Ευρωεπιτόκια και Ευρωσύνταγμα

Επανέρχεται η πρόταση «οικονομικής κυβέρνησης»

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 06/06/2007

Μια νέα αύξηση του κεντρικού επιτοκίου του ευρώ στο 4% αναμένεται να επιβληθεί σήμερα. Τη σχετική απόφασή της έχει προαναγγείλει έμμεσα αλλά πολύ σαφώς εδώ και έναν μήνα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) με την καθιερωμένη συνθηματική διατύπωση της «ισχυρής επαγρύπνησης» με την οποία διαμηνύει κάθε επικείμενη αύξηση. Σύμφωνα με όλες τις επίσημες προβλέψεις, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα διατηρηθεί κάτω από 2% ώς το τέλος του έτους, αλλά η ΕΚΤ διαβλέπει μεσοπρόθεσμα τους «ανοδικούς κινδύνους» να εντείνονται. Από το 2006 η ευρωπαϊκή οικονομική μεγέθυνση συνεχίζεται ισχυρή, παρουσιάζοντας κάποια πρώτα καλά αποτελέσματα και στην απασχόληση. Δεν έχει επηρεασθεί από την κάμψη που υφίσταται η αμερικανική οικονομία, καθώς με ένα 2,7% ο ρυθμός αύξησης του ευρωπαϊκού Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος προβλέπεται φέτος διπλάσιος του αμερικανικού. Η αντιστροφή αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί σημαντική, οικονομικά αλλά και πολιτικά, τονώνοντας την εμπιστοσύνη στο διαφορετικό ευρωπαϊκό μοντέλο, το οποίο επί χρόνια ενοχοποιούνταν για τη χαμηλότερη ανάπτυξη- και την υψηλότερη ανεργία- σε σύγκριση με τις ΗΠΑ. Ήδη υπάρχουν όμως ενδείξεις, στην αγορά στέγης ιδίως, ότι οι διαδοχικές αυξήσεις των επιτοκίων αρχίζουν να «δαγκώνουν». Προεξοφλώντας μία ακόμα αύξηση στο 4,25% εντός του έτους, η πρόσφατη εξαμηνιαία έκθεση του ΟΟΣΑ προβλέπει ως εκ τούτου την οικονομική μεγέθυνση στην ευρωζώνη το 2008 να υποχωρεί στο 2,3%, και πάλι πίσω από τις ΗΠΑ που θα φθάσουν ένα 2,5%.

Αυτά τα πρόσθετα δέκατα της μονάδας στο επιτόκιο του ευρώ συμπίπτουν και συνδέονται με τη δύσκολη συζήτηση για να ξεπεραστεί η ευρωπαϊκή συνταγματική κρίση, που η γερμανική προεδρία επιδιώκει να καταλήξει μέσα στον Ιούνιο. Επισκεπτόμενος την καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, τις Βρυξέλλες, και κατόπιν τη Μαδρίτη, ο νέος πρόεδρος της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί τάχθηκε υπέρ μιας απλουστευμένης, αλλά όχι «νερωμένης» συνθήκης. Χωρίς να επαναφέρει τις προεκλογικές του αμφισβητήσεις ως προς τον αυτόνομο ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πρόβαλε πάντως τη γνώμη ότι χρειάζεται να δημιουργηθεί μια «ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση». Πρόκειται για παλιά θέση της Γαλλίας- σ΄ αυτήν, υπενθυμίζεται, είχε δώσει μεγάλο βάρος κατά την αρχική συζήτηση για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα ο τότε πρωθυπουργός της χώρας Λιονέλ Ζοσπέν- η οποία παράλληλα υποστηριζόταν από πολλούς ευρωπαϊστές πολιτικούς, τεχνοκράτες και διανοούμενους σε διάφορες χώρες. Κρινόταν αναγκαία για να λειτουργήσει σε σωστές βάσεις η νομισματική ένωση, καθώς το ιστορικά καινοφανές ενός ενιαίου νομίσματος χωρίς κυβέρνηση και αντίστοιχο προϋπολογισμό δεν θα μπορούσε να διαρκέσει επ΄ άπειρον, και, φυσικά, για να ξεπερασθεί το δημοκρατικό έλλειμμα όπου πραγματική εξουσία για τη διαχείριση της οικονομίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο έχει αποκλειστικά ένα μη εκλεγμένο όργανο, η διοίκηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

O Σαρκοζί δεν έχει διευκρινίσει δημόσια πώς εννοεί την «ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση», ούτε έχουν γίνει ώς τώρα γνωστές συγκεκριμένες τοποθετήσεις άλλων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Με τις διαφορές που επικρατούν σήμερα μεταξύ των 27, οι προοπτικές δεν διαγράφονται ιδιαίτερα αισιόδοξες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει ωστόσο η συζήτηση που έχει ανοίξει στην Ισπανία, την πρώτη χώρα που κύρωσε με δημοψήφισμα το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα. Δύο εκδοχές για να προχωρήσει η συνταγματική συνθήκη στο θέμα αυτό εξέθεσε προχθές στην Εl Ρais ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο της Μαδρίτης Κάρλος Μούλας-Γρανάδος, που ασχολείται ειδικά με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Η πρώτη θα ήταν να ενισχυθεί η Ευρωομάδα, η ομάδα των υπουργών Οικονομικών των χωρών της ευρωζώνης, και να γίνει, όπως πρότεινε πρόσφατα ο πνευματικός πατέρας του ευρώ Ζακ Ντελόρ, «ο πυρήνας μιας ευρωπαϊκής οικονομικής κυβέρνησης που θα συντόνιζε τις οικονομικές πολιτικές, θα διαλεγόταν ισότιμα με την ΕΚΤ και θα προωθούσε την εναρμόνιση της φορολογίας και των κοινωνικών πολιτικών στην Ευρώπη».

Η δεύτερη, πιο φιλόδοξη, κατ΄ αρχάς θα τροποποιούσε τους στόχους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ώστε μαζί με τον έλεγχο του πληθωρισμού να επιδιώκει και τη μεγέθυνση και την απασχόληση (όπως προβλέπει το καταστατικό της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ). Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι μέσω της ενίσχυσης της Ευρωομάδας θα οδηγούσε σε μια πραγματική ευρωπαϊκή οικονομική κυβέρνηση με την εξουσία να επιβάλλει ευρωπαϊκούς φόρους και με αυτούς να χρηματοδοτεί ευρωπαϊκές πολιτικές σταθεροποίησης, κοινωνικής συνοχής, έρευνας, τεχνολογικής σύγκλισης, ενέργειας, περιβάλλοντος. Μια τέτοια ευρωπαϊκή κυβέρνηση θα έλυνε το πολιτικό έλλειμμα για το οποίο έχει κατηγορηθεί η νομισματική ένωση με τον τρόπο που θεσπίστηκε και θα άρχιζε να εκπληρώνει το όραμα όσων πριν από τριάντα χρόνια τη σχεδίασαν ως ενδιάμεσο βήμα για την πολιτική ένωση της Ευρώπης, γράφει ο Μούλας-Γρανάδος. Στην παρούσα πολιτική συγκυρία δεν θεωρεί, βέβαια, ρεαλιστικό ένα τόσο προωθημένο σενάριο. Υποστηρίζει όμως ότι η διαπραγμάτευση για τη συνταγματική συνθήκη θα πρέπει να αξιοποιηθεί για να γίνουν βήματα σε μια τέτοια κατεύθυνση. Και καλεί την κυβέρνηση Θαπατέρο να ηγηθεί σ΄ αυτήν την προσπάθεια.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι