Αντιδικτατορική δράση στην Ευρώπη

Στέφανος Πεσμαζόγλου, Αυγή της Κυριακής, 22/04/2007

Την Κυριακή αυτή, αλλά και τις αμέσως επόμενες, οι "Αναγνώσεις" επιχειρούν να διατρέξουν, με τη νηφαλιότητα της απόστασης των 40 χρόνων, μερικούς από τους πιο διακριτούς σταθμούς της ελληνικής αντιδικτατορικής δράσης στην Ευρώπη, να αναδείξουν, μέσα από την αχλύ του μεταπολιτευτικού μύθου που αντανακλάται ακόμη στις μέρες μας, θραύσματα από τη συγκυρία της εποχής εκείνης. Με τον σεβασμό και την ψυχραιμία που αρμόζει στη μνήμη που ανακινεί πρόσφατα συλλογικά τραύματα, σκοπεύουμε να προσεγγίσουμε, κατ’ ανάγκην ακροθιγώς, την ιδιαίτερη συνθήκη μέσα στην οποία κατά περίπτωση λειτούργησαν τα αντιδικτατορικά κινήματα στις ευρωπαϊκές χώρες και εμμέσως να ψηλαφίσουμε τους δεσμούς επικοινωνίας τους με τις εξεγέρσεις που πυροδότησε ο γαλλικός Μάης του 68.

Από την Αγγλία ο Στέφανος Πεσμαζόγλου, τότε πρόεδρος του πανεπιστημιακού συλλόγου του Cambridge, Hellenic Society, και μέλος της Αντιδικτατορικής Επιτροπής Λονδίνου, νυν καθηγητής στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, καταθέτει τη δική του μαρτυρία για την εκεί αντιδικτατορική δράση, τη δική του άποψη για τη συνολική θεώρηση της πρόσφατης νεοελληνικής ιστορίας, τη δική του εμπειρία από την ελάχιστα γνωστή αντιδικτατορική εξέγερση του Cambridge, καθώς και τη χρήση της από την αγγλική συντηρητική αντιπολίτευση.

Τις Κυριακές που ακολουθούν πρόκειται να παρουσιάσουμε, κατά σειρά, τα αντιδικτατορικά κινήματα στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Σουηδία.

Μ.Π.

Από την αναδρομική δικαίωση στην κατανόηση

Στέφανος Πεσμαζόγλου

Συνέντευξη στη Μάρθα Πύλια

* Πώς θα περιγράφατε τη λαϊκή συμμετοχή στην αντιδικτατορική δράση, κατά την περίοδο της επταετίας;

Εάν δεξιά και αριστερά έχει ριζώσει η μυθολογία για την αντιστασιακή φύση της ιστορίας του νέου ελληνισμού στην μεγάλη διάρκεια, αναμφίβολα το ίδιο έχει επικρατήσει και για την πρόσφατη περίοδο της δικτατορίας. Το πρόβλημα με τη στάση αυτή δεν είναι οι υπαρκτές αντιστασιακές (ενίοτε και ηρωικές) στιγμές, αλλά το γεγονός ότι δεν συμπεριλαμβάνονται στην θεώρηση αυτή οι μακρόσυρτες περίοδοι αδράνειας, παθητικότητας, ακόμη και συμβιβασμού. Δηλαδή, το μεγάλο πρόβλημα έγκειται στην καθολικότητα με την οποία το παρελθόν τείνει να αγκαλιάζεται σαν ένας χορός από βουνοκορφές ανάτασης και έξαρσης, χωρίς τους βάλτους των πεδιάδων και τα λιμνάζοντα αγκυροβόλια.

Μετά το 74, και με αφορμή το Πολυτεχνείο, έχουμε γίνει μάρτυρες, όπως διαδόθηκε κυρίως από τα ΜΜΕ και το σχολείο, αλλά και από τις προσωπικές ή οικογενειακές μυθολογίες, μιας εικόνας παλλαϊκής αντίστασης, που καθησυχάζει ενδεχομένως τις συλλογικές συνενοχές για το αντίθετο ακριβώς, δηλαδή για την απουσία μαζικής λαϊκής συμμετοχής στην αντιδικτατορική δράση. Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι αυτή η απουσία ισοδυναμούσε με συλλογική ενεργή αποδοχή, αλλά με μια κάποια |διευρυμένη ανοχή|. Ισχυρίζομαι ακόμη πως οι βραχείες στιγμές ή φάσεις αντίστασης, αντί να μελετηθούν στο συγκεκριμένο κάθε φορά πλαίσιο απραξίας, εξιδανικεύτηκαν και αναδείχθηκαν σε γενικευμένα χαρακτηριστικά της περιόδου. Η ορολογία που παρατάσσει ομογενοποιητικά τα φαρμακερά υπερθετικά |παντού, πάντα, όλοι|, υπονομεύει στην περίπτωσή μας την ακριβή εκτίμηση της δράσης των αντιστασιακών θυλάκων και των αντιστασιακών στιγμών.

Ως εκ τούτου, εκείνο το οποίο ακόμη εκκρεμεί είναι μια συνθετική προσέγγιση του τρόπου αντιμετώπισης της δικτατορίας από τα διάφορα στρώματα του ελληνικού λαού. Και εδώ θα ήταν αδιανόητο να μην λάβουμε υπόψη μας παράγοντες αποφασιστικούς στην πολιτική της στρατιωτικής χούντας. Θα απομονώσω δύο οικονομικούς: Τους συνεχιζόμενους υψηλότατους αυξητικούς ρυθμούς της οικονομίας, με ατμομηχανή την οικοδομή και τον τουρισμό, που εξασφάλισαν την απασχόληση όσων δεν απορροφήθηκαν από την μεγάλη εκτός Ελλάδας μετανάστευση. Όσο και αν οι υψηλοί αυξητικοί ρυθμοί δεν ήταν αποκλειστικό "επίτευγμα" της στρατιωτικής διακυβέρνησης, μια που είχε ως εκκίνηση τη δεκαετία που προηγήθηκε (περίπου από το 1957) και διεκόπη με τη διεθνή ενεργειακή κρίση το 1973, δεν ήταν μικρότερη η επιτυχία αυτή από την αντίστοιχη άλλων κυβερνήσεων και εντάσσονταν σαφώς σε μια γενικότερη τάση στην μεσογειακή ζώνη, ανεξαρτήτως καθεστώτος (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία και Τουρκία). Ο δεύτερος παράγων, η διαγραφή των αγροτικών χρεών εξασφάλισε την συναίνεση της αγροτικής τάξης. Είναι η πολιτική που θα χαρακτηρίζαμε αναδρομικά "λαϊκιστική".

Αν λάβουμε τους ως άνω παράγοντες υπόψη, μπορούμε ήδη να κατανοήσουμε καλύτερα την απουσία γενικευμένης αντίδρασης κατά της δικτατορίας. Ένα από τα ερευνητικά ζητούμενα παραμένει να περιγράψουμε, να κατανοήσουμε, ενδεχομένως να ερμηνεύσουμε, τις κατά κοινωνική ομάδα ή τάξη και κατά ευρύτερη περιοχή επί μέρους συλλογικές νοοτροπίες. Χρειάζεται περαιτέρω απροκατάληπτη και ισοσταθμισμένη επεξεργασία.

* Είναι αυτονόητο ότι υπάρχει συνεχής θεώρηση και αναθεώρηση της ιστορίας. Ποιους κανόνες πρέπει να έχουμε υπόψη μας, ώστε να μην υποκύψουμε στη σχετικοποίηση των πάντων;

Η αναθεώρηση, όπως το ξέρουμε, συνδέεται με καινούργιες πηγές, νέα στοιχεία που γίνονται διαθέσιμα, όπως επίσης και με τους εκάστοτε προβληματισμούς που επικρατούν στη συζήτηση για τη συγγραφή της Ιστορίας. Σήμερα, 40 χρόνια μετά την δικτατορία, μας απασχολούν προβλήματα σαφώς διαφορετικά από εκείνα που αντιμετωπίζαμε πριν από τη μεγάλη ανατροπή του 1989 και φυσικά ακόμη πιο διαφορετικά από τα προβλήματα που μας απασχολούσαν στη μεταπολίτευση. Δεν είναι, όμως, αποδεκτή η κάθε αναθεώρηση. Είναι άλλο να λέει κανείς πως ήταν ή δεν ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος ο Αμερικανικός παράγων (με συνεχείς αναθεωρήσεις ως προς την έμφαση) και άλλο να αποφαίνεται, όπως ακούστηκε σε συνέδριο επιστημονικό, πως δεν έπαιξε κανένα ρόλο (αυθαίρετος αναθεωρητισμός). Ακόμη, δεν μπορούμε να αποδεχθούμε διατυπώσεις που, στοχεύοντας στην από-ενοχοποίηση του προσωπικού παρελθόντος, μας λένε, 30 - 40 χρόνια αργότερα, πως ζούσαν στον κόσμο τους τον ερμητικά κλεισμένο, χωρίς να αντιληφθούν τίποτε για εξορίες και βασανιστήρια: υπενθυμίζω όσα εξεστόμισε Αρχιεπίσκοπος ή, τηλεοπτικά, πιο πρόσφατα, γυναίκα πρωτεργάτη της δικτατορίας. Εδώ πρόκειται για προσπάθεια απαλλαγής από το άγος του παρελθόντος. Αλλά τι να πει κανείς για νυν πανεπιστημιακό καθηγητή κοινωνικής ανθρωπολογίας στο Harvard, τον Michael Herzfeld, τα χρόνια εκείνα εκτός Ελλάδος (στην Αγγλία), όπου τα "πολιτιστικά συγκείμενα" βοούσαν και η "περιρρέουσα ατμόσφαιρα" κόχλαζε από τις φοιτητικές εξεγέρσεις του 1968, και ο οποίος μια τριακονταετία αργότερα, εν έτει 1998, μας διαβεβαιώνει, σε πανεπιστημιακή έκδοση, πως "|δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο κακό πράγμα ήταν η δικτατορία,| αν και, όπως μας λέει, είχε φίλους Έλληνες που τον προϊδέαζαν. Φυσικά δεν ήταν οι μόνοι που, σαν τα τρία σοφά μαϊμουδάκια |δεν βλέπαν, δεν άκουγαν, δεν έλεγαν τίποτε το κακό|. Το ενδιαφέρον είναι πως η πολεμική από των χώρο των κοινωνικών επιστημόνων για την περίπτωση του Αρχιεπισκόπου εκδηλώθηκε |στεντορεία τη φωνή| (και ορθώς), όχι όμως, μέχρι σήμερα, για τον τρίτο, τον καθηγητή. Εδώ, φυσικά το πρόβλημα έγκειται στο όνομα της κατανόησης της τότε συμπεριφοράς ορισμένων, που σήμερα παίζουν κάποιο ακαδημαϊκό ρόλο: όλα εν σιωπή να συγχωρούνται. Στο ερώτημα σας λοιπόν, ο κίνδυνος βρίσκεται όχι στην ανάγκη συνεχούς αναθεώρησης της ιστορίας, αλλά στην απόλυτη σχετικοποίηση και τον ισοπεδωτικό αναθεωρητισμό.

* Με τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την επιβολή της χούντας, έχει ήδη δρομολογηθεί μια σειρά επετειακών εκδηλώσεων. Πώς εκτιμάτε τη συνεισφορά τους;

Χωρίς να μπορώ να προδικάσω τις επικείμενες, αλλά έχοντας παρακολουθήσει παρελθούσες ημερίδες, συνέδρια και εκδόσεις για τη στρατιωτική δικτατορία και για το φοιτητικό κίνημα, εκείνο το οποίο με εκπλήσσει, 40 χρόνια μετά, είναι πως οι περισσότερες προσεγγίσεις κινούνται, λίγο ή πολύ μονο-πρισματικά, γύρω από την προσωπική, πολύ ιδιαίτερη διαδρομή και συμμετοχή του καθενός. Γεγονός αναμενόμενο, όταν πρόκειται για μαρτυρίες. Καταλήγει όμως να είναι προβληματικό, όταν το προσωπικό ανάγεται σε τρόπο θέασης και επιβάλλεται προκρούστεια επί των συμβάντων. Στα ζητούμενα παραμένει η θεώρηση εκείνη που θα μπορέσει να παρουσιάσει πολυπρισματικά την ιστορία της περιόδου, όχι χάριν της πολυπρισματικότητας καθεαυτής, αλλά χάριν εκείνης της επεξεργασίας που θα πλησιάσει μια κάποια αλήθεια στη σχετικότητα της, μια που η απόλυτα αντικειμενική αλήθεια δεν νοείται, όχι μόνο στις κοινωνικές αλλά ούτε καν στις φυσικές επιστήμες.

Εκείνο λοιπόν το οποίο μου έχει κάνει εντύπωση, στις ποικίλες σχετικές εκδηλώσεις και εκδόσεις, είναι κατά κανόνα οι παράλληλοι μονόλογοι για την περίοδο της δικτατορίας, όπου προβάλλεται ως κυρίαρχος ο ρόλος που έπαιξε είτε προσωπικά ο καθένας, είτε ο συλλογικός φορέας στον οποίο συμμετείχε, χωρίς να εντάσσονται και χωρίς να ιεραρχούνται όλα τα επί μέρους θραύσματα αντίστασης, μέσα στο ευρύτερο δίκτυο κινήσεων, με τους κοινωνικούς όρους της συλλογικότητας. Έχει επικρατήσει να αναδεικνύει κανείς τις δικές του επιλογές, ως μέτρο για την αξιολόγηση της "προσφοράς". Θα έλεγα πως, 40 χρόνια μετά, η έμφαση που δίνεται στην πρωτοκαθεδρία του κύκλου στον οποίο συμμετείχε ο κάθε ένας συνδέεται |με μια απολογητική που στοχεύει στην δικαίωση| του παρελθόντος~ και κάτι ακόμη: υπάρχει και η απολογητική πολιτικών επιλογών του παρόντος, που οδηγεί στην καταφανή παραποίηση του αριστερού παρελθόντος ("|δεν αγωνιζόμαστε για την επανάσταση τότε αλλά για την ανατροπή της δικτατορίας και μόνο|"). Κατά την γνώμη μου, σήμερα καμιά δικαίωση δεν ενδιαφέρει, ούτε για την περίοδο της δικτατορίας, ούτε για τα πριν, ούτε για τα μετά~ εάν κάτι ενδιαφέρει είναι η καλύτερη κατανόηση και ει δυνατόν η πιο πειστική ερμηνεία των φαινομένων. Η έντονη προσωπική εμπλοκή, με τον συναισθηματισμό που επιφέρει, εκπαραθυρώνει, κατά κανόνα, ένα πλαίσιο ορισμένων ορθολογικών ερμηνευτικών εκδοχών (όχι της μίας και μοναδικής ορθολογικής συνταγής).

* Το διάστημα της χουντικής επταετίας βρεθήκατε ως "δρων" φοιτητής στην Αγγλία. Πως θα περιγράφατε την εκεί αντιδικτατορική συνθήκη;

Η εκτός Ελλάδος αντιδικτατορική συνθήκη ήταν εξ αντανακλάσεως και μόνο. Δεν υπήρχαν οι στρατοκρατικοί περιορισμοί και επομένως ήταν δράση δευτερογενής και "εκ του ασφαλούς", αν και οι φόβοι φωλιάζανε στους εφιάλτες μας. Από την πρώτη στιγμή δραστηριοποιήθηκαν άτομα, ομάδες, κόμματα, σε όλη την Ευρώπη. Ένα, ας το πούμε μεθοδολογικό, ερώτημα με πολιτικές προεκτάσεις, είναι εάν και σε ποιο βαθμό οι κινήσεις αυτές συνδέονταν μόνο με διαύλους μεταβίβασης απόψεων και υλικών στην Ελλάδα, και ως εκ τούτου εντάσσονται αποκλειστικά στη σύγχρονη ελληνική ιστορία, και σε ποιο βαθμό συνδέονταν με τις ιστορίες των χωρών υποδοχής φοιτητών, μεταναστών και πολιτικών προσφύγων όπου εκδηλώθηκαν. Η δραστηριοποίηση αυτή εκδηλώθηκε σε εποχή γενικευμένης αμφισβήτησης στα πανεπιστήμια, έκρηξης ιδεών και πολιτικο-πολιτισμικών πρωτοβουλιών. Συνεπώς, έχουμε αντιδικτατορικές κινήσεις, οι οποίες είναι οργανικά συνδεδεμένες με το φοιτητικό και με το γενικότερο κίνημα ξεσηκωμού, που εκδηλώθηκε εκρηκτικά με τον Μάη του 68 (Βιετνάμ, Παλαιστινιακό, Λατινοαμερικανικές δικτατορίες). Εν ολίγοις, το ζήτημα είναι αν μιλάει κανείς για την ιστορία του ελληνικού φοιτητικού κινήματος εναντίον της χούντας στο εξωτερικό ή αν μιλάει για την ιστορία του φοιτητικού κινήματος στην κάθε ευρωπαϊκή χώρα και τον τρόπο που συνυφάνθηκε κατά τόπους η ελληνική υπόθεση.

Η αίσθηση που έχω με βάση τη δικιά μου παρουσία σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της δικτατορίας (από το 68 μέχρι το 74-75), ήταν πως το Λονδίνο (μαζί με το Παρίσι και την Ρώμη) ήταν αυτονόητα ένα από τα επίκεντρα των ζυμώσεων και συνάμα ένα από τα κέντρα των αντιδικτατορικών οργανώσεων της Αριστεράς, αλλά κυρίως όσων προέρχονταν από το χώρο της κεντροδεξιάς ή και της δεξιάς, της βασιλικής δεξιάς -γιατί, ας μην το ξεχνάμε, και αυτή αντιτάχθηκε στη χούντα από ένα σημείο και μετά. Εκεί βρίσκονταν πρόσωπα και παράγοντες με ισχυρή πολιτική επιρροή, όπως η Ελένη Βλάχου και ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος (στο Παρίσι ο Καραμανλής). Όπως σε όλη την Ευρώπη, υπήρχε και στο Λονδίνο πανσπερμία αριστερών οργανώσεων όλων των τάσεων.

Η οργάνωση που λειτούργησε ως συνδετικός κρίκος των περισσοτέρων κινήσεων με κοινοβουλευτικές αναφορές, και που έπαιξε κεντρικό συντονιστικό ρόλο στην Αγγλία ήταν η Αντιδικτατορική Επιτροπή Λονδίνου. Με κανένα τρόπο δεν θα ήθελα να υποβαθμίσω τον ρόλο οργανώσεων που προϋπήρχαν, με ιστορία δεκαετιών, όπως η Λίγκα για την Δημοκρατία (League for Democracy), με ακάματη την παρουσία των Μάριον Σαράφη και Dyana Pym, όπως και την πολιτική και συνδικαλιστική οργάνωση του ΚΚΕ, ιδιαίτερα στον χώρο των ναυτεργατών, με πρωτεργάτες το ζεύγος Αμπατιέλου. Στην Αντιδικτατορική Επιτροπή συμμετείχαν εκπρόσωποι της συντηρητικής παράταξης, της κεντροδεξιάς, του Παπανδρεϊκού ΠΑΚ, και κυρίως της Αριστεράς (ΠΑΜ, με τον τελευταίο κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της ΕΔΑ Μάρκο Δραγούμη). Πρόεδρος ήταν ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου, Γιάννης Σπράος. Η επιτροπή εξέφραζε ένα κοινό μέτωπο, πέρα από ιδεολογικές διαφορές, κατά της δικτατορίας. Όπως και σε όλη την Ευρώπη, διεξάγονταν και στο Λονδίνο μιας διαρκής ενδο-αριστερή διαμάχη, ως προς τα αίτια της επιβολής της δικτατορίας και κυρίως ως προς τα μέσα πάλης (μαζική ή ένοπλη) και τη στρατηγική της κατάρρευσης: παν-εθνικό μέτωπο όλων εναντίον της δικτατορίας ή στενότερο αντι-ιμπεριαλιστικό;

Νομίζω πως μια μελέτη της Greek Committee θα αναδείκνυε τον ρόλο της ως ομάδα πίεσης (lobby), που είχε στόχο την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης, συντάσσοντας ή υποβάλλοντας ιδέες για άρθρα, συντονίζοντας γράμματα διαμαρτυρίας στον ημερήσιο τύπο -κατά τη βρετανική παράδοση- οργανώνοντας αντιδικτατορικές εκδηλώσεις, πικετοφορίες και συναυλίες κλπ.

* Υπήρξαν δημόσιες εκδηλώσεις κατά της χούντας στην Αγγλία;

Όπως είναι αναμενόμενο, οργανώνονταν συχνά διαδηλώσεις και πικετοφορίες. Με κάθε είδηση που έφτανε, είτε για βασανιστήρια είτε για εξορίες, υπήρχε αμέσως αντίδραση έξω από την ελληνική πρεσβεία του Λονδίνου. Παράλληλα, κάποιοι από εμάς συνδέσαμε την υπόθεση της αντιδικτατορικής δράσης με το γενικότερο φοιτητικό κίνημα, με τις αντανακλάσεις θα λέγαμε σήμερα του κινήματος του Μάη του 68, που στην Αγγλία έφθασε λίγους μήνες μετά. Στο πανεπιστήμιο του Cambridge, όπου και σπούδαζα, η ελληνική υπόθεση εντάχθηκε σαφέστατα στο ευρύτερο κίνημα της εποχής. Η αντιδικτατορική φοιτητική δράση στο Cambridge αποκρυσταλλώθηκε στην Socialist Society (SocSoc) μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας της |Οne/ Shilling Paper| που συγκέντρωνε όλες τις τάσεις της αριστεράς -από την αριστερά του Φιλελεύθερου και του Εργατικού κόμματος ως τις τροτσκιστικές, μαοϊκές, αναρχικές της συνιστώσες, όπως και τα εν τη γενέσει τους φεμινιστικό και ομοφυλoφιλικό κίνημα. Ήταν ένα πολύ ζωντανό επαναστατικό περιοδικό, που ο τίτλος του προέρχεται από προσαρμογή του θεατρικού του Μπρεχτ |Η όπερα της Πεντάρας|.

Με όργανο κινητοποίησης το περιοδικό αυτό συντονίστηκε, μεταξύ άλλων, μια ηχηρή αντίδραση στην προπαγανδιστική εβδομάδα που οργάνωσε η χούντα στο Cambridge (στην οποία αρχικά συμμετείχε και το πιο κατεστημένο φιλελεύθερο περιοδικό του πανεπιστημίου, το |Varsity|). Ο σχεδιασμός της παραπάνω εκδήλωσης από τον ΕΟΤ οφείλεται, εν μέρει, στο ότι ο πανεπιστημιακός μας σύλλογος, Hellenic Society, είχε οργανώσει σειρά διαλέξεων και συζητήσεων για τη δικτατορία, αλλά και για την κλασική αρχαιότητα και το Βυζάντιο, μέσα από ένα πρίσμα όχι μόνο κλασικά φιλολογικό αλλά πολιτικό-ιδεολογικοποιημένο. Είχαν μιλήσει μεταξύ άλλων οι Moses Finley για τη αρχαία Αθήνα, ο George Thomson για τον Αισχύλο και την Αθήνα, ο Steven Runciman για την Ιδεολογία στο Βυζάντιο, και ο Μίνως Βολονάκης για το θέατρο~ οργανώθηκαν και πολιτικές ομιλίες.

Η πρεσβεία αποφάσισε, λοιπόν, να οργανώσει μια ελληνική εβδομάδα στο Cambridge, η οποία περιελάμβανε εκθέσεις τουριστικής φύσεως, με κορύφωση δύο μεγάλες συνεστιάσεις στα πλέον αριστοκρατικά ξενοδοχεία του Cambridge, με καλεσμένους βρετανούς ευγενείς. Στη διαδήλωση συμμετείχαν κυρίως Άγγλοι φοιτητές και άλλοι από διάφορες περιοχές του κόσμου, που εκείνη την εποχή είχαν στις πατρίδες τους τις δικές τους δικτατορίες (Νοτιοαφρικάνοι, Πορτογάλοι, Λατινο-αμερικάνοι). Φεβρουάριο του 70 γίνεται η μεγαλύτερη διαδήλωση στην ιστορία του πανεπιστημίου, από την εποχή του Ισπανικού Εμφυλίου. Συμμετείχαν λιγότερα από 1.000 άτομα. Ορισμένοι εισέβαλαν στα ξενοδοχεία, σπάζοντας τζάμια και πιατο-πότηρα, τραβώντας τραπεζομάντιλα ή τρυπώντας με καρφιά τα λάστιχα των Bentley και Rolls Royce που είχαν παρκάρει, και προκαλώντας αμυχές σε δυο τρεις συνδαιτυμόνες. Επενέβη λοιπόν η αστυνομία της ευρύτερης περιφέρειας -γεγονός χωρίς προηγούμενο στο γαλήνιο περιβάλλον του πανεπιστημίου. Ακολούθησαν συλλήψεις, ανακρίσεις και δίκες. Δώδεκα φοιτητές καταδικάστηκαν και εξέτισαν ποινή από εννέα ως δεκαέξι μήνες. Για δύο αλλοδαπούς φοιτητές (έναν Πορτογάλο και έναν Βραζιλιάνο) διετάχθη απέλαση, η οποία τελικά ματαιώθηκε μετά από μια μαζική συγκέντρωση 50.000 υπογραφών. Όπως μάθαμε αργότερα, με παρέμβαση του τότε υπουργού Εσωτερικών της Αγγλίας, απετράπη η δίωξη Ελλήνων φοιτητών για ηθική αυτουργία, ώστε να μην πάρει η δίκη πολιτικό χαρακτήρα αλλά να εστιαστεί στα ποινικά αδικήματα. Η πλέον δραματική εξέλιξη υπήρξε η αυτοκτονία ενός, εκ των φυλακισμένων, Άγγλου φοιτητή, που πυροδότησε κατόπιν την αυτοχειρία των γονιών του. Η υπόθεση έγινε γνωστή ως The Cambridge Garden House Greek Affair.

Και ενώ εμείς ξεκινήσαμε με μια ιδέα δυναμικής αντίδρασης στην προπαγανδιστική εκστρατεία της πρεσβείας, το γεγονός χρησιμοποιήθηκε στο έπακρο από το Συντηρητικό κόμμα, επιρρίπτοντας ευθύνες στην τότε Κυβέρνηση των Εργατικών για την "κατάντια" των Πανεπιστημίων. Αντί της επαναστατικής |ανατροπής| συμβάλλαμε άθελα μας έστω και λίγο στην υποτροπή: Ανατροπή των Εργατικών και εκλογική νίκη των Tories. Όσο απίστευτο και αν μου φάνηκε όταν το διάβασα, για τα μέτρα και τους μεσαιωνικούς ρυθμούς του Cambridge ο ξεσηκωμός αυτός -σύμφωνα με την πιο επίσημη τετράτομη Ιστορία του που εκδόθηκε το 1993 αλλά και την επισκόπηση της στην επιθεώρηση |Times Literary Supplement|- αξιολογείται ως "|η πιο σκοτεινή στιγμή στην μακραίωνη ιστορία του Πανεπιστημίου (the bleakest moment|)".

Μέσα στον επαναστατικό οίστρο πιστεύαμε, φυσικά, στη βεβαιότητα της σοσιαλιστικής ανατροπής. Αναδρομικά, η περίοδος της δικτατορίας άφησε τα ίχνη της στον μετέπειτα ριζοσπαστικό λαϊκισμό, στον άκριτο αντι-αμερικανισμό που εμποδίζει την άσκηση ουσιαστικής κριτικής στα τεκταινόμενα πλανητικά, όπως επίσης και στην Ελληνορθόδοξη ιδεολογία, που τότε ήταν επίσημο μεν δόγμα αλλά από-νομιμοποιημένο, ενώ σήμερα μοιάζει να νομιμοποιείται από τα κάτω μαζικά~ και, φυσικά, η στρατιωτική επταετία άφησε την δική της αντιστασιακή μυθολογία, που δεν ανταποκρίνεται σε καμιά ρεαλιστική προσέγγιση των πραγματικών στιγμών αντίστασης. Πέρα από την αυτονόητη απόρριψη της δικτατορίας, ήταν, για αρκετούς από μας και σε μεγάλο βαθμό, μια ψυχολογική, ψυχο-κοινωνική ή ψυχο-πολιτική διεργασία απόρριψης όλων των αυταρχικών δομών (οικογένεια, σχολείο, κοινωνική τάξη), απόρριψης του ιμπεριαλισμού και του καπιταλισμού, που χρειάστηκε να αναζητήσουμε στην Μαρξιστική Ιδεολογία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι