Οι άγνωστες αρετές του γερμανικού εκλογικού συστήματος

Angelica Schwall-Düren, Le Figaro, ppol.gr, 05/06/2007

Οι δυτικοί άνεμοι φέρνουν ως την άλλη πλευρά του Ρήνου τις συζητήσεις που γίνονται στη Γαλλία για το εκλογικό της σύστημα.

Οι διαρκείς τοποθετήσεις πολλών Γάλλων υπέρ του γερμανικού εκλογικού συστήματος ίσως να καθιστούν αναγκαία τη διασαφήνιση ορισμένων πλευρών του.

Μία από τις αρετές του γερμανικού συστήματος που φαίνεται πως προσελκύει τους Γάλλους μεταρρυθμιστές είναι πως συμπεριλαμβάνει μια δόση αναλογικής.

Οι εκλογές σε ομοσπονδιακό επίπεδο, οι εκλογές δηλαδή των μελών της «ομοσπονδιακής βουλής» (Μπούντεσταγκ), από την οποία εκλέγεται και ο (ή η) καγκελάριος, γίνονται πράγματι με ένα μεικτό σύστημα, που αναμειγνύει το πλειοψηφικό σύστημα με μονοσταυρία σε μονοεδρικές περιφέρειες με την αναλογική.

Πιο συγκεκριμένα: κάθε εκλογέας διαθέτει δύο ψήφους. Με την καθεμιά τους ψηφίζει για τους μισούς εκπροσώπους της Μπούντεσταγκ.

Με την πρώτη του ψήφο (Erststimme) επιλέγει ένα πρόσωπο, το μοναδικό υποψήφιο ενός κόμματος σε κάθε μία από τις 299 συνολικά μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες.

Οι 299 υποψήφιοι που πλειοψηφούν (ακόμα και με σχετική πλειοψηφία) στις μονοεδρικές τους περιφέρειες εκλέγονται και διαθέτουν αυτό που ονομάζουμε «άμεση εντολή» (Direktmandat).

Με την δεύτερη ψήφο του (Zweitstimme) κάθε εκλογέας επιλέγει ένα από τα κόμματα του κρατιδίου του (Landesliste).

Αυτή η δεύτερη ψήφος είναι που καθορίζει πόσους εκπροσώπους θα έχει το κάθε κόμμα στην Μπούντεσταγκ, στην οποία εκπροσωπούνται τα κόμματα που είτε λαμβάνουν το 5% των ψήφων σε ομοσπονδιακό επίπεδο, είτε εκλέγουν τρεις τουλάχιστο βουλευτές με «άμεση εντολή».

p

Στο «γερμανικό σύστημα» το όριο του 5% είναι εν των ων ουκ άνευ όρος για να υπάρξει δόση αναλογικής. Οι κακές αναμνήσεις από τη δημοκρατία της Βαϊμάρης, με τις ασταθείς κυβερνήσεις και την ύπαρξη υπερβολικά πολλών κομμάτων στο κοινοβούλιο κατέστησαν υποχρεωτικό αυτό το όριο.

Μετά τη λήξη της ψηφοφορίας, ένας πολύπλοκος υπολογισμός επιτρέπει να εξομαλυνθεί το ποσοστό των εκλεγμένων από το κάθε κόμμα βουλευτών χάρη στην «πρώτη ψήφο», σύμφωνα με τα ποσοστά των κομμάτων στη «δεύτερη ψήφο».

Αν π.χ. στο κρατίδιο της Βεστφαλίας-Ρηνανίας το κόμμα μου, οι σοσιαλδημοκράτες (SPD), δικαιούνται με βάση τα αποτελέσματα της «δεύτερης ψήφου», 60 βουλευτές, έχουν όμως εκλέξει μόνο 40 χάρη στην «άμεση» εκλογή στις μονοεδρικές περιφέρειες, θα εκλέξουν άλλους 20 βουλευτές, τους πρώτους στην κομματική λίστα στο συγκεκριμένο κρατίδιο.

Στην περίπτωση που ένα κόμμα εκλέξει χάρη στην πρώτη ψήφο σε κάποιο κρατίδιο περισσότερους εκπροσώπους από ότι δικαιούται με βάση τα αποτελέσματα της δεύτερης ψήφου, δεν χάνει αυτές τις «πλεονασματικές εντολές» (Überhangmandate): στην περίπτωση αυτή απλά αυξάνει ο συνολικός αριθμός των βουλευτών!

Βλέπουμε έτσι τον αριθμό των μελών της Μπούντεσταγκ να αυξομειώνεται ανάλογα με τις εκλογές: σήμερα διαθέτει 614 βουλευτές, έναντι 601 μετά τις εκλογές του 2002.

Το σύστημα αυτό επιτρέπει να αντιπροσωπεύονται στο κοινοβούλιο ακόμα και κόμματα που είναι ισχυρά σε ορισμένες μόνο περιοχές της χώρας.

Το πλεονέκτημα αυτού του συστήματος των «δύο επιλογών», που ονομάζεται «σύστημα εξατομικευμένης αναλογικής», είναι πως επιτρέπει στους υποψήφιους βουλευτές να εκλεγούν είτε χάρη στην προσωπικότητά τους (χάρη στην πρώτη ψήφο) είτε μέσω του κόμματός τους (χάρη στη δεύτερη).

Και οι εκλογείς όμως μπορούν να κατανείμουν τις επιλογές τους με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

Επιπλέον τα μικρά κόμματα, που δεν θα μπορούσαν να επικρατήσουν σε μονοεδρικές περιφέρειες, αποκτούν χάρη στην αναλογική ισχυρή εκπροσώπηση στην Μπούντεσταγκ: έτσι π.χ. οι «πράσινοι» εξέλεξαν το 2005 ένα μόνο βουλευτή με «άμεση εντολή», διαθέτουν όμως 51 βουλευτές στο κοινοβούλιο!

p

Οι ιδιαιτερότητες όμως του γερμανικού εκλογικού συστήματος αναδεικνύονται πλήρως μετά τις εκλογές: πρόκειται για ένα σύστημα που καθιστά πρακτικά αδύνατη την αυτοδυναμία.

Στα 58 χρόνια κοινοβουλευτικής ζωής της ομοσπονδιακής δημοκρατίας δεν είχαμε αυτοδυναμία παρά σε μία μόνο περίπτωση! Μετά τις εκλογές αρχίζουν λοιπόν οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των κομμάτων, που οδηγούν σε σημαντικές προγραμματικές αλλαγές (που όχι σπάνια δυσαρεστούν τους εκλογείς).

Ας έρθουμε τώρα στο «μεγάλο συνασπισμό» συντηρητικών (CDU) και SPD, που μοιάζει να ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους Γάλλους.

Επιθυμώ να διευκρινίσω πόσο λανθασμένη είναι η ιδέα -που κυκλοφορούσε πολύ στη Γαλλία στην προεκλογική περίοδο των προεδρικών εκλογών του 2007- σύμφωνα με την οποία ο «μεγάλος συνασπισμός» είναι ο αυτοσκοπός του γερμανικού εκλογικού συστήματος (ή η φυσιολογική του συνέπεια)!

Όπως είπε και ο πολιτικός επιστήμων Χένρικ Εντερλάιν (Henrik Enderlein), ο «μεγάλος συνασπισμός» είναι ένας «γάμος συμφερόντων» που επιβλήθηκε από δύο στοιχεία των αποτελεσμάτων των εκλογών του 2005:

• Από την αδυναμία των «παραδοσιακών συμμαχιών» SPD-«πρασίνων» και CDU-«φιλελεύθερων» να σχηματίσουν κυβέρνηση

• Από την υποχρέωση να συμπεριλαμβάνεται η CDU στην κυβέρνηση, αφού ήδη κατείχε την πλειονοψηφία στο δεύτερο νομοθετικό σώμα την «Μπούντεσρατ» που έχει δικαίωμα αρνησικυρίας στους νόμους που ψηφίζει η Μπούντεσταγκ.

Η συμμαχία προκύπτει λοιπόν από την εκτίμηση πως αυτό που προέχει είναι να γίνουν ορισμένες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, μία εκτίμηση που υπερβαίνει το πνεύμα του ομοσπονδιακού εκλογικού νόμου.

Η Angelica Schwall-Düren είναι αντιπρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του SPD

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι