Και πάλι Ευρωσύνταγμα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 10/06/2007

Ο πενιχρός συμβιβασμός του G8 στο Χάιλιγκενταμ περισσότερο συνιστούσε άσκηση δημοσίων σχέσεων παρά ανάληψη πραγματικών δεσμεύσεων εκ μέρους των πλουσιότερων και ισχυρότερων κρατών της Γης. Δεν είναι χωρίς σημασία η συνυπογραφή του Μπους, ο οποίος δυστροπούσε ώς την τελευταία στιγμή, στην απόφαση να συμφωνηθεί στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών η συνέχεια του Πρωτοκόλλου του Κιότο (που ουδέποτε κύρωσαν οι ΗΠΑ), ώστε να περιορισθούν δραστικά οι ανθρώπινες δραστηριότητες που απειλούν το κλίμα. Ούτε είναι αμελητέα για την Αφρική τα 60 δισ. δολάρια που δηλώθηκε ότι θα διατεθούν για την καταπολέμηση του AIDS και άλλων επιδημιών. Εξασφαλίσεις όμως δεν παρέχουν και η απόστασή τους από τις σημερινές ανάγκες και δυνατότητες είναι τεράστια.

Θα μπορούσε το αποτέλεσμα να είναι διαφορετικό; Με τη σημερινή πολιτική διάρθρωση του κόσμου φαίνεται πως όχι. Η ομάδα G8 είχε ένα χρήσιμο ρόλο όταν ιδρύθηκε ως G5 (ΗΠΑ, Ιαπωνία, Γαλλία, Γερμανία, Βρετανία) το 1974, μετά την κατάρρευση των συμφωνιών του Μπρέτον Γουντς, συντονίζοντας την αντιμετώπιση των διεθνών νομισματικών αναταραχών, αλλά πλέον αποτελεί παρωχημένο σχήμα. Η προσχώρηση του Καναδά και της Ιταλίας αμέσως κατόπιν, τελευταία και της Ρωσίας, ενόσω αποκλείεται η Κίνα, η ισχυρότερα αναπτυσσόμενη οικονομία με το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πληθυσμού, καθιστά το G8 ελάχιστα αντιπροσωπευτικό του σημερινού πλανητικού συσχετισμού δυνάμεων. Μέσω τεσσάρων διαφορετικών κυβερνήσεων, η εκπροσώπηση της Ευρώπης πρακτικά ακυρώνεται. Ουσιαστικότερες συνεννοήσεις με λιγότερες φωτογραφίες διεξάγουν οι ηγέτες των ΗΠΑ και της Κίνας, ή της Ρωσίας, πάνω από τα κεφάλια των Ευρωπαίων.

Για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια, ωστόσο, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη, τη διάσωση του περιβάλλοντος, εν τέλει για μια παγκόσμια διακυβέρνηση σε δημοκρατικές βάσεις, η Ευρώπη θα μπορούσε να παίξει πολύ σημαντικό ρόλο. Τη γενική κατεύθυνση δείχνουν οι παρεμβάσεις της όλα τα τελευταία χρόνια, με πιο προφανή την υπόθεση του κλίματος, όποιες εναλλαγές, ή οπισθοχωρήσεις, και αν συντελούνται στο πολιτικό της φάσμα. Οι παρεμβάσεις αυτές δεν έχουν την ισχύ που θα αναλογούσε στην Ευρώπη, στο μέγεθος και το επίπεδο ανάπτυξης της οικονομίας της, της γνώσης που συγκεντρώνει, επειδή πολιτικά δεν υφίσταται ενιαία εκπροσώπηση. Γι αυτό, όπως και για την προοπτική ευημερίας των εξακοσίων εκατομμυρίων Ευρωπαίων πολιτών, είναι πολύ σημαντικές οι συζητήσεις που θα γίνουν στην ευρωπαϊκή σύνοδο κορυφής την επόμενη εβδομάδα.

Ζητούμενο είναι να ξεπεραστεί η συνταγματική κρίση των δύο τελευταίων ετών, μετά την απόρριψη του σχεδίου συνταγματικής συνθήκης στα δημοψηφίσματα της Γαλλίας και της Ολλανδίας. Με τις απόψεις που επικρατούν στις κυβερνήσεις των 27, εκείνο το σχέδιο, προϊόν συμβιβασμού μεταξύ νεοφιλελεύθερων και πιο σοσιαλδημοκρατικών αντιλήψεων, και μεταξύ εμμονών στην εθνική κυριαρχία και πιο ευρωπαϊστικών λογικών, το οποίο είχε κυρωθεί από 18 κράτη μέλη, αποκλείεται να επανέλθει. Η τάση είναι για μια πολύ συντομότερη συνθήκη. Ακόμα λιγότερο ευνοϊκοί είναι σήμερα οι όροι για μιαν ευρύτερη κατοχύρωση κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων, όπως αγωνιστικά την επιδίωξαν οι δυνάμεις της ευρωπαϊκής αριστεράς. Αλλά το κρίσιμο τούτη την ώρα είναι η σύνοδος να καταλήξει σε αποφάσεις που να ανοίγουν το δρόμο για επόμενα βήματα προς την πολιτική ενοποίηση, ο δρόμος αυτός να μην κλείσει.

Εντύπωση προκαλεί ένα πρόσφατο άρθρο του Γιόσκα Φίσερ, ο οποίος τον Μάιο του 2000, με την ομιλία του στο πανεπιστήμιο Χούμπολντ του Βερολίνου "για μια ομοσπονδιακή Ευρώπη", είχε δώσει το έναυσμα για τη συνταγματική διαδικασία που ακολούθησε. Δεν έχει σημασία πώς θα αποκαλείται, "συνταγματική συνθήκη" ή όπως αλλιώς, το ιδρυτικό κείμενο που θα υιοθετηθεί, λέει. Το μεγάλο τρίτο μέρος, που περιλαμβάνει θεσπίσεις προηγουμένων συνθηκών, μπορεί να παραλειφθεί, αφού όλες οι συνθήκες παραμένουν σε ισχύ. Εφόσον οι αντιδράσεις αποδειχθούν ανυπέρβλητες, μπορεί να αναβληθεί το δεύτερο μέρος, ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, μολονότι θα ήταν οδυνηρό, καθώς θα επιδείνωνε το δημοκρατικό έλλειμμα, προσθέτει. Τα θεμελιώδη δικαιώματα θα έμεναν για την ώρα αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

Αλλά απολύτως απαραίτητο θεωρεί ο Φίσερ να διατηρηθεί το πρώτο μέρος που θεσπίζει νέα διαδικασία για τη λήψη των αποφάσεων, με τον κανόνα της "διπλής πλειοψηφίας" που εξισορροπεί τον ρόλο των κρατών και του πληθυσμού. Μια νέα διαπραγμάτευση που θα διέλυε αυτήν την αρχή θα ήταν ιστορική αποτυχία, μεγάλη υποχώρηση για το μέλλον της Ευρώπης, οπότε καλύτερα να μην εγκριθεί καμία συνθήκη, υποστηρίζει. Και καλεί τους ισχυρότερους, τη Μέρκελ, τον Σαρκοζί και τον Μπράουν, να υπερβούν τις διαφορές τους και να συμφωνήσουν στην ουσία, που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να παίξει τον ρόλο της στην παγκοσμιοποίηση.

Τόση ρεάλ-πολιτίκ ίσως ξενίζει. Αλλά εμένα μου θύμισε μια από τις πρώτες μου δουλειές στην "Αυγή" πριν από κοντά τριάντα χρόνια, μια συνέντευξη που είχα πάρει από τον καθηγητή του εργατικού δικαίου Τζίνο Τζούνι, "πατέρα" του ιταλικού "καταστατικού χάρτη των εργαζομένων". Τέτοιοι θεσμοί, είχε εξηγήσει, λειτουργούν στον βαθμό που αποτυπώνουν τους πραγματικούς συσχετισμούς δύναμης μεταξύ των συγκρουομένων κοινωνικών συμφερόντων: Στον Βορρά ο κατασταστικός χάρτης ήταν ξεπερασμένος από τις πιο προωθημένες κατακτήσεις των συνδικάτων, στην κεντρική Ιταλία ίσως να βοήθησε, αλλά στον καθυστερημένο Νότο δεν εφαρμόσθηκε ποτέ...

Θέμα επικαιρότητας:
Ευρωπαϊκό Σύνταγμα

Σύνολο: 65 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι