Τυπική η έξοδος από την επιτήρηση

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 13/05/2007

Καθώς τον Ιούνιο αναμένεται ο επίσημος τερματισμός της επιτήρησης των ελληνικών δημοσίων οικονομικών από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο, δύο ερωτήματα χρειάζεται να απαντηθούν: Σημειώθηκε μέσα στην τριετία αυτής της περιπέτειας πραγματική δημοσιονομική βελτίωση; Και πώς διαγράφονται πλέον οι προοπτικές, η ικανότητα δηλαδή του κράτους να χρηματοδοτεί καλές υπηρεσίες, να στηρίζει την ανάπτυξη και να αμβλύνει τις κοινωνικές ανισότητες;

Τα δύο ερωτήματα είναι αλληλένδετα: διότι, αν πράγματι βελτιώθηκαν τα δημόσια οικονομικά, τότε και οι δυνατότητες για τη χρηματοδότηση δημόσιων πολιτικών θα έπρεπε εφεξής να είναι καλύτερες. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, όπως βεβαίωνε ο ίδιος ο αρμόδιος υπουργός \Γιώργος Αλογοσκούφης\ προαναγγέλλοντας την Τετάρτη στην κυβερνητική επιτροπή, και κατόπιν στους δημοσιογράφους, πολιτικές "λιτότητας" μέχρι το 2010 τουλάχιστον, ώστε το έλλειμμα να εξακολουθήσει να μειώνεται κατά 0,6-0,7% του ΑΕΠ κάθε χρόνο. Και αυτό ενώ προσδοκούσε επιβράβευση της διαχείρισής του με την έξοδο της Ελλάδας από την κοινοτική διαδικασία του "υπερβολικού ελλείμματος". Διότι γνώριζε καλά τις επιφυλάξεις που τη συνοδεύουν. Την επόμενη μέρα άλλωστε ο επίτροπος \Χοακίν Αλμούνια\ φρόντισε να τις κάνει σαφείς και στην ελληνική κοινή γνώμη.

Οι ενστάσεις από τις Βρυξέλλες

Στις αρμοδιότητες του επιτρόπου Χοακίν Αλμούνια, ως εντεταλμένου "φρουρού" του Συμφώνου Σταθερότητας, δεν υπάγεται η αξιολόγηση των πολιτικών εσόδων και δαπανών των ευρωπαϊκών χωρών, δηλαδή των φορολογικών πολιτικών και των επιλογών για δημόσιες χρηματοδοτήσεις που ακολουθούν. Σε αρκετές ευκαιρίες έχει εκφράσει π.χ. την εκτίμησή του για τις σκανδιναβικές χώρες, που με υψηλή φορολογία χρηματοδοτούν γενναιόδωρα την παιδεία, την έρευνα, την κοινωνική συνοχή, πρωταγωνιστώντας ταυτόχρονα στη διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Όταν όμως πρόκειται για την εξασφάλιση της δημοσιονομικής σταθερότητας που επιτάσσει το Σύμφωνο, αυτό που αυστηρά εξετάζει είναι κατά πόσον η σχέση των εσόδων και των δαπανών στους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι "διατηρήσιμη", θα μπορεί δηλαδή να συνεχίζεται χωρίς να προκαλούνται προβλήματα και κρίσεις.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο ο επίτροπος διευκρίνισε (σε συνέντευξη στον "ΣΚΑΪ") την άποψή του για το ελληνικό δημόσιο έλλειμμα. Θα είναι μικρότερο από 3% του ΑΕΠ, τόσο φέτος όσο και το 2008, σύμφωνα με τις εαρινές προβλέψεις της Επιτροπής, αλλά αυτό είναι το "ονομαστικό" έλλειμμα, είπε. Σε "διαρθρωτικούς όρους", χωρίς δηλαδή τις ευνοϊκές επιδράσεις του οικονομικού κύκλου (της υψηλότερης αύξησης του ΑΕΠ), και βέβαια χωρίς την επίδραση έκτακτων εφ άπαξ μέτρων που δεν θα υφίστανται τον επόμενο χρόνο, το έλλειμμα υπολογίζεται αρκετά πάνω από 3% του ΑΕΠ (συγκεκριμένα: 3,9% το 2006, 3,6% φέτος και 3,4% το 2008 στις εαρινές προβλέψεις).

Επιπλέον, τη διατηρησιμότητα επηρεάζουν αρνητικά το πολύ μεγάλο δημόσιο χρέος και η προοπτική της γήρανσης του πληθυσμού, τόνισε ο κ. Αλμούνια, για να επιμείνει στην επιτακτική ανάγκη να μεταρρυθμιστεί το ασφαλιστικό σύστημα, αλλά και να τηρηθεί η πρόσφατη δέσμευση του κ. Αλογοσκούφη οι κρατικοί προϋπολογισμοί να ισοσκελισθούν ώς το 2010. Εκφράζοντας έτσι κάποιες ανησυχίες για προεκλογικές υποσχέσεις των κομμάτων, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα χρειάζεται να κάνει περισσότερα βήματα για την εξυγίανση των δημοσίων οικονομικών της.

Ποια βελτίωση;

Προπαγανδιστικά αυτό που πρώτιστα ενδιαφέρει την κυβέρνηση είναι βέβαια ο επίσημος τερματισμός του καθεστώτος της δημοσιονομικής επιτήρησης. Και αυτός θα γίνει διότι η διαδικασία του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζεται στη συνθήκη του Μάαστριχτ, αναφέρεται στο λογιστικά καταγραφόμενο έλλειμμα, όχι στο διαρθρωτικό. Πολύ μεγαλύτερη σημασία έχει όμως η ουσία των παρατηρήσεων του επιτρόπου, ότι το δημοσιονομικό πρόβλημα παραμένει σοβαρό.

Περιορίσθηκε στα χρόνια που κυβερνά η Νέα Δημοκρατία; Ενθουσιασμένος που η Eurostat επικύρωσε το δημόσιο έλλειμμα του 2006 στο 2,6% του ΑΕΠ, ο υπουργός Οικονομικών Γιώργος Αλογοσκούφης επαναλαμβάνει συνεχώς ως μέγα επίτευγμα ότι μέσα σε δύο χρόνια μειώθηκε κατά 5,3 μονάδες, από το 7,9% του ΑΕΠ που είχε φτάσει το 2004.

Αλλά το εκρηκτικό εκείνο έλλειμμα καταγράφηκε σε ένα έτος ανώμαλο από πολλές απόψεις: Πάνω από μία μονάδα είχε επιβαρυνθεί από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, έγιναν εκλογές και οι δαπάνες διογκώθηκαν με τις παροχές της προηγούμενης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, ενώ τα έσοδα κατέρρευσαν καθώς αναλαμβάνοντας την κυβέρνηση η Νέα Δημοκρατία διέλυσε τις φοροεισπρακτικές υπηρεσίες. Και προπάντων φορτώθηκε, όπως τα προηγούμενα χρόνια, με τις συνέπειες της απογραφής, η οποία μεθοδεύθηκε με τρόπο ώστε να μεταφέρει τα βάρη προς τα πίσω για να διευκολύνει τα επόμενα χρόνια για τη Ν.Δ. (Χαρακτηριστικό παράδειγμα η αλλαγή μεθόδου καταγραφής των εξοπλιστικών δαπανών, που πρόσθεσε μισή μονάδα στο έλλειμμα του 2004, αλλά κατόπιν επαναφέρθηκε η αρχική, ευρύτερα αποδεκτή μέθοδος που μεταθέτει τις παρούσες σχετικές δαπάνες στο απώτερο μέλλον παραλαβής των εξοπλισμών...).

Από την άλλη πλευρά το 2006 εισπράξεις πάνω από 1,5 δισ. (0,8% του ΑΕΠ) ήσαν έκτακτα εφ άπαξ έσοδα, χωρίς τα οποία η τάση των αμέσων φόρων διαγράφεται ανησυχητικά πτωτική, σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Οι δημόσιες επενδύσεις διατηρήθηκαν κατά 0,7% του ΑΕΠ χαμηλότερα από το 2004.

Στην εισήγηση που θα υιοθετήσει η Επιτροπή την επόμενη Τετάρτη λαμβάνεται ως έτος βάσης το 2003 για να σημειωθεί ότι έναντι του έτους εκείνου η μείωση του ελλείμματος το 2006 φθάνει τις 3,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Αλλά το έλλειμμα του 2003 αναθεωρήθηκε στα πλαίσια της απογραφής έξι φορές (!), με τελευταία αναθεώρηση φέτος τον Απρίλιο που το ανέβασε στο 6,2% του ΑΕΠ, και μόνο από τη μεταφορά εξοπλιστικών δαπανών προέκυψε 0,7% του ΑΕΠ. Αν μέσα από τη σύγχυση της απογραφής μπορούσαμε να φτάσουμε σε στοιχεία πραγματικά συγκρίσιμα, είναι αμφίβολο πόση βελτίωση θα διαπιστώναμε.

Μικροπαροχές αντί πολιτικών

Θριαμβολογώντας για τη μείωση του δημοσίου ελλείμματος, ο κ. Αλογοσκούφης αύξησε στον φετινό προϋπολογισμό τις κατώτατες συντάξεις (αγρότες, ΕΚΑΣ) το επίδομα των ανέργων και το αφορολόγητο όριο. Πρόκειται για αυτό που συνήθως ονομάζουμε "παροχές", στις οποίες δεν μπορεί να έχει αντίρρηση κανείς, εφόσον κατευθύνονται στην ενίσχυση πολύ χαμηλών εισοδημάτων (σε αντίθεση με τις επιστροφές του ΛΑΦΚΑ, που βαρύνουν τον προϋπολογισμό κατά 50 εκατομμύρια περισσότερο από την αύξηση του ΕΚΑΣ και είναι τόσο υψηλότερες, όσο μεγαλύτερη σύνταξη λαμβάνει κάποιος, και δεν αφορούν διόλου ένα εκατομμύριο χαμηλοσυνταξιούχους). Η διαφωνία επιβάλλεται εντούτοις όταν μειώνεται ο φόρος εισοδήματος όλων των φυσικών προσώπων με ένα αφορολόγητο όριο υψηλότερο από εκείνο που ισχύει στη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο ή τη Βρετανία. Διότι έτσι το κράτος παραιτείται από έσοδα αναγκαία για να χρηματοδοτηθούν δημόσιες πολιτικές.

Άλλωστε ο κ. Αλογοσκούφης διατήρησε τις δημόσιες δαπάνες για την Παιδεία και για την Υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη στο πενιχρό 3,1% και 2,6% του ΑΕΠ αντίστοιχα, το χαμηλότερο επίπεδο της Ευρώπης. Ούτε για την επόμενη τετραετία ανέλαβε καμία δέσμευση, πέρα από τα 2 δισ. ευρώ που θέλει να διαθέσει για ένα ταμείο κατά της φτώχειας, προκειμένου, όπως έχει εξηγήσει, από το 20% του πληθυσμού που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας να ενισχυθούν κάποιοι που το πλησιάζουν περισσότερο, ώστε να το υπερβούν.

Όμως, ακόμα και αν ένα 2% του πληθυσμού π.χ. (200.000 άνθρωποι) βγει από το όριο της φτώχειας (ξεπεράσει δηλαδή το 60% του διαμέσου εισοδήματος, σύμφωνα με τον ορισμό της Ε.Ε.), αυτό δεν σημαίνει ότι θα έχουν μειωθεί οι ανισότητες. Στατιστικά "φτωχοί" θα θεωρούνται πλέον "μόνο" το 18% του πληθυσμού, αλλά η απόσταση ανάμεσα στο φτωχότερο 20%, και το πλουσιότερο 20% που είναι 1:6,5 (η δεύτερη μεγαλύτερη στην Ευρώπη των 27) δεν θα έχει μικρύνει ούτε θα έχει γίνει κάτι για να βελτιωθούν οι όροι ζωής των 500.000 "ακραία φτωχών", εκείνων που δεν μπορούν να καλύψουν τις πιο βασικές τους ανάγκες και για τους οποίους απαιτείται να θεσπισθεί το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.

Είναι επομένως σαφές ότι, εφόσον επανεκλεγεί η Νέα Δημοκρατία, ενισχυμένες δημόσιες πολιτικές δεν θα υπάρξουν: ούτε για την Παιδεία, την Υγεία και την κοινωνική αλληλεγγύη, τη μείωση των ανισοτήτων, αλλά ούτε για το περιβάλλον, την έρευνα, την ανάπτυξη. Η κυβέρνηση θα τις αρνείται στο όνομα των "δημοσιονομικών περιορισμών", του πολύ υψηλού δημοσίου χρέους της χώρας και της ανάγκης να ισοσκελισθούν οι κρατικοί προϋπολογισμοί έως το 2010, αλλά στην ουσία επειδή δεν ανταποκρίνονται στις πολιτικές της επιλογές, τη μείωση της φορολογίας και την εκτεταμένη ιδιωτικοποίηση.

Για τον ίδιο λόγο δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε καμιά βελτίωση στη διαφάνεια των δημοσίων οικονομικών, στον εκδημοκρατισμό των σχετικών αποφάσεων με την ενεργό συμμετοχή της Βουλής, στον αναγκαίο μακροχρόνιο προγραμματισμό των προτεραιοτήτων (όπως π.χ. στη Βρετανία, όπου ο υπουργός Οικονομικών και σε ενάμιση μήνα πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν στον τελευταίο του προϋπολογισμό περιέλαβε στόχους αυξημένων δαπανών για την Παιδεία έως το 2020!).

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι