Προσωρινοί οι εντυπωσιακοί ρυθμοί της οικονομίας

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 03/06/2007

Πώς γίνεται η Ελλάδα να είχε την τελευταία δεκαετία τόσο υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης ενώ διατηρεί πολύ σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα; Και για πόσον καιρό ακόμα θα μπορεί το εθνικό προϊόν να αυξάνεται με τέτοιους ρυθμούς; Στα ερωτήματα αυτά επιχειρεί να απαντήσει η έκθεση για τη χώρα μας που δημοσίευσε την περασμένη εβδομάδα ο ΟΟΣΑ.

Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία του αναθεωρημένου ΑΕΠ (που το αύξησαν κατά 26% σε σχέση με τους έως τώρα εθνικούς λογαριασμούς, και εκκρεμεί ακόμα η επικύρωσή τους από την Eurostat), η έκθεση εκτιμά ότι ο μέσος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ την τελευταία δεκαετία ήταν γύρω στο 4,5%, ο δεύτερος υψηλότερος μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ μετά την Ιρλανδία. Το 2005 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ είχε σαφώς ξεπεράσει το μέσο επίπεδο των 19 χωρών μελών του ΟΟΣΑ που είναι επίσης μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και τοποθετούνταν ανάμεσα στη Γερμανία και την Ιταλία (!). Καθώς η απασχόληση αυξανόταν αργά, μόλις πάνω από 0,5% το χρόνο, και δύσκολα εξηγείται μια τόσο μεγάλη βελτίωση της παραγωγικότητας, η έκθεση προτείνει έξι παράγοντες:

1) Βελτιώσεις στη ρύθμιση των αγορών προϊόντων, ιδίως τα χρόνια 1998-2003. 2) Την απελευθέρωση των χρηματοοικονομικών αγορών που έφερε μεγάλη αύξηση του δανεισμού των νοικοκυριών (30% το χρόνο) με αποτέλεσμα η κατανάλωση να αυξάνεται περισσότερο από το διαθέσιμο εισόδημά τους. 3) Τη συμμετοχή στην ΟΝΕ που μείωσε δραστικά τα επιτόκια, από το 2002 σε αρνητικά πραγματικά επίπεδα λόγω του υψηλότερου πληθωρισμού. 4) Τους Ολυμπιακούς Αγώνες που ενίσχυσαν τη ζήτηση και επέβαλαν μεγάλες επενδύσεις υποδομών. 5) Τις αναπτυσσόμενες αγορές της Νοτιοανατολικής Ευρώπης προς τις οποίες τριπλασιάσθηκαν οι ελληνικές εξαγωγές (17% του συνόλου, ενώ το μερίδιό τους προς την Ευρωζώνη έπεσε από 55% σε 35%). 6) Τη μεγάλη είσοδο μεταναστών κατά τη δεκαετία του 1990 που αύξησαν το εργατικό δυναμικό μεταξύ 5% και 10% και η απασχόλησή τους στην παραοικονομία παρέκαμπτε "ακαμψίες" (όπως τον κατώτατο μισθό) μειώνοντας το κόστος.

Αν και οι περισσότεροι από τους παράγοντες αυτούς είναι προσωρινοί, η έκθεση δεν αναμένει "σκληρή προσγείωση" της ελληνικής οικονομίας, θεωρώντας ότι ρυθμοί της τάξης του 4% θα συνεχισθούν για δύο ακόμα χρόνια. Η πρόβλεψη μεταολυμπιακής κάμψης διαψεύσθηκε, σημειώνει, καθώς η έντονη μεγέθυνση συνεχίσθηκε παρά τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος κατά 5 μονάδες του ΑΕΠ. Ειδικότερα, το προηγούμενο της Πορτογαλίας (παρατεταμένη ύφεση μετά από μια δεκαετία έντονης μεγέθυνσης) δεν κινδυνεύει να επαναληφθεί εδώ, μολονότι το εξωτερικό έλλειμμα είναι εξίσου μεγάλο (κοντά 10% του ΑΕΠ): ακόμα και αν το νομισματικό σφίξιμο συμπιέσει την Ευρωζώνη, το ελληνικό εξωτερικό εμπόριο αναπτύσσεται και προς άλλες περιοχές. Και ενώ ο δανεισμός των νοικοκυριών αυξήθηκε πολύ, συγκριτικά παραμένει αρκετά χαμηλότερος.

Για να διατηρηθεί όμως η ισχυρή μεγέθυνση πιο μακροπρόθεσμα, υποστηρίζει η έκθεση, θα απαιτηθούν περαιτέρω μεταρρυθμίσεις, ώστε να κινητοποιηθεί αναξιοποίητο εργατικό δυναμικό (μεγαλύτερες ηλικίες, νέοι, γυναίκες) και να βελτιωθεί το ανθρώπινο κεφάλαιο. Το υψηλό δημόσιο χρέος επιβάλλει ταχύτερη δημοσιονομική εξυγίανση, με πιο επιτακτική προτεραιότητα τη μεταρρύθμιση των συντάξεων, υποστηρίζει η φετεινή έκθεση. Επανέρχεται εξάλλου στις πάγιες υποδείξεις να επιτραπούν εισαγωγικοί μισθοί κάτω από τα θεσπισμένα κατώτατα, να περιορισθεί η προστασία από τις απολύσεις και να αρθούν τα εμπόδια στις αγορές δικτύων (ενέργεια). Για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, θεωρώντας ανεπαρκή τον πρόσφατο νόμο, εισηγείται αλλαγές σε λογική αγοράς.

Εργασία και συντάξεις

Οι επισημάνσεις του ΟΟΣΑ για τις συντάξεις δεν είναι καινούργιες. Αναφέρεται στην "ωρολογιακή βόμβα", καθώς οι δημόσιες δαπάνες για τις συντάξεις, από 10% του (αναθεωρημένου) ΑΕΠ με προβολή των σημερινών δεδομένων υπερδιπλασιάζονται ως το 2050, όταν στην Ε.Ε. των 15 αυξάνονται κατά 2,8 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η αύξηση σε μας κατά 10 και πλέον μονάδες λίγο οφείλεται στη δυσμενέστερη δημογραφική προοπτική (2,5 μονάδες). Κατά κύριο λόγο είναι αποτέλεσμα της υψηλής αναλογίας της δαπάνης ανά συνταξιούχο προς το προϊόν ανά εργαζόμενο, που ως το 2050 υποχωρεί κατά 8% στην Ελλάδα έναντι 35% στην Ε.Ε. των 15, καθώς εκεί όρια ηλικίας και τρόποι υπολογισμού των συντάξεων έχουν αλλάξει.

Προκύπτει έτσι το παράδοξο μιας δυσβάσταχτης δημόσιας δαπάνης, ενώ στη μεγάλη τους πλειονότητα οι συντάξεις στην Ελλάδα είναι πολύ χαμηλές και ο ΟΟΣΑ παραδέχεται το υψηλό ποσοστό της φτώχειας μεταξύ των ηλικιωμένων (28% έναντι 20% στην Ε.Ε. των 15). Αυτό εξηγείται με τη χαμηλή, συγκριτικά, πραγματική ηλικία συνταξιοδότησης, με την πληθώρα των ταμείων και τις μεγάλες ανισότητες μεταξύ κατηγοριών ασφαλισμένων, όπου οι πιο γενναιόδωρες κρατικές επιδοτήσεις δεν κατευθύνονται σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, σημειώνει η έκθεση με παραδείγματα.

Στις ηλικίες 25-54 ετών οι άνδρες στην Ελλάδα είχαν το 2005 ποσοστό απασχόλησης πάνω από 90%, το υψηλότερο στον ΟΟΣΑ (ξεπερνώντας και τις ΗΠΑ!), σε όλες τις άλλες κατηγορίες όμως το ποσοστό απασχόλησης είναι συγκριτικά χαμηλό: 42% και για τα δύο φύλα στις ηλικίες 55-64 ετών, καθώς στο θεσπισμένο όριο των 65 ετών εξακολουθεί να συνταξιοδοτείται μόλις το 15% των ανδρών. Η έκθεση αναλύει τα οικονομικά αντικίνητρα για την παραμονή στην ενεργό δραστηριότητα (π.χ., αν κάποιος συμπληρώσει 37 χρόνια εισφορών στα 57 του, η σύνταξή του παύει να αυξάνεται) και τα κίνητρα και τα ειδικά καθεστώτα που διευκολύνουν την πρόωρη συνταξιοδότηση. Το 10% των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ εξακολουθεί να αποχωρεί πρόωρα, και το 40% αποχωρεί με μειωμένη σύνταξη 15ετίας. Προνομιακό διατηρείται το ασφαλιστικό κόστος για τους αυταπασχολούμενους, καθώς οι εισφορές τους δεν υπολογίζονται στο πραγματικό εισόδημα αλλά σε αρκετά χαμηλότερες βάσεις, με αποτέλεσμα να προσελκύονται εκεί περισσότεροι απασχολούμενοι, στρεβλωτικά για την οικονομία συνολικά.

Η έκθεση εισηγείται σαφέστερη σύνδεση μεταξύ εισοδήματος, εισφορών και επιπέδου συντάξεων (μεταξύ άλλων με τον υπολογισμό της σύνταξης επί του εισοδήματος όλων των ετών εργασίας) ως αποτελεσματικό μέσο για την καταπολέμηση της εκτεταμένης εισφοροδιαφυγής, αλλά και ως κίνητρο για την παραμονή στην ενεργό απασχόληση και στη νόμιμη οικονομία.

Το ποσοστό ανεργίας στην Ελλάδα (9%) είναι από τα υψηλότερα στον ΟΟΣΑ, και εξαιρετικά υψηλό (25%) είναι στους νέους 15-24 ετών. Ως εμπόδιο για την απασχόληση των νέων η έκθεση εντοπίζει το συγκριτικά υψηλό νόμιμο κατώτατο μισθό (στο 45% του διαμέσου, έναντι 28% για τους νέους π.χ. στην Ολλανδία) και συνιστά την καθιέρωση χαμηλότερου μισθού από τον κατώτατο ειδικά για τους νέους, με μειωμένες ασφαλιστικές κρατήσεις, όπως ισχύει σε πολλές χώρες.

Ούτε σοκ ούτε δέος

Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης, που δημιουργήθηκε αμέσως μετά το Β Παγκόσμιο Πόλεμο από τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, ενσωματώνοντας κατόπιν και ορισμένες αναπτυσσόμενες (π.χ. Τουρκία, Μεξικό), δεν επιβάλλει πολιτικές στα μέλη του (όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση ή το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε όποιο κράτος προσφεύγει αδυνατώντας να δανεισθεί αλλού). Διακρίνεται για τις οικονομικές αναλύσεις, μελέτες και προτάσεις που επεξεργάζεται και για τις συμβουλευτικές υπηρεσίες που παρέχει, οι οποίες πάντως δεν είναι δεσμευτικές. Αφού κατά τον Ψυχρό Πόλεμο έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο οικονομικά συστήματα, από τα τέλη της δεκαετίας του 70 συνέβαλε στην επικράτησή του νεοφιλελευθερισμού ως "ορθόδοξης" επιστημονικής και πολιτικής σκέψης, προσαρμόζοντας εντωμεταξύ τα πιο άκαμπτα αρχικά του δόγματα. (Μπροστά στην εξαιρετική ανάπτυξη των Σκανδιναβικών χωρών αναγκάσθηκε, για παράδειγμα, να μετριάσει την αντίθεσή του στην υψηλή φορολογία και τις μεγάλες δημόσιες δαπάνες.) Με έμφαση στο "ανθρώπινο κεφάλαιο", τα τελευταία χρόνια διερευνά συγκριτικά εθνικές εκπαιδευτικές επιδόσεις, και στις ερευνές του αυτές αναγνωρίζεται ιδιαίτερο βάρος (στην PISA π.χ. για τις γλωσσικές και μαθηματικές ικανότητες των δεκαπεντάχρονων).

Οι εκθέσεις του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα έχουν περιλάβει κατά καιρούς πολύτιμες επισημάνσεις που απουσίαζαν από εγχώριες αναλύσεις (π.χ. για το φορολογικό σύστημα που απαλλάσσει το εισόδημα από κεφάλαια ή τη διοικητική μεταρρύθμιση και το φαύλο κύκλο χαμηλών μισθών και κακών υπηρεσιών, πέρυσι για τη μετανάστευση), μαζί με συστάσεις που στρέφονταν κατά αναγνωρισμένων κοινωνικών δικαιωμάτων. Αλλά από μια συλλήβδην ιδεολογική απόρριψη φαίνεται χρησιμότερη μια προσεκτική κριτική ανάγνωση διαπιστώσεων και προτάσεων, για την ίδια την επεξεργασία των αναγκαίων εναλλακτικών πολιτικών.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι