Παρεπόμενες σκέψεις από την «άρση» της επιτήρησης

Γεράσιμος Γεωργάτος, Αυγή, 18/05/2007

Σύμφωνα με τον αρμόδιο Επίτροπο Χοακίν Αλμούνια, η ελληνική οικονομία παύει τυπικά να βρίσκεται υπό επιτήρηση μια και το ονομαστικό έλλειμμα έπεσε κάτω από 3%, …όμως η δημοσιονομική επιτήρηση θα συνεχιστεί γιατί το διαρθρωτικό έλλειμμα, δηλαδή το πραγματικό, είναι πολύ πιο πάνω από το 3%! Οι εργαζόμενοι δεν έχουν λοιπόν κανένα λόγο να συγκινούνται από τις θριαμβολογίες του κου Αλογοσκούφη και των κυβερνητικών στελεχών καθώς ο κος Αλμούνια πιστός ως οφείλει στα κριτήρια του Μάαστριχτ και στο Σύμφωνο Σταθερότητας, αποσαφήνισε πλήρως ότι ανεξάρτητα από την κυβέρνηση – κεντροδεξιά, κεντροαριστερά ή άλλη – που θα προκύψει από τις εκλογές, η δημοσιονομική εξυγίανση και ο ισοσκελισμός του προϋπολογισμού μέχρι το 2010 απαιτούν συνέχιση της περιοριστικής πολιτικής (μισθοί, συντάξεις, δημόσιες επενδύσεις) και των μεταρρυθμίσεων (ασφαλιστικό, ιδιωτικοποιήσεις). Συμπλήρωσε μάλιστα πως δική του ευθύνη είναι να υπενθυμίζει στους πολιτικούς αρχηγούς ότι αυτές οι αποφάσεις πρέπει να εφαρμόζονται.

Για όσους συνοδοιπορούν με τη μονόπλευρη λογική της αντίστασης και της καταγγελίας, του ΚΚΕ συμπεριλαμβανομένου, τα παραπάνω αποκαλύπτουν τη δικομματική συναίνεση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και εγείρουν το ερώτημα ποιος κυβερνάει αυτόν τον τόπο και πού λαμβάνονται οι αποφάσεις. Κατά λογική συνέπεια, πρέπει να υπάρξει ανατροπή του δικομματισμού, ανυπακοή και εθνοκρατικός προστατευτισμός απέναντι σε αντιλαϊκές οδηγίες και αντιδημοφιλή πλαίσια της Ε.Ε. Δυστυχώς, αυτή την ανέφικτη και διόλου πειστική πολιτική εκπέμπει σήμερα η Αριστερά και γι` αυτό δεν κερδίζει από την ευνοϊκή συγκυρία και την κρίση της σοσιαλδημοκρατίας.

Τα προβλήματα που θέτει η παγκοσμιοποίηση, από την εργασία και τις επενδύσεις μέχρι το περιβάλλον και τη δημοκρατία, δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά εντός εθνικών πλαισίων, όπου τα περιθώρια άσκησης εναλλακτικών πολιτικών είναι εξαιρετικά περιορισμένα. Ο κος Αλμούνια με τις δηλώσεις του κυνικά και ρεαλιστικά μας υπέδειξε το ήδη γνωστό, ότι δηλαδή οι καθοριστικές αποφάσεις λαμβάνονται σήμερα από υπερεθνικά όργανα (Επιτροπή, Συμβούλιο, κλπ) και φυσικά αποκάλυψε για μια ακόμα φορά το επίσης γνωστό έλλειμμα δημοκρατίας στην Ε.Ε.

Ταυτόχρονα όμως, από τις δηλώσεις του συνάγεται με έναν τρόπο και ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει η Αριστερά. Και αυτός δεν είναι άλλος από την επίμονη και επείγουσα προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης που αποτελεί το μόνο ρεαλιστικό και πειστικό δρόμο αντιμετώπισης των προβλημάτων της εργασίας, του περιβάλλοντος και της δημοκρατίας, στον σημερινό παγκοσμιοποιημένο κόσμο.

Στο εξής, η Αριστερά όλο και πιο δύσκολα και όλο και πιο σπάνια θα κερδίζει εντός εθνικών πλαισίων. Το πεδίο αυτό είναι πλέον προνομιακό για τις συντηρητικές δυνάμεις οι οποίες επικρατούν σε όλο και περισσότερα έθνη – κράτη της Ευρώπης, με εντυπωσιακότερη τη σαρωτική νίκη του Σαρκοζί στη Γαλλία του οποίου τα ποσοστά υπερβαίνουν το συνολικό άθροισμα των ψήφων που έλαβαν όλοι οι φορείς της Αριστεράς μαζί με το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Εδώ καταδεικνύεται και η ανεπάρκεια του προτάγματος της ενότητας στο λόγο της Αριστεράς, της οποίας οι δυνάμεις υποχωρούν όχι επειδή δεν είναι ενωμένη, αλλά κυρίως επειδή δεν είναι πειστική. Εξάλλου και στη χώρα μας, η καταγραφόμενη ελαφρά βελτίωση των ποσοστών του ΣΥΝ προκύπτει από τη νεολαία και από κάποιες ανακατατάξεις του αριστερού ακροατηρίου, χωρίς αύξηση του συνολικού ποσοστού όλων των επιμέρους φορέων της Αριστεράς.

Ο προγραμματικός λόγος της Αριστεράς για να είναι πειστικός δεν αρκεί να είναι απλά ενωτικός και καταγγελτικός των δεινών της παγκοσμιοποίησης και των ελλειμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρέπει να συνδέει διαρκώς το ειδικό με το γενικό, το τοπικό με το παγκόσμιο, το εθνικό με το ευρωπαϊκό. Οι όποιες εκδοχές ευρωσκεπτικισμού και ευρωαρνητισμού, όπως η ακινησία στο ζήτημα του ευρωσυντάγματος ή η άποψη ότι μόνο το έθνος – κράτος μπορεί να προστατεύσει και να εγγυηθεί τα δικαιώματα και η προσδοκία οικοδόμησης μιας άλλης Ευρώπης «από τα κάτω» με τη βαθμιαία διαμόρφωση ενός «ευρωπαϊκού δήμου», περιορίζουν το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης στα δυσχερή για την Αριστερά εθνικά πλαίσια και διαμορφώνουν την εικόνα μιας Αριστεράς αδύναμης και αμυντικής απέναντι στις σύγχρονες προκλήσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, έχει ιδιαίτερα μεγάλη αξία η ενδυνάμωση της παρουσίας του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και η πρόταση που θα καταθέσει δημόσια για μια νέα ευρωπαϊκή συνταγματική συνθήκη.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι