Το μερίδιο των μισθών στο εισόδημα πέφτει

Μειώθηκε κατά 10 μονάδες στην Ευρώπη

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 18/04/2007

Το μερίδιο των μισθών στο εισόδημα των προηγμένων χωρών πέφτει συνεχώς τα τελευταία 25 χρόνια. Τη διαπίστωση αυτή αναδεικνύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην τελευταία του έκθεση για την παγκόσμια οικονομία, όπου αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στην παγκοσμιοποίηση της εργασίας. Ιδιαίτερα έντονη εμφανίζεται εκεί η συρρίκνωση του μεριδίου της εργασίας στην Ευρώπη, φθάνοντας τις 10 μονάδες: από 76% της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας το 1980 σε 66% το 2005. Τόση ήταν η μείωση και στην Ιαπωνία, ενώ στις αγγλοσαξονικές χώρες, όπου περιλαμβάνονται οι ΗΠΑ, έμεινε στις 3 έως 4 μονάδες.

Στην ανάλυσή του το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι παρ’ όλα αυτά οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν στο διάστημα της τελευταίας εικοσιπενταετίας: στην Ευρώπη κατά 60% ως σύνολο, το οποίο περιέχει και την αύξηση της απασχόλησης, κατά 26% ανά εργαζόμενο (αυτό το 26% σημαίνει πάντως μια μέση αύξηση εισοδήματος μικρότερη από 1% τον χρόνο). Από την άλλη πλευρά επισημαίνει επίσης την πολύ μικρότερη αύξηση των μισθών στους κλάδους χαμηλής ειδίκευσης εργασίας, που στις μεν ΗΠΑ μεταφράζεται σε διεύρυνση του χάσματος των αμοιβών μεταξύ ειδικευμένων και ανειδίκευτων κατά 25%, στη δε Ευρώπη σε μεγάλη ανεργία των ανειδίκευτων.

Η μείωση του μεριδίου της εργασίας στις προηγμένες οικονομίες οφείλεται, κατά το ΔΝΤ, αφενός στην παγκοσμιοποίηση: του εμπορίου κατά πρώτο λόγο, με τις αυξανόμενες εισαγωγές από τις χώρες χαμηλού εργατικού κόστους, στη μετεγκατάσταση εκεί παραγωγικών δραστηριοτήτων, και επίσης στην εισροή μεταναστών που αμείβονται λιγότερο, αλλά σε μικρότερο βαθμό, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται ισχυροί φραγμοί στη μετανάστευση. Και συμβαδίζει με μια διαδικασία σύγκλισης των μισθών, μείωσης του χάσματος ανάμεσα στις ανεπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς ήδη καταγράφεται ταχύτερη άνοδος των μισθών στον βιομηχανικό τομέα των ασιατικών ιδίως χωρών. Αλλά αφετέρου, και ακόμα περισσότερο, σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, οφείλεται στις αλλαγές της τεχνολογίας, που συρρίκνωσαν το μερίδιο της εργασίας ιδίως στους κλάδους χαμηλής ειδίκευσης (τους λεγόμενους «παραδοσιακούς»).

Η παγκόσμια έκθεση του ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, ήρθε έτσι να επιβεβαιώσει ένα κεντρικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής οικονομίας, που απασχολεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο Ecofin (η πρόσφατη σχετική συζήτηση είχε παρουσιαστεί από αυτές τις στήλες στις 14 Μαρτίου). Μόνο που από την ανάλυση του ΔΝΤ απουσιάζει εντελώς η διάσταση της αναδιανομής που συντελείται εις βάρος των μισθών και υπέρ των κερδών: εφόσον η παραγόμενη προστιθέμενη αξία εκφράζει το άθροισμα των μισθών και των κερδών, όταν στην Ευρώπη το μερίδιο των μισθών μειώνεται κατά 10 μονάδες, κατά 10 μονάδες αυξάνεται αντίστοιχα το μερίδιο των κερδών. Αυτή τη διάσταση είχε κατά νου ο επίτροπος Χοακίν Αλμούνια όταν χαρακτήριζε «άδικη και μη διατηρήσιμη» τη σημερινή διανομή εισοδήματος μεταξύ μισθών και κερδών, και σ’ αυτήν επιμένουν αρκετοί υπουργοί Οικονομίας της Ένωσης, με πρώτον τον προεδρεύοντα Γερμανό Πέερ Στάινμπρικ. Ανησυχεί εξάλλου πολλούς από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης των αγορών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, που φοβούνται, μεταξύ άλλων, και τις πολιτικές επιπτώσεις από τη συνεχή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων εντός του ανεπτυγμένου κόσμου. Χαρακτηριστική ήταν μια σημαντική ομιλία του προέδρου της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας Μπεν Μπερνάνκε για τη διεύρυνση των ανισοτήτων στις ΗΠΑ στις αρχές του έτους.

Αλλά στις πολιτικές αυτές ανησυχίες οι πολιτικές απαντήσεις είναι ακόμα πολύ φτωχές: στη μείωση της φορολογίας (περιλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών) ή και στον αρνητικό φόρο (κρατική επιδότηση) για τους χαμηλόμισθους, στην ποιοτική βελτίωση της βασικής εκπαίδευσης για όλο το εργατικό δυναμικό και σε κίνητρα για τους εργαζομένους να αναβαθμίσουν τις δεξιότητές τους τις συνόψιζε, διαβάζοντας την έκθεση του ΔΝΤ, ο αρθρογράφος των «Financial Times» Μάρτιν Γουλφ, χωρίς να θίγει την πλευρά των κερδών. Εφόσον όμως η τάση συρρίκνωσης των μισθών, και ιδίως των χαμηλόμισθων, θα εξακολουθεί, μια τέτοια πολιτική θα συνεπάγεται αύξηση των δημοσίων δαπανών που δεν θα μπορεί να στηριχθεί, στη Γαλλία για παράδειγμα, του απάντησε ο καθηγητής στο ΜΙΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ (η ιδέα να αυξηθεί η φορολογία των κερδών παραμένει ακόμα ταμπού σ’ αυτή τη συζήτηση). Η διπλή αγορά εργασίας, με τμήμα των εργαζομένων να απασχολείται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έχει αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων, αλλά και τα κίνητρα για κατάρτιση στο τμήμα αυτό των χαμηλόμισθων, προσέθεσε ο γνωστός οικονομολόγος της εργασίας Τίτο Μποέρι, ο οποίος διατύπωσε και μιαν άλλη σκέψη που έρχεται από μακριά να συναντήσει τη δική μας, ελληνική αντιπαράθεση για τα αποθεματικά των Ταμείων: μέσω των Ταμείων Συντάξεων αυξάνεται η συμμετοχή των εργαζομένων στις αγορές κεφαλαίων, αμβλύνοντας την επίπτωση από τη συρρίκνωση του μεριδίου των μισθών στο εισόδημά τους. Το μερίδιο των μισθών στο εισόδημα πέφτει

Μειώθηκε κατά 10 μονάδες στην Ευρώπη

Ελίζα Παπαδάκη

Τα Νέα, 18/04/2007

--------------------------------------------------------------------------------

Το μερίδιο των μισθών στο εισόδημα των προηγμένων χωρών πέφτει συνεχώς τα τελευταία 25 χρόνια. Τη διαπίστωση αυτή αναδεικνύει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην τελευταία του έκθεση για την παγκόσμια οικονομία, όπου αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στην παγκοσμιοποίηση της εργασίας. Ιδιαίτερα έντονη εμφανίζεται εκεί η συρρίκνωση του μεριδίου της εργασίας στην Ευρώπη, φθάνοντας τις 10 μονάδες: από 76% της παραγόμενης προστιθέμενης αξίας το 1980 σε 66% το 2005. Τόση ήταν η μείωση και στην Ιαπωνία, ενώ στις αγγλοσαξονικές χώρες, όπου περιλαμβάνονται οι ΗΠΑ, έμεινε στις 3 έως 4 μονάδες.

Στην ανάλυσή του το ΔΝΤ υπογραμμίζει ότι παρ’ όλα αυτά οι πραγματικοί μισθοί αυξήθηκαν στο διάστημα της τελευταίας εικοσιπενταετίας: στην Ευρώπη κατά 60% ως σύνολο, το οποίο περιέχει και την αύξηση της απασχόλησης, κατά 26% ανά εργαζόμενο (αυτό το 26% σημαίνει πάντως μια μέση αύξηση εισοδήματος μικρότερη από 1% τον χρόνο). Από την άλλη πλευρά επισημαίνει επίσης την πολύ μικρότερη αύξηση των μισθών στους κλάδους χαμηλής ειδίκευσης εργασίας, που στις μεν ΗΠΑ μεταφράζεται σε διεύρυνση του χάσματος των αμοιβών μεταξύ ειδικευμένων και ανειδίκευτων κατά 25%, στη δε Ευρώπη σε μεγάλη ανεργία των ανειδίκευτων.

Η μείωση του μεριδίου της εργασίας στις προηγμένες οικονομίες οφείλεται, κατά το ΔΝΤ, αφενός στην παγκοσμιοποίηση: του εμπορίου κατά πρώτο λόγο, με τις αυξανόμενες εισαγωγές από τις χώρες χαμηλού εργατικού κόστους, στη μετεγκατάσταση εκεί παραγωγικών δραστηριοτήτων, και επίσης στην εισροή μεταναστών που αμείβονται λιγότερο, αλλά σε μικρότερο βαθμό, καθώς εξακολουθούν να υφίστανται ισχυροί φραγμοί στη μετανάστευση. Και συμβαδίζει με μια διαδικασία σύγκλισης των μισθών, μείωσης του χάσματος ανάμεσα στις ανεπτυγμένες και τις αναπτυσσόμενες οικονομίες, καθώς ήδη καταγράφεται ταχύτερη άνοδος των μισθών στον βιομηχανικό τομέα των ασιατικών ιδίως χωρών. Αλλά αφετέρου, και ακόμα περισσότερο, σύμφωνα με την ανάλυση αυτή, οφείλεται στις αλλαγές της τεχνολογίας, που συρρίκνωσαν το μερίδιο της εργασίας ιδίως στους κλάδους χαμηλής ειδίκευσης (τους λεγόμενους «παραδοσιακούς»).

Η παγκόσμια έκθεση του ΔΝΤ που δημοσιεύθηκε την περασμένη εβδομάδα, ήρθε έτσι να επιβεβαιώσει ένα κεντρικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής οικονομίας, που απασχολεί την Επιτροπή και το Συμβούλιο Ecofin (η πρόσφατη σχετική συζήτηση είχε παρουσιαστεί από αυτές τις στήλες στις 14 Μαρτίου). Μόνο που από την ανάλυση του ΔΝΤ απουσιάζει εντελώς η διάσταση της αναδιανομής που συντελείται εις βάρος των μισθών και υπέρ των κερδών: εφόσον η παραγόμενη προστιθέμενη αξία εκφράζει το άθροισμα των μισθών και των κερδών, όταν στην Ευρώπη το μερίδιο των μισθών μειώνεται κατά 10 μονάδες, κατά 10 μονάδες αυξάνεται αντίστοιχα το μερίδιο των κερδών. Αυτή τη διάσταση είχε κατά νου ο επίτροπος Χοακίν Αλμούνια όταν χαρακτήριζε «άδικη και μη διατηρήσιμη» τη σημερινή διανομή εισοδήματος μεταξύ μισθών και κερδών, και σ’ αυτήν επιμένουν αρκετοί υπουργοί Οικονομίας της Ένωσης, με πρώτον τον προεδρεύοντα Γερμανό Πέερ Στάινμπρικ. Ανησυχεί εξάλλου πολλούς από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης των αγορών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού, που φοβούνται, μεταξύ άλλων, και τις πολιτικές επιπτώσεις από τη συνεχή διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων εντός του ανεπτυγμένου κόσμου. Χαρακτηριστική ήταν μια σημαντική ομιλία του προέδρου της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας Μπεν Μπερνάνκε για τη διεύρυνση των ανισοτήτων στις ΗΠΑ στις αρχές του έτους.

Αλλά στις πολιτικές αυτές ανησυχίες οι πολιτικές απαντήσεις είναι ακόμα πολύ φτωχές: στη μείωση της φορολογίας (περιλαμβανομένων των κοινωνικών εισφορών) ή και στον αρνητικό φόρο (κρατική επιδότηση) για τους χαμηλόμισθους, στην ποιοτική βελτίωση της βασικής εκπαίδευσης για όλο το εργατικό δυναμικό και σε κίνητρα για τους εργαζομένους να αναβαθμίσουν τις δεξιότητές τους τις συνόψιζε, διαβάζοντας την έκθεση του ΔΝΤ, ο αρθρογράφος των «Financial Times» Μάρτιν Γουλφ, χωρίς να θίγει την πλευρά των κερδών. Εφόσον όμως η τάση συρρίκνωσης των μισθών, και ιδίως των χαμηλόμισθων, θα εξακολουθεί, μια τέτοια πολιτική θα συνεπάγεται αύξηση των δημοσίων δαπανών που δεν θα μπορεί να στηριχθεί, στη Γαλλία για παράδειγμα, του απάντησε ο καθηγητής στο ΜΙΤ Ολιβιέ Μπλανσάρ (η ιδέα να αυξηθεί η φορολογία των κερδών παραμένει ακόμα ταμπού σ’ αυτή τη συζήτηση). Η διπλή αγορά εργασίας, με τμήμα των εργαζομένων να απασχολείται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, έχει αποδυναμώσει τη διαπραγματευτική δύναμη των συνδικάτων, αλλά και τα κίνητρα για κατάρτιση στο τμήμα αυτό των χαμηλόμισθων, προσέθεσε ο γνωστός οικονομολόγος της εργασίας Τίτο Μποέρι, ο οποίος διατύπωσε και μιαν άλλη σκέψη που έρχεται από μακριά να συναντήσει τη δική μας, ελληνική αντιπαράθεση για τα αποθεματικά των Ταμείων: μέσω των Ταμείων Συντάξεων αυξάνεται η συμμετοχή των εργαζομένων στις αγορές κεφαλαίων, αμβλύνοντας την επίπτωση από τη συρρίκνωση του μεριδίου των μισθών στο εισόδημά τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι