Δικαιοσύνη ή αυθαιρεσία;

Το σκάνδαλο της ποινής στα ελληνικά δικαστήρια

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 13/06/2007

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος κατηγορούμενος καταδικάζεται για ληστεία. Θα μπορούσε στην περίπτωσή του να είναι εξίσου σωστό να επιβληθεί μια ποινή κάθειρξης είκοσι ετών και εξίσου σωστό να του επιβληθούν πέντε χρόνια;

«Οχι», θα απαντήσει ο καθένας. Το βάρος των δύο ποινών απέχει σχεδόν «μια ζωή». Η αναλογία ευθύνης-κύρωσης, αίτημα πανάρχαιο και πάνδημο, δεν επιτρέπει την ισοπέδωση. «Οχι», απαντούν ανέκαθεν ιδίως οι κρατούμενοι, «τα χρόνια δεν είναι στραγάλια».

Την ίδια αρνητική απάντηση υπαγορεύει έμμεσα το ελληνικό Σύνταγμα1: κατοχυρώνει τη βασική προϋπόθεση για να διακρίνεται και να ελέγχεται η ορθότητα της δικαστικής κρίσης, δηλαδή την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των δικαστικών αποφάσεων. Ο Ποινικός Κώδικας εξάλλου ρητά συνδέει την επιταγή της αιτιολογίας (και) με την επιμέτρηση συγκεκριμένης ποινής. Τον έλεγχο ορθότητας της επιβαλλόμενης ποινής ζητούσε και ο εμπνευστής της σχετικής ρύθμισης του Ποινικού Κώδικα Ν. Χωραφάς2, ενώ τα ίδια παραπάνω συνόψιζαν τα πορίσματα του προ εικοσαετίας Α Συνεδρίου της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου3.

Συμφωνούν λοιπόν όλοι ότι στην ίδια ακριβώς υπόθεση δεν μπορεί να ταιριάζουν εξίσου μια ελαφριά και μια συντριπτική ποινή; Οχι, διαφωνούν τα ποινικά δικαστήρια, τα οποία θεωρούν τον έλεγχο ορθότητας της ποινής αδύνατο και την ειδική αιτιολογία περιττή. Γι αυτό, αντί να αιτιολογούν ειδικά τις επιλογές ποινών, αντιγράφουν στις αποφάσεις τους τα νομοθετικά προβλεπόμενα κριτήρια.

«Δεν αποτελεί ειδικό σκεπτικό η μηχανική αντιγραφή (copy paste) του ίδιου πάντοτε κειμένου», διαμαρτύρεται η κοινή λογική. «Αποτελεί», αποφαίνεται όμως η ποινική εξουσία.

«Δεν επιτρέπεται να παραγνωρίζονται οι σαφείς προτροπές του Συντάγματος, του Ποινικού Κώδικα, καθώς και τα ομόφωνα πορίσματα των ειδικών», συνεχίζεται η διαμαρτυρία. «Ναι, επιτρέπεται», απαντούν έμπρακτα οι δικαστικές επιλογές ποινών. Εννοείται ότι οι κρίνοντες, όταν είναι αυστηροί ή σκληροί, ποτέ δεν κρίνονται.

Οι βαρειές ποινές για την κατάχρηση στο Πάντειο συνιστούν μια αφορμή για την παραπάνω κριτική. Κάποιοι έσπευσαν βέβαια αμέσως να προσφέρουν στηρίγματα στο ισχύον μοντέλο των ανέλεγκτων επιλογών. «Η κριτική τώρα ασκείται επειδή οι καταδικασθέντες ήταν μεγαλόσχημοι», ισχυρίστηκαν. Αποσιωπήθηκε το γεγονός ότι έντονες αντιδράσεις των νομικών (Δικηγορικών Συλλόγων, πανεπιστημιακών) για την υπερβολική ποινική αυστηρότητα εκδηλώνονται από καιρό και αφορούν οποιονδήποτε πολίτη, μεγαλόσχημο ή ταπεινό. Αναφέρονται πάντως παρακάτω τρεις, κι όχι μόνο μια, αφορμές για τη σημερινή μας ενασχόληση.

Στην περίπτωση του Παντείου μια υπερβολή, η απειλή δηλαδή ισοβίων για καθαρά περιουσιακό έγκλημα, εδρεύει ήδη στον μετεμφυλιακό ειδικό νόμο του 1950. Ο στόχος του νομοθέτη για δραστική προστασία της περιουσίας του Δημοσίου παραμένει καίριος. Η ακραία ωστόσο αυστηρότητα των ποινών (έως ισόβια) είχε υπαγορευθεί από έκτακτες περιστάσεις που δεν συντρέχουν σήμερα. Οι άδικες πράξεις στο Πάντειο δείχνουν βαρύτατες. Η καταδίκη όμως και η επιλογή ποινής πρέπει να είναι σύστοιχες όχι μόνο προς τη βαρύτητα των πράξεων αλλά και προς τον βαθμό συμμετοχής (ή μη) του καθενός κατηγορουμένου σε αυτές· η επιλογή ποινής επίσης πρέπει να επηρεάζεται από στοιχεία όπως η προηγούμενη ζωή του.

Τη διοχέτευση της προσοχής και της αυστηρότητας της σύγχρονης ποινικής Δικαιοσύνης στην κατεύθυνση της προστασίας των περιουσιακών αγαθών, με παράλληλη υποτίμηση άλλων εξίσου ή περισσότερο σημαντικών αξιών, μαρτυρούν τα άλλα δύο παρακάτω παραδείγματα. Δεν αφορούν τιτλούχους ή επιφανείς, αλλά δύστυχους και αφανείς.

Από τον Τύπο έγινε γνωστή4 η περίπτωση της καταδίκης δύο νεαρών Ρουμάνων λαθρομεταναστών από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης σε δεκαετή κάθειρξη για κλοπές κατ εξακολούθηση από άτομα που ενωμένα διέπρατταν κλοπές κατ επάγγελμα. Προέκυψε ότι στις έξι από τις δέκα περιπτώσεις αφαίρεσαν ή κατανάλωσαν τρόφιμα (ψωμί, ντομάτα και τυρί, δήλωσε ένα θύμα κλοπής), ενώ σχεδόν όλα τα θύματα κατέθεσαν ότι δεν επιθυμούσαν την ποινική τους δίωξη.

Ο Τύπος επίσης αποκάλυψε μια άλλη εντυπωσιακή απόφαση. Το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο καταδίκασε ένα λιμενικό σε έξι μόνο μήνες φυλάκιση με αναστολή για μια αποκρουστική πράξη σε βάρος ενός Κούρδου λαθρομετανάστη: πράξη βιασμού, απεχθούς βασανισμού και καταρράκωσης της αξιοπρέπειας ενός ανυπεράσπιστου ανθρώπου (απόσπασμα της δικαστικής απόφασης το οποίο εκθέτει την άθλια πράξη δημοσιεύθηκε εδώ επί λέξει)5.

Τα παραπάνω τρία δείγματα δείχνουν ότι οι σκληρές και δυσανάλογες επιλογές ποινών δεν αποτελούν μόνο μια (κακή) μόδα της εποχής. Είναι δυστυχώς επιλεκτικές. Οταν ο δράστης ανήκει σε κρίσιμες ιεραρχίες του συστήματος, καθώς και όταν το πληττόμενο αγαθό δεν είναι η μέγιστη αξία «περιουσία» αλλά απλώς η ελευθερία και η αξιοπρέπεια ενός ανθρώπου, τότε η ποινική μεταχείριση γίνεται χαϊδευτική.

Αυτό είναι το σκάνδαλο της ποινής. Παραμένουν μετρημένες οι εξαιρέσεις ευσυνείδητων δικαστών που αιτιολογούν ειδικά την κρίση τους για την επιμέτρηση. Πολλοί προβάλλουν ως δικαιολογία τον φόρτο της δικαστικής εργασίας. Η δυσανάλογα αυστηρή φυλάκιση όμως είναι μια βαρειά προσβολή του αγαθού της ελευθερίας. Πώς θα άκουγε και πόσο θα δικαιολογούσε ο οποιοσδήποτε έναν κατηγορούμενο, που θα ισχυριζόταν ότι εγκλημάτησε λόγω φόρτου εργασίας; Αλλοι πάλι επισημαίνουν ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιχειρεί διαρκώς ένας δικαστής την ατομική του επανάσταση και απόκλιση απέναντι σε μια διάχυτη πρακτική του χώρου του. Ασφαλώς προέχει και επείγει μια συντονιστική επέμβαση για την εξάλειψη της αυθαιρεσίας, αλλά κανείς δεν είναι αμέτοχος στη θεσμική και ηθική ευθύνη για αλλαγή της κατάστασης.

Ας επισημάνουμε πάντως, για να μη γίνει μονομερής η κριτική, ότι υποστυλώματα για το οικοδόμημα της αυθαιρεσίας παρέχουν επίσης κάποιοι θεωρητικοί και καθηγητές. Υποστηρίζουν θεωρίες σύμφωνα με τις οποίες οι έννοιες-όροι της ποινής είναι καθαρές αξιολογικές κρίσεις. Οχι δηλαδή ελέγξιμες διαγνώσεις για αισθητά πράγματα, αλλά ιδέες προκύπτουσες καθοριστικά από ηθικοπολιτικά προτάγματα, σκοπιμότητες κ.λπ.· τα οποία βέβαια θέτουμε, ερμηνεύουμε και εφαρμόζουμε «εμείς» (λειτουργοί, θεωρητικοί).

Ετσι, λοιπόν, κατά τις παραπάνω αυθεντίες, ένοχος είναι εκείνος τον οποίο οι ίδιες ενοχοποιούν, ενώ σωστή ποινή είναι εκείνη που τα δικαστήρια επέβαλαν. Την ίδια στιγμή όμως ο πολίτης του κράτους δικαίου χρειάζεται να αρθρώνει επιχειρήματα τελείως διαφορετικού τύπου: «όποια κι αν είναι η γνώμη σας για την ποινική μου μεταχείριση, κύριοι δικαστές, εγώ τίποτε δεν έβλαψα», «όποια κι αν είναι η θεωρία σας για την ενοχή, κύριοι καθηγητές, εγώ δεν ήξερα, δεν ήθελα».

Ο όρος αυθαιρεσία είναι βαρύς. Πώς αλλιώς όμως ονομάζεται μια κρίση που αυτοδικαιώνεται, χωρίς έλεγχο ορθότητας και χωρίς αιτιολογία; Ρητορικό το ερώτημα.

* Καθηγητής Νομικής ΑΠΘ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Αρθρο 93. παρ. 3

2. Στα Πρακτικά της Αναθεωρητικής Επιτροπής του Σχεδίου Ποιν. Κώδικα (τ.2, 1963) 57. Βλ. αργότερα Α. Κατσαντώνη, Αρθρο, Ποιν. Χρον. 1979 625 κ.ε., Ν. Παρασκευόπουλο, σε Ποινολογία (ζ έκδοση, 2005) 344, Μ. Καϊάφα, στα Πρακτικά της Ελ.ΕΤ. Ποινικού Δικαίου (1987) 43 κ.ά.

3. Βλ. Πρακτικά (1987) 246

4. «Ελευθεροτυπία», 23/5/2007

5. Απόφαση Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου 161/2006, δημοσίευση αποσπάσματος στην «Ελευθεροτυπία», 18/4/2007.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι