Το πελώριο εξωτερικό έλλειμμα υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή προοπτική

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 29/04/2007

Το 125% του ΑΕΠ ξεπέρασε πέρυσι το εξωτερικό χρέος ιδιωτών και κράτους, σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, και γύρω στο 5% του ΑΕΠ πληρώσαμε για τόκους στο εξωτερικό.

Η ισχνή παραγωγική βάση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη εγχώρια ζήτηση, ούτε να βελτιώσει τη θέση της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό της εργασίας.

Για άλλη μια φορά στην ετήσια έκθεσή του, ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας επέμεινε στην ανάγκη να προχωρήσει η δημοσιονομική εξυγίανση, να μεταρρυθμισθεί το ασφαλιστικό σύστημα, επιχειρήσεις και εργαζόμενοι να συμφωνούν συγκρατημένες αυξήσεις μισθών ώστε να συγκρατούνται και οι τιμές, γενικότερα να προωθηθούν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας, στη δημόσια διοίκηση και στην εκπαίδευση. Ανάλογες θέσεις υποστήριξαν την περασμένη εβδομάδα ο υπουργός Οικονομίας Γιώργος Αλογοσκούφης και ο επίτροπος Χοακίν Αλμούνια, περίπου τα ίδια έλεγαν άλλωστε και οι προκάτοχοι του κ. Γκαργκάνα. Η φετεινή έκθεση της Τράπεζας αναδεικνύει όμως ένα νέο πρόβλημα: την εκρηκτική διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος της χώρας.

Το 2006 το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών εκτινάχθηκε στο 12,1% του ΑΕΠ από το ήδη υψηλό 8,1% του αμέσως προηγουμένου έτους και 7,4% κατά μέσο όρο της πενταετίας 2001-2005. Για το 2007 η έκθεση δεν αποτολμά καν κάποια ποσοτική πρόβλεψη, διατυπώνοντας μόνο την εκτίμηση ότι θα διατηρηθεί «σε εξαιρετικώς υψηλά επίπεδα». Η εξέλιξη αυτή που δεν είναι συγκυριακή (η εκτίμηση ότι ως προς το ΑΕΠ το έλλειμμα φέτος δεν θα υποχωρήσει στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου θα πέσουν, ή πάντως δεν θα ανέβουν) δείχνει ότι οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης της τελευταίας δεκαετίας, 4,1% κατά μέσο όρο, δεν θα μπορέσουν να διατηρηθούν. Δεν θα είναι δηλαδή δυνατό να συνεχισθεί η αύξηση των εισοδημάτων και της απασχόλησης συνολικά, όπως την είχαμε τα τελευταία χρόνια. Αλλά για το πώς θα αντιμετωπισθεί η ανησυχητική αυτή προοπτική, που έχει διαφανεί εδώ και αρκετούς μήνες και επισημάνθηκε πολύ έντονα στην τελευταία έκθεση του ΔΝΤ, καμία σοβαρή συζήτηση δεν διεξάγεται. Η κυβέρνηση επαίρεται συνεχώς για την όντως αξιόλογη αύξηση των εξαγωγών, αγνοώντας ότι με τους ίδιους, ή και υψηλότερους, ρυθμούς αυξάνονται οι τριπλάσιες εισαγωγές.

Η ανάλυση της Τράπεζας της Ελλάδος εντοπίζει δύο βασικές πηγές του προβλήματος: την ισχνή παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, η οποία δεν διευρύνεται αντίστοιχα με την αύξηση του ΑΕΠ, και τη διαρκώς συρρικνούμενη εθνική αποταμίευση.

Η οικονομική άνοδος όλων των τελευταίων ετών βασίσθηκε στην εγχώρια ζήτηση, και κατά πρώτο λόγο στην κατανάλωση. Η συνεχώς αυξανόμενη καταναλωτική ζήτηση όμως στρέφεται ολοένα περισσότερο σε εισαγόμενα αγαθά, εφόσον δεν αυξάνεται αντίστοιχα η παραγωγική ικανότητα της εγχώριας οικονομίας. Το ίδιο άλλωστε και η άνοδος της επενδυτικής δραστηριότητας. Η σύνθεση της εγχώριας παραγωγής δεν ανταποκρίνεται με επάρκεια στη σύνθεση της εγχώριας καταναλωτικής και επενδυτικής ζήτησης, διαπιστώνει η έκθεση. Παράλληλα όμως, γράφει, η σημερινή παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας δεν είναι αρκετά ευρεία ή δυναμική, ούτε αρκετά εύκαμπτη για να επιτρέψει τη μετακίνηση πόρων στον εξαγωγικό τομέα: Η γεωργία σε μεγάλο βαθμό διατηρεί τον παραδοσιακό της χαρακτήρα (το 2006 μάλιστα η ακαθάριστη προστιθεμένη αξία της μειώθηκε κατά 8,4%). Στη μεταποίηση η παραγωγή μένει σχετικά στάσιμη, η διάρθρωσή της μεταβάλλεται, κάποιοι κλάδοι εντάσεως τεχνολογίας και εξειδικευμένης εργασίας (μεταλλουργία, χημικά) ενισχύθηκαν και αύξησαν τις εξαγωγές τους, όχι όμως σε βαθμό που να βελτιώνει τη θέση της ελληνικής οικονομίας στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Και από τις υπηρεσίες δυναμικά αναπτύσσονται μερικοί μόνο κλάδοι (τράπεζες, τηλεπικοινωνίες, ναυτιλία).

Την αύξηση της εγχώριας ζήτησης τροφοδότησε η αύξηση των εισοδημάτων και της απασχόλησης, αλλά και ο δανεισμός των νοικοκυριών που ευνοήθηκε από τα χαμηλά επιτόκια του ευρώ. Άν και η αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών (καταναλωτικά και στεγαστικά δάνεια) άρχισε κάπως να επιβραδύνεται, οι ρυθμοί παραμένουν ακόμα πολύ υψηλοί: 26,7% στο τέλος του 2006, 24,2% το Φεβρουάριο του 2007. Η αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών μαζί με τα υψηλά δημοσιονομικά ελλείμματα των τελευταίων ετών είχαν σαν αποτέλεσμα η αποταμίευση να μειωθεί στο 15% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την περίοδο 2001-2006 (από 16,9% την περίοδο 1995-2000) και να είναι κατά 6-6,5 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερη από το ποσοστό της Ευρωζώνης. Η εθνική αποταμίευση υστερεί έτσι κατά δέκα και πλέον μονάδες έναντι των επενδύσεων (όπου περιλαμβάνονται και οι κατοικίες) και αυτή τη διαφορά εκφράζει το εξωτερικό έλλειμμα. Αλλά καθώς το έλλειμμα κατά τα ¾ περίπου χρηματοδοτείται με δανεισμό από το εξωτερικό, αυξάνεται ραγδαία το εξωτερικό χρέος της χώρας: το 2006 ξεπέρασε το 125% του ΑΕΠ, σύμφωνα με την έκθεση. Και αυτό συνεπάγεται ότι ένα ολοένα μεγαλύτερο μερίδιο του εθνικού εισοδήματος θα πρέπει να διατίθεται για την πληρωμή τόκων στους ξένους δανειστές – περισσότερο εφόσον συνεχισθεί η ανοδική πορεία των επιτοκίων και ακόμα περισσότερο όταν σε λίγα χρόνια, πιθανώς ήδη από το 2010, θα αρχίσουν να μειώνονται οι ενισχύσεις από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία. Το ακριβές ποσό των τόκων που πληρώθηκαν πέρυσι δεν το δημοσίευσε η έκθεση, αναφέρει όμως ότι αποτελεί το μεγάλο μέρος του κονδυλίου «τόκοι, μερίσματα, κέρδη» του ισοζυγίου πληρωμών, το οποίο πέρυσι αυξήθηκε κατά 20% φθάνοντας τα 10,5 δις ευρώ, δηλαδή το 5,4% του ΑΕΠ.

Η αύξηση του εξωτερικού χρέους χωρίς παράλληλη ενίσχυση του παραγωγικού και εξαγωγικού δυναμικού, χωρίς να βελτιώνεται η ικανότητα της οικονομίας να το εξυπηρετεί, σύμφωνα με την έκθεση, επιδεινώνει τις προοπτικές των επενδύσεων, της ανάπτυξης, των εισοδημάτων και της απασχόλησης.

Υποδείξεις για την ανταγωνιστικότητα

Η απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος (όπως και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΟΟΣΑ, του ΔΝΤ) στο πρόβλημα συνίσταται σε πολιτικές που θα βελτιώσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Εδώ εντάσσονται οι υποδείξεις για τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, που επαναλαμβάνονται επί πολλά χρόνια σε όλες τις εκθέσεις, χωρίς ποτέ να συγκεκριμενοποιούνται σε μια σοβαρή πολιτική αντιπαράθεση που θα μπορούσε να καταλήξει σε ένα αποδεκτό μεταρρυθμιστικό σχέδιο με στόχο την ανάπτυξη, τη διεύρυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ισχνής παραγωγικής βάσης της χώρας. Αξίζει ενδεικτικά να αναφερθεί μια σύγκριση της έκθεσης σχετικά με τη μεγάλη αύξηση της δαπάνης για εισαγωγές καυσίμων το 2006 που ευθύνονταν για το 37% του ελλείμματος: στην κατανάλωση ενέργειας ανά μονάδα προϊόντος ερχόμαστε δεύτεροι στην Ευρώπη (μετά την Φινλανδία), στη δε ενεργειακή εξάρτηση (λόγος καθαρών εισαγωγών προς κατανάλωση) είμαστε οι πρώτοι! Ενόσω προπαγανδίζονται νέες λιγνιτικές μονάδες, αγωγοί, ανεμογεννήτριες, περισσότεροι δρόμοι για οδικές μεταφορές, χωρίς γενικότερο σχέδιο, η άθλια αυτή επίδοση υποδηλώνει προπάντων την απουσία οποιασδήποτε πολιτικής για την εξοικονόμηση και την αποτελεσματικότητα της ενέργειας.

Αλλά στο θέμα της ανταγωνιστικότητας εντάσσονται, βέβαια, και οι επισημάνσεις της Τράπεζας σχετικά με τον πληθωρισμό: Ο επίμονα υψηλότερος ρυθμός του σε σύγκριση με το μέσο όρο της Ευρωζώνης συνεπάγεται σωρευτική απώλεια ανταγωνιστικότητας. Η έκθεση υπολογίζει ότι μεταξύ 2000 και 2006 η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία έναντι των 28 κυριότερων εμπορικών εταίρων της Ελλάδας αυξήθηκε με βάση τις σχετικές τιμές καταναλωτή κατά 13%, με βάση το σχετικό κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στη μεταποίηση κατά 34,7%, στο σύνολο της οικονομίας κατά 15,2%.

Οι υπολογισμοί αυτοί προφανώς παραπέμπουν σε μια λογική συμπίεσης των μισθών. Δεν διευκρινίζεται ωστόσο πώς εξελίχθηκε αυτό το διάστημα η κατανομή του εισοδήματος. Η ίδια η έκθεση δημοσιεύει πίνακα όπου οι πραγματικές μέσες ακαθάριστες αποδοχές αυξάνονται όλη την περίοδο σταθερά λιγότερο από το ΑΕΠ, το 2006 κατά 2,3% έναντι 4,3%. Η αύξηση του συνόλου των μισθών πέρυσι ενδεχομένως να προσεγγίζει την αύξηση του ΑΕΠ εφόσον συνυπολογισθεί η αύξηση της απασχόλησης, αλλά τέτοιος υπολογισμός δεν επιχειρείται, το μεγαλύτερο μέρος των νέων θέσεων εργασίας άλλωστε καταγράφηκε στο δημόσιο τομέα. Για το 2006 πάντως η έκθεση περιλαμβάνει εκτιμήσεις για αύξηση κερδών σε ένα δείγμα 472 επιχειρήσεων εκτός τραπεζών κατά 15,9%, στους δε τραπεζικούς ομίλους κατά 25,9%. Δεν καταγράφεται όμως η εξέλιξη για το μεγάλο πλήθος των υπόλοιπων κερδών και των εισοδημάτων των αυταπασχολουμένων.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι