Η Γαλλία και εμείς

Εθνοκεντρικά δεν λύνονται τα προβλήματα

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 25/04/2007

Η εξαιρετικά μεγάλη συμμετοχή των Γάλλων στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών την περασμένη Κυριακή και η πριμοδότηση με υψηλά ποσοστά των δύο υποψηφίων με το πιο διακριτό προφίλ, του δεξιού Νικολά Σαρκοζί και της Σεγκολέν Ρουαγιάλ των σοσιαλιστών, οι οποίοι θα αντιπαρατεθούν στις 6 Μαΐου στον αποφασιστικό δεύτερο γύρο, χαιρετίστηκαν ως ιδιαίτερα θετική εξέλιξη: για «διπλή νίκη της δημοκρατίας, επί του εαυτού της και επί των άκρων της» έγραψε χαρακτηριστικά ο διευθυντής της «Le Monde», Ζαν-Μαρί Κολομπανί. Η ανακούφιση μετά το φιάσκο του 2002, όταν στον δεύτερο γύρο είχε περάσει μαζί με τον Σιράκ ο ακροδεξιός Λεπέν, είναι κατανοητή. Σοβαροί λόγοι ανησυχίας ωστόσο παραμένουν. Για να προσεταιριστεί ένα ικανό μέρος της παγιωμένης από πολλά χρόνια εκλογικής βάσης του Εθνικού Μετώπου του Λεπέν, να προηγείται τώρα κατά έξι μονάδες της Ρουαγιάλ και να έχει αυξημένες πιθανότητες να επικρατήσει τελικά, ο Σαρκοζί προσάρμοσε τον πολιτικό του λόγο στο πιο ξενόφοβο, ευρωφοβικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Και αυτή είναι κακή υποθήκη. Αλλά πολιτικές που να απαντούν στην επίμονη ανεργία και στην ένταση των ανισοτήτων, που εντείνουν την οικονομική και κοινωνική ανασφάλεια και την αίσθηση της αδικίας σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού, δεν προτάθηκαν με τη μορφή ολοκληρωμένου σχεδίου πειστικά σ’ αυτές τις εκλογές. Δίπλα στο ιδεολογικό στίγμα, στις 6 Μαΐου, θα δοκιμαστεί έτσι προπάντων η πειστικότητα της προσωπικότητας των δύο υποψηφίων.

Αυτά τα κοινωνικά προβλήματα δεν αφορούν όμως ειδικά τη Γαλλία. Με διαφορετική ένταση απαντώνται στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες - οπωσδήποτε και στη δική μας - όπου παίρνουν κάθε φορά διαφορετική πολιτική έκφραση, χωρίς πάντως οι ξενόφοβες και αντιευρωπαϊκές αντιδράσεις να αποτελούν γαλλικό μονοπώλιο. Αναγκαία είναι, επομένως, η συζήτηση και η αντιμετώπισή τους και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά στον βαθμό που επιχειρείται, διεξάγεται με φτωχή δημοσιότητα και με γενικευμένη την εντύπωση ότι πρόκειται για υπόθεση τεχνοκρατών, καθώς η κοινή γνώμη και η πολιτική αντιπαράθεση στα διάφορα κράτη δεν υπερβαίνουν κατά κανόνα τα εθνικά όρια. Την περασμένη εβδομάδα, για παράδειγμα, έγινε στο Βερολίνο μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στο Συμβούλιο Ecofin για τη διαμόρφωση των δημόσιων οικονομικών, με τρόπο ώστε να αντιμετωπιστούν οι προκλήσεις που θέτει η παγκοσμιοποίηση και η δημογραφική αλλαγή. Οι υπουργοί Οικονομικών των «27» εξέτασαν ιδίως πώς θα οικοδομήσουν «κοινωνικές γέφυρες» για να βελτιώσουν την απασχόληση και να ενισχύσουν την κοινωνική συνοχή. Και ως κλειδί στην προσπάθεια αυτή εντόπισαν τη διά βίου επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο.

Ενημερώνοντας τους Έλληνες δημοσιογράφους για τη συζήτηση αυτή, ο Γιώργος Αλογοσκούφης εξέθεσε ιδίως τη διαφορετική δική του άποψη, «ότι οι γέφυρες κάπου πρέπει να οδηγούν και ότι δεν πρέπει να παραμελήσουμε άλλου τύπου επενδύσεις, όπως επενδύσεις στις υποδομές, στην απελευθέρωση των αγορών, στη βελτίωση του κοινωνικού κράτους». Επικαλέσθηκε μάλιστα την περίπτωση της Ιρλανδίας, που έδωσε μεγάλη έμφαση στην επένδυση στην παιδεία, αλλά διατηρεί μεγάλη κοινωνική αβεβαιότητα και αβεβαιότητα των εργαζομένων, όπως είπε, για να την αντιδιαστείλει με τη Φινλανδία, που επίσης επένδυσε πολύ στην παιδεία, αλλά έχει πιο εξελιγμένο κοινωνικό κράτος, που βοηθάει στον περιορισμό της αβεβαιότητας. Αλλά τι σχέση έχει το κοινωνικό κράτος της Φινλανδίας με την κυβερνητική κοινωνική πολιτική που εξαντλείται σε κάποια αύξηση των χαμηλών συντάξεων και στις επιστροφές του ΛΑΦΚΑ στους συνταξιούχους; Και μακάρι η αβεβαιότητά μας να ήταν όση των Ιρλανδών.

Πολύ περίεργο επιχείρημα για να δικαιολογήσει γιατί ο υπουργός της Ελλάδας, της χώρας με τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες στην παιδεία ως ποσοστό του ΑΕΠ μεταξύ των 27, με το εκπαιδευτικό της σύστημα σε πλήρη κρίση και με το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό ανεργίας στους νέους, δεν συντάχθηκε με το συμπέρασμα των ομολόγων του, ότι η διά βίου επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο πρέπει να αποτελέσει τη μείζονα προτεραιότητα των δημόσιων οικονομικών. Έχοντας ευσχήμως αποστασιοποιηθεί από αυτή τη θέση του Ecofin, ο κ. Αλογοσκούφης παρέλειψε άλλωστε να αναφερθεί στο υπόλοιπο σκεπτικό για την κατανομή βαρών και ευθυνών μεταξύ εργαζομένων, επιχειρήσεων και πολιτικών.

Αν πάψουμε να βλέπουμε την Ευρώπη αφ’ ενός σαν κρουνό χρηματοδοτήσεων και αφ’ ετέρου σαν χωροφύλακα (για το έλλειμμα ή για τις χωματερές, π.χ., τους βασικούς μετόχους, τα διπλώματα των ΙΕΚ, μεθαύριο και για τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα) και ανοίξουμε τη συζήτηση για τα κρίσιμα ζητήματα που μας απασχολούν πέρα από τα εθνικά μας σύνορα, θα πάμε καλύτερα. Διότι αυτά τα ζητήματα αντιμετωπίζουν και οι άλλοι. Τηρουμένων των αναλογιών, το ίδιο ισχύει για την πολύ μεγαλύτερη και πιο ανεπτυγμένη Γαλλία.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι