία κεφάλαια, τοποθετούν τα διαθέσιμά τους δεκαετίες τώρα τα μεγάλα ταμεία συντάξεων των ΗΠΑ και της Βρετανίας, ελέγχοντας κάπου το μισό των αξιών που διαπραγματεύονται στη Ουόλ Στριτ και στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, πρακτική που, κατά κανόνα πιο συντηρητικά, ακολούθησαν κατόπιν ανάλογα ταμεία σε πολλές άλλες χώρες. (Η πρακτική αυτή φαίνεται απεχθής από πολλές απόψεις, εκφράζει την κυριαρχία της χρηματοοικονομίας πάνω στο παραγωγικό κομμάτι της οικονομίας, προσφέρει τεράστιες αμοιβές σε μάνατζερ και αναδόχους, δεν ελέγχεται από τα μέλη των ταμείων, τους απλούς ασφαλισμένους. Έχει όμως επικρατήσει σήμερα διεθνώς και πιο χρήσιμη από γενικές καταγγελίες φαίνεται η πρόταση που υποστηρίζει ο Ρόμπιν Μπλάκμπερν, καθηγητής ιστορίας στο Έσεξ και συντάκτης του New Left Review, τα συνδικάτα που μετέχουν στις διοικήσεις των ταμείων να αξιοποιήσουν την τεράστια αυτή δύναμη για να παρέμβουν και να κατευθύνουν την οικονομία.)

Με το άνοιγμα των αγορών, την έλευση του ευρώ και τη δημιουργία σύνθετων χρηματοοικονομικών προϊόντων και στην Ελλάδα, μια τέτοια ευκαιρία φάνηκε ελκυστική και για τα δικά μας ασφαλιστικά ταμεία, που είχαν δει τα αποθεματικά τους να συρρικνώνονται δραστικά με την υποχρεωτική τους άτοκη κατάθεση στην Τράπεζα της Ελλάδος επί πάρα πολλά χρόνια. Επειδή δεν υπήρχε η απαιτούμενη γνώση και εμπειρία, θεσπίσθηκε κατ αρχήν ο όρος οι τοποθετήσεις με ρίσκο να μην υπερβαίνουν το 23% των αποθεματικών των ταμείων. Σκοπός ήταν βέβαια η προστασία των πόρων τους, αλλά ο όρος είναι προβληματικός: Αν ένα ταμείο επένδυε το 23% σε μετοχές και παράγωγα και οι επενδύσεις του πήγαιναν τόσο καλά ώστε η αξία τους να αυξανόταν στο 30%, θα έπρεπε αμέσως να ξεφορτωθεί το 7%; Και αν, αντίθετα, ατυχούσε, και η αξία τους έπεφτε στο 15%, θα μπορούσε αμέσως να βάλει εκεί άλλο 8%;

Ακόμα χειρότερη φαίνεται η απαγόρευση που επέβαλε εφεξής η κυβέρνηση στα ταμεία να επενδύουν σε παράγωγα ή σύνθετα προϊόντα ομολόγων. Διότι η απαγόρευση αυτή επ αόριστον (θα ισχύσει έως ότου τεθεί σε εφαρμογή το νέο θεσμικό πλαίσιο που ανέλαβε να επεξεργασθεί ο κ. Σ. Τσιτουρίδης...) δεν βελτιώνει τη διαχείριση των ταμείων και μπορεί να σημάνει μεγαλύτερες απώλειες αποδόσεων από όσο κόστισε στο ΤΕΑΔΥ το περιηγούμενο ομόλογο που αποτέλεσε την αφορμή. Κατά μία εκδοχή όμως η απαγόρευση αυτή συνιστά έμμεση ομολογία ενοχής της κυβέρνησης για περισσότερα τέτοια κρούσματα. Διότι λέγεται ότι στα ταμεία ασκούνταν καιρό τώρα πίεση να πωλούν πριν τη λήξη τους τα χρυσοφόρα δεκαετή ομόλογα του 1998 (τα "ομόλογα της σύγκλισης" όπως είχαν ονομασθεί, γιατί εκδόθηκαν με τα τότε ισχύοντα επιτόκια 10%, λίγο πριν το ευρώ τα μειώσει στο ένα τρίτο), για να αγοράσουν παράγωγα που γεννούν πλουσιοπάροχες προμήθειες, σαν του ΤΕΑΔΥ. Πιστεύει κανείς ότι ο διαχειριστικός έλεγχος των επενδύσεων των ταμείων από το 1998, που αναγγέλθηκε ταυτόχρονα με την απαγόρευση, θα αναδείξει τέτοιες περιπτώσεις;

Για τα συμφέροντα των ασφαλισμένων

Στην Ελλάδα λειτουργούν 175 ταμεία (κύριας ασφάλισης, επικουρικής, ασθενείας, αλληλοβοήθειας, επαγγελματικά, ΝΠΔΔ τα περισσότερα, αλλά και μερικά ΝΠΙΔ), μεγάλα και μικρά, που διαχειρίζονται τις εισφορές εκατομμυρίων ασφαλισμένων. Πρόκειται για ένα μεγάλο μέρος της λαϊκής αποταμίευσης, που έχει μάλιστα υποχρεωτικό χαρακτήρα - αν η διαχείριση είναι κακή, ο ασφαλισμένος δεν έχει καμία δυνατότητα να πάρει την αποταμίευσή του και να την πάει αλλού. Οι διοικήσεις των ταμείων έχουν συνεπώς ακόμα μεγαλύτερη ευθύνη απέναντι στους ασφαλισμένους τους από όση έχουν π.χ. οι τράπεζες απέναντι στους καταθέτες τους ή οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες απέναντι στους πελάτες τους, χωρίς να διέπονται όμως από αντίστοιχους κανόνες εταιρικής διακυβέρνησης, ούτε να υπόκεινται σε αντίστοιχη εποπτεία και υποχρεώσεις διαφάνειας. Αντίθετα, εμπλέκονται σε αδιαφανείς πελατειακές σχέσεις με τους εκάστοτε κυβερνώντες που τις διορίζουν.

Δεν διαθέτουν άλλωστε τις γνώσεις για να διαχειριστούν αποδοτικά και με ασφάλεια τις αποταμιεύσεις αυτές στις πολύπλοκες σύγχρονες αγορές, με τον πολυκατακερματισμό των ταμείων μάλιστα συχνά δεν έχουν καν την ικανότητα να επιλέξουν ένα φερέγγυο σύμβουλο και μπορούν να γίνουν εύκολη λεία της πρώτης καπάτσας χρηματιστηριακής.

Για να διασφαλισθούν τα συμφέροντα των εργαζομένων που πληρώνουν εισφορές στα ταμεία, καθοριστικής σημασίας είναι η πρόταση που ανέπτυξε στη Βουλή ο βουλευτής του Συνασπισμού Γιάννης Δραγασάκης: να υπάρχουν κεντρικά υποδομές τεχνικής υποστήριξης, συμβουλών και πληροφόρησης στη διάθεση των ταμείων, αλλά και κεντρικά όργανα εποπτείας, αξιολόγησης και ελέγχου των αποφάσεών τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι