Εξεγέρσεις στις φυλακές της νέας εποχής

Η προγραμματισμένη παρακμή του διαλόγου

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 02/05/2007

«Εξαντλήσαμε κάθε περιθώριο διαλόγου», υποστήριξε ο υπουργός Δικαιοσύνης Αν. Παπαληγούρας από το βήμα της Βουλής, αναφερόμενος στις πρόσφατες εξεγέρσεις των φυλακισμένων. Οι καταγγελίες για κακοποίηση κρατουμένου ερευνώνται, αλλά «ο νόμος είναι σεβαστός».1 Κατά τα λοιπά, το υπουργείο Δικαιοσύνης δηλώνει έτοιμο να αναγνωρίσει ότι οι συνθήκες στις φυλακές είναι προσβλητικές και βέβαια τις αποδίδει στους «προηγούμενους». Αφού λοιπόν «το αναγνωρίζουμε», δεν υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε με τις εκθέσεις της ειδικής επιτροπής του Συμβουλίου της Ευρώπης, ούτε βέβαια να επιτρέπουμε στον εγχώριο Συνήγορο του Πολίτη να περνά τις βαρειές πύλες και να εξετάζει τη βασιμότητα καταγγελιών. Οσο για τον νόμο, «γίνεται σεβαστός», αρκεί οι επιταγές του να απευθύνονται στους «άλλους» και όχι «σ εμάς». Ακριβώς «σ εμάς» απευθύνονται πολλές ρυθμίσεις του Σωφρονιστικού Κώδικα που αφορούν τις συνθήκες διαβίωσης των κρατουμένων στις φυλακές και μένουν ανεφάρμοστες, χωρίς να επηρεάζεται η ρητορεία μας.

Στην πραγματικότητα, ο διάλογος υπουργείου - κρατουμένων υπήρξε αστραπιαίος και επικεντρώθηκε στις συγκυριακές ευθύνες για την ίδια την εξέγερση. Ηταν μάλλον ένας μη διάλογος. Τα θεσμικά αιτήματα των κρατουμένων, που ήταν βασικά, δεν συζητήθηκαν καθόλου. Οσοι μεθοδολόγοι, δοκιμιογράφοι, αναλυτές, πολιτικοί αποφαίνονται ότι με τον διάλογο τελικά δεν λύνεται τίποτε, δικαιώθηκαν. Στην ωμή βία των κρατουμένων αντιτάχθηκε η ψημένη των Αρχών. Ο αποκρουστικός απόηχος στα Εξάρχεια δεν μπορεί παρά να απαντηθεί με την ένταση της καταστολής. Και «πάει λέγοντας» ή μάλλον «μη λέγοντας». Αυτή είναι η σωφρονιστική ηθική της μετανεοτερικής εποχής.

Δεν ήταν όμως πάντοτε έτσι.

Εν έτει 1990 είχε λάβει χώρα μεγάλη εξέγερση κρατουμένων στον Κορυδαλλό. Πτέρυγες είχαν καταληφθεί, οι πυρκαϊές μαίνονταν.2 Κυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας, υπουργός Δικαιοσύνης ο αξέχαστος Αθαν. Κανελλόπουλος με γενικό γραμματέα τον καθηγητή Φιλ. Σπυρόπουλο. Η ηγεσία αυτή του υπουργείου Δικαιοσύνης επέλεξε τον δύσβατο δρόμο του διαλόγου, αντί για τη δυναμική επέμβαση και την ανακατάληψη. Με μια πρωτοφανή του κίνηση, ο Αθαν. Κανελλόπουλος δέχθηκε στο γραφείο του τους επικεφαλής της εξέγερσης (πέντε) κρατουμένους και τους νομικούς εκπροσώπους τους. Παρήγγειλε φαγητό. Δίστασαν οι κρατούμενοι να δεχθούν την προσφορά, καθώς οι συγκρατούμενοί τους αντιμετώπιζαν κακουχίες. Ξεκίνησε μια συζήτηση με αντικείμενο τα αιτήματα των κρατουμένων, η οποία διήρκεσε περίπου δύο μήνες. Οι εξεγερμένοι επέστρεψαν στα κελιά τους. Οχι νικητές, αλλά οπωσδήποτε όχι και ηττημένοι.

Λύθηκαν τα προβλήματα; Οχι βέβαια, όχι τουλάχιστον γρήγορα. Κάποιες όμως από τις προτάσεις που διαμόρφωσε η μικτή επιτροπή νομικών (με μέλη που υποδείχθηκαν αφενός από το υπουργείο, αφετέρου από τους κρατουμένους) έμειναν αρχειοθετημένες σε υπηρεσιακά γραφεία. Ενας άλλος ρηξικέλευθος υπουργός Δικαιοσύνης, ο Γ. Κουβελάκης, αργότερα τις ανέσυρε. Ενσωμάτωσε τις πιο σημαντικές σε σχέδια νόμου που ψηφίστηκαν από τη Βουλή.3 Πράγμα πρωτοφανές στη σύγχρονη Ιστορία, ο πληθυσμός των υπερκορεσμένων φυλακών μειώθηκε, και μάλιστα όχι με πρόσκαιρα και μεταβατικά «μέτρα κατά της συμφόρησης», αλλά με ρυθμίσεις πάγιας ισχύος, που χαιρετίστηκαν θετικά από τον νομικό κόσμο της χώρας.

Κυριότερο ήταν μάλλον το συμβολικό μήνυμα: ο υπουργός Αθ. Κανελλόπουλος δεν αναγνώρισε μόνο φραστικά την ανεπάρκεια των υποδομών του σωφρονιστικού συστήματος. Αντιμετώπισε τους εξεγερμένους κρατουμένους ως ισότιμους αξιοπρεπείς συνομιλητές. Το δίδαγμα ήταν κοινωνικό, ηθικό και εντυπωσιακό. Πυγμή ήταν ο διάλογος, όχι η υπεροπλία.

Τον διάλογο αντί της σύγκρουσης επέλεξε λίγα χρόνια αργότερα και ένας άλλος υπουργός, του ΠΑΣΟΚ αυτή τη φορά, ο Ε. Βενιζέλος: το 1996, όταν είχε γίνει ανάλογη εξέγερση στις φυλακές του Αγ. Στεφάνου της Πάτρας. Η συζήτηση των νέων αιτημάτων απέδωσε ως καρπό λίγους μήνες αργότερα ένα νομοθέτημα4, που επίσης εισέφερε χρήσιμες ρυθμίσεις στο ποινικό σύστημα.

Προφανώς, το βασικό που άλλαξε από τότε δεν είναι η νοοτροπία των κυβερνώντων. Ούτε αναφέρομαι σε αλλαγή της φυσιογνωμίας των ίδιων των εξεγέρσεων: οι εξεγέρσεις μπορεί να είναι καθαρές σαν το κρύσταλλο πράξεις απόγνωσης και διεκδίκησης ή στημένες και σκοτεινές ιστορίες (οι τελευταίες συνήθως εκφυλίζονται άμεσα). Εχουν όμως άρδην μεταβληθεί οι συνθήκες. Θυμίζω.

Ο συνωστισμός σήμερα στις φυλακές έχει αυξηθεί αφόρητα, καθώς ο πληθυσμός των κρατουμένων σχεδόν διπλασιάστηκε σε σχέση με εκείνον της προηγούμενης δεκαετίας. Εκτός όμως από τον αριθμό, έχει μεταβληθεί η κοινωνική ταυτότητα των κρατουμένων. Οχι ότι οι φτωχοί κρατούμενοι5 δεν είναι πάντοτε πολύ περισσότεροι από τους έγκλειστους «βαρόνους του εγκλήματος». Τώρα όμως κυριαρχεί η παρουσία των εξαρτημένων από ναρκωτικά και των ξένων. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των εξαρτημένων υπερβαίνει κατά πολύ το ποσοστό (44% κατά τα στατιστικά του υπουργείου Δικαιοσύνης, 2006) όσων έχουν καταδίκες για ναρκωτικά. Η υπέρβαση εξηγείται: πολλοί κατάδικοι για κλοπές, ληστείες και άλλα συναφή εγκλήματα έχουν επίσης οδηγηθεί στις πράξεις τους από την εξάρτηση. Η ποσοστιαία τους συμμετοχή στον πληθυσμό των εγκλείστων, εξάλλου, αυξάνεται καταχρηστικά εξαιτίας μιας νομοθετικής και μιας δικαστικής αστοχίας. Η νομοθετική αφορά το αυξημένο κατώτατο όριο για την απόλυση υπό όρους των κρατουμένων για κακουργήματα σχετικά με ναρκωτικά (τέσσερα πέμπτα της διάρκειας της ποινής)6. Το χρονικό αυτό όριο είναι βαρύτερο από κάθε αντίστοιχο για άλλα εγκλήματα. Φαίνεται σαν να ενοχλούν τον νομοθέτη λιγότερο οι ανθρωποκτονίες, οι θανατηφόροι βιασμοί ή τα βασανιστήρια από όσο η διακίνηση ναρκωτικών που θα τελεστεί από ένα «βαποράκι». Η δικαστική αστοχία, εξάλλου, αφορά την πολύ σπάνια αξιοποίηση των νομοθετικών ρυθμίσεων που προβλέπουν εναλλακτικά μέτρα για θεραπεία - απεξάρτηση αντί ποινής.

Οσο για τον μεγάλο αριθμό των ξένων κρατουμένων στις σύγχρονες φυλακές, ας μην παραλείψουμε να δεχθούμε μια κοινωνική συνενοχή: όσο ο μέσος κρατούμενος ήταν Ελληνας, πολύ περισσότερο όσο υπήρχαν πολιτικοί κρατούμενοι, το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης για τα εντός της φυλακής πράγματα, για τις συνθήκες και τις εξεγέρσεις ήταν έκδηλο. Τώρα οι ξένοι κρατούμενοι ελάχιστα μας ενδιαφέρουν.

Παράλληλα, βέβαια, αλλάζουν για γενικότερους ιστορικούς λόγους το περιβάλλον και η κοινωνική πολιτική περί τη φυλακή. Η επανένταξη των κρατουμένων μέσα σε συνθήκες ανεργίας και συρρίκνωσης του κράτους πρόνοιας γίνεται αδύνατη: τα σχετικά εθνικά προγράμματα λείπουν και τα ευρωπαϊκά φθίνουν. Δεν ενδιαφέρει καν η καταπίεση της απόκλισης, η συμμόρφωση, η ομογενοποίηση. Παράγεται πλέον ένας οριστικός κοινωνικός αποκλεισμός, ένας κύκλος με ανθρώπινα απόβλητα. «Οι άλλοι είναι πάντα υπερβολικά πολλοί. Οι "άλλοι" είναι εκείνοι οι τύποι που θα έπρεπε να είναι λιγότεροι... Εμείς δεν είμαστε ποτέ αρκετοί. "Εμείς" είμαστε οι άνθρωποι εκείνοι που θα έπρεπε να είναι περισσότεροι»7.

Οι Αθηναίοι στον Μαραθώνα ή οι Σπαρτιάτες στις Θερμοπύλες ήταν όντως λίγοι απέναντι στα μιλιούνια των «άλλων», των Περσών, οι Ελληνες που επαναστάτησαν το 1821 ήταν όντως πολύ λιγότεροι από τους Τούρκους. Στη φυλακή όμως οι «άλλοι» ποτέ δεν μας φαίνονται πολλοί. Λίγοι μας φαίνονται, γι αυτό παρατείνουμε την (υπό όρους) απόλυσή τους, γι αυτό χτίζουμε διαρκώς νέες φυλακές να τους χωρέσουν, γι αυτό αυξάνουμε τον κύκλο των κακουργημάτων.

Η παρακμή του διαλόγου έχει προγραμματιστεί.

* Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. ημερήσιο Τύπο, 27/4/2007.

2. Αναλυτικότερα στο άρθρο μου Σκέψεις για τα αιτήματα της εξέγερσης των κρατουμένων, Δίκαιο και Πολιτική 1990, 33 κ.ε.

3. Ιδίως στους Νόμους 2172/1993, 2207/1994.

4. Ν. 2408/1996.

5. Γ. Πανούση, Το έγκλημα του φτωχού και η φτώχεια ως «έγκλημα» (2002).

6. Ν. 2943/2001.

7. Ζ. Bauman, Σπαταλημένες ζωές. Οι απόβλητοι της νεοτερικότητας (2005), 61.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι