Οι χρήσεις του έθνους

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 17/05/2007

Οταν μια άποψη καθιερωθεί κι αρχίσει να κυκλοφορεί ως αυτονόητα ορθή, οφείλουμε να την αντιμετωπίσουμε με επιφυλακτικότητα. Οχι επειδή είναι υποχρεωτικά λανθασμένη -απεναντίας, μπορεί να κρύβει κάποιες αλήθειες. Ομως αυτό το αόρατο «ως γνωστόν» που την περιβάλλει την προστατεύει από τον έλεγχο του κριτικού λόγου, εφόσον η απόσταση η οποία οφείλει να χωρίζει την αρχική υπόθεση από το τελικό συμπέρασμα έχει εξαφανιστεί. Ετσι, αντί να την αναστοχαστούμε, απλώς την επαναλαμβάνουμε.

Κάτι τέτοιο νομίζω ότι συμβαίνει τελευταία με την άποψη ότι το έθνος είναι το τελευταίο καταφύγιο ορισμένων κοινωνικοπολιτικών κεκτημένων και συνεπώς, η αμφισβήτησή του λειτουργεί ως δούρειος ίππος του κοσμοπολιτισμού της αγοράς και της νέας τάξης πραγμάτων. Φυσικά, το θέμα είναι αχανές και περίπλοκο, όπως φάνηκε και από την παρέμβαση του Α. Μανιτάκη στην «Αυγή», αλλά η στενότητα χώρου με αναγκάζει να διατυπώσω κάποιες σκέψεις με αφορμή αυτή τη βασική θέση από την οποία πρώτος ο Γ. Μαργαρίτης και στη συνέχεια ο Γ. Φουρτούνης επέκριναν στην ίδια εφημερίδα το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ Δημοτικού. Θα περιοριστώ σε τέσσερις κριτικές παρατηρήσεις.

Παρατήρηση πρώτη: Ας υποθέσουμε ότι ένα ευρωπαϊκό έθνος-κράτος αποφασίζει να αμυνθεί στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα εμμένοντας στις απειλούμενες αξίες, δηλαδή δημόσιος τομέας, κοινωνικό κράτος, οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη κ.λπ. Τι θα συμβεί; Απλούστατα, η οικονομία του θα πληγεί ανεπανόρθωτα. Είναι νομοτελειακό; Οχι. Αλλά σίγουρα θα συμβεί αν τα υπόλοιπα κράτη της Ε.Ε. δεν κάνουν το ίδιο. Αυτό σημαίνει ότι η «αριστερή» προάσπιση του έθνους εμπεριέχει την εξής αντίφαση: το διατηρεί για να πετύχει κάποιους στόχους, οι οποίοι όμως δεν θα επιτευχθούν αν δεν βγούμε από το έθνος. Κοντολογίς, το πολυεθνικό κεφάλαιο δεν αντιμετωπίζεται μονοεθνικά. Νομίζω ότι το σφάλμα πηγάζει από την αδυναμία να διακρίνουμε ανάμεσα στη συγκυρία -σήμερα αληθεύει ότι το έθνος προσφέρεται για τέτοιου είδους αντίσταση- και στη μελλοντική προοπτική, η οποία, παραδόξως για όσους θέλουν τα πράγματα απλά, προϋποθέτει την αναίρεση της αρχικής προϋπόθεσης.

Παρατήρηση δεύτερη: Τι σημαίνει «υπονομεύω το έθνος». Για να μιλήσουμε με συγκεκριμένα παραδείγματα, στην Ελλάδα είχαμε προσφάτως μια σύγκρουση που αποτύπωσε το σχήμα της έξωθεν παρέμβασης σε βάρος της δικής μας κοινωνικής ευαισθησίας: η πίεση να επιτραπεί και στη χώρα μας η ιδιωτική (δηλαδή, μη δωρεάν) ανώτατη εκπαίδευση. Οι κινητοποιήσεις πανεπιστημιακών και φοιτητών την απέτρεψαν, προς το παρόν τουλάχιστον. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Οσοι κατέβηκαν στους δρόμους όχι μόνο πίστευαν, αλλά έπρεπε υποχρεωτικά να πιστεύουν στην αδιάλειπτη συνέχεια του ελληνισμού για να το κάνουν; Τότε πώς εξηγείται το γεγονός ότι ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της κινητοποίησης ήταν και πανεπιστημιακοί που έχουν επίσης πρωταγωνιστήσει στην κριτική αμφισβήτηση της ουσιοκρατικής αντίληψης του έθνους; Θα πρέπει επιτέλους κάποιος να μας εξηγήσει γιατί αυτοί που θέλουν δωρεάν παιδεία οφείλουν να αποδεχθούν τον Παπαρρηγόπουλο, κι αυτοί που τον απορρίπτουν δεν τη θέλουν. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Γ. Μαργαρίτης ή ο Γ. Φουρτούνης είπαν κάτι τέτοιο. Το σκεπτικό τους όμως το οικειοποιήθηκαν εκείνοι που το υπαινίσσονται.

Παρατήρηση τρίτη: Ας δεχθούμε ότι σήμερα η έννοια του Ευρωπαίου πολίτη είναι κενή περιεχομένου και ότι μέσα στο γενικότερο κλίμα ανασφάλειας πολλοί -όπως απέδειξαν τα δημοψηφίσματα για το Ευρωσύνταγμα, οι περισσότεροι- στρέφονται προς το έθνος επειδή μόνο μέσα σ αυτό και όχι στην αφηρημένη ταυτότητα που προτείνει η ελίτ μπορούν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους. (Είναι η άποψη του Α. Πανταζόπουλου, όπως τη διατύπωσε στην «Ε».) Πρόκειται για σοβαρή ένσταση και επί του πραγματικού και, κυρίως, επί του πολιτικού. Δεν ξέρω όμως -και δεν ξέρω κανέναν που να ξέρει- ποίο το πρακτέον. Κατά συνέπεια εδώ πρέπει να αρχίσει μια μεγάλη και ελπίζω γόνιμη συζήτηση. Αλλά αξίζει να σημειώσουμε, ανατρέχοντας στην Ιστορία, ότι η έννοια του «εθνικού πολίτη» ήταν κάποτε εξίσου κενή περιεχομένου όσο η σημερινή του «Ευρωπαίου πολίτη». Υπενθυμίζω τη γνωστή φράση: «Φτιάξαμε την Ιταλία, καιρός να φτιάξουμε και τους Ιταλούς!».

Παρατήρηση τέταρτη και τελευταία: Η προάσπιση του έθνους στηρίζεται στη σιωπηρή ανασημασιοδότηση μιας πολιτικής έννοιας, η οποία έγινε με ιδεολογική και ρητορική ταχυδακτυλουργία χωρίς ποτέ κανείς να την υποστηρίξει ανοιχτά και να την τεκμηριώσει. Εννοώ ότι στο παρελθόν οποιαδήποτε αμφισβήτηση του έθνους αποτελούσε ατράνταχτη απόδειξη του προδοτικού διεθνισμού των κομμουνιστών.

Σήμερα όποιος βγαίνει από σύνορα εκτελεί οδηγίες του Σόρος. Το βρίσκετε τόσο απλό και προφανές ή κάποιοι έτσι το παρουσιάζουν; Θα ήταν πάντως λάθος να απαντήσουμε με μια ανάλογη και αντίστροφη ισοπεδωτική γενίκευση, εφόσον ένα είδος -και μόνο ένα είδος, το τονίζω!- του υπερεθνικού μπορεί όντως στο μυαλό ορισμένων να συμβαδίσει με την παγκοσμιοποιημένη ελεύθερη αγορά. Η αναγωγή όμως σε αυτό οποιασδήποτε αμφισβήτησης της εθνικής μεταφυσικής αποτελεί χονδροειδή απλούστευση ή εκ του πονηρού διαστρέβλωση.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι