Μερικές σκέψεις για την μειονοτική εκπαίδευση

Σταμάτης Σακελλίων, Αυγή της Κυριακής, 24/06/2007

Πριν από 10 χρόνια στην Θράκη άρχιζε να εφαρμόζεται το πρόγραμμα ελληνομάθειας Μουσουλμανοπαίδων. Ένα πρόγραμμα που πρόσφερε πολλά στην εκπαίδευση των παιδιών της μειονότητας. Ένα πρόγραμμα όμως, που δεν έγινε αποδεκτό, στην αρχή του κυρίως, από φορείς της πλειονότητας αλλά και ενίους της μειονότητας. Το «μεγάλο αμάρτημα» του; Ήταν η πρώτη φορά που η ελληνική πολιτεία αποδεχόταν το προφανές: πως η ελληνική γλώσσα δεν ήταν η μητρική γλώσσα των παιδιών της μειονότητας. Και πως αν στοιχειωδώς ενδιαφερόταν για την μειονότητα της Θράκης, θα έπρεπε να βρει έναν τρόπο ώστε τα παιδιά της μειονότητας να μαθαίνουν καλά την γλώσσα που δεν ήταν ποτέ μητρική τους. Δέκα χρόνια μετά μπορούμε με ασφάλεια να πούμε ότι η κατάσταση στην εκπαίδευση έχει βελτιωθεί. Και μόνο που οι συνεργάτες του προγράμματος αυτού είναι πια μισοί-μισοί, πλειονοτικοί και μειονοτικοί κάτι δείχνει αυτό. Ότι έγιναν βήματα. Αλλά ακόμη και σήμερα οι εθνικιστές και των δύο πλευρών «πυροβολούν». Οι μεν πλειονοτικοί με την τακτική του Γκέμπελς. Οι δε μειονοτικοί γιατί επί της ουσίας βλέπουν να χάνεται ο δικός τους ρόλος. Σε αυτό συμφωνούν με τους πλειονοτικούς ομοϊδεάτες τους. Άλλωστε πολλοί θα ήθελαν, τόσο στον Θράκη όσο και στην Αθήνα να γυρίσουμε στους «έξοχους» νεολογισμούς, όπως αυτόν ενός παλιού νομάρχη Έβρου, που μιλούσε πάντα για μουσουλμανική γλώσσα. Μια γλώσσα που ακόμη αναζητούνται τα ίχνη της. Ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό πρόβλημα: Η ελληνική πολιτεία κάποτε, πέρα από τα ωραία περί ισονομίας λόγια πρέπει και πρακτικά να απαντήσει με συγκεκριμένες πολιτικές. Διατηρεί ακόμη την Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, μια ακαδημία που ιδρύθηκε στα χρόνια της χούντας. Αν λοιπόν η ελληνική πολιτεία θέλει καλούς δασκάλους για τα παιδιά της μειονότητας γιατί δεν ιδρύει ένα πανεπιστημιακό τμήμα Τουρκικής γλώσσας και φιλολογίας; Έχουν ιδρυθεί κατά καιρούς διάφορα τμήματα. Aκόμη ένα, τέτοιας σπουδαιότητας, θα ρίξει τον προϋπολογισμό έξω; Γιατί το ζητούμενο είναι τα παιδιά της μειονότητας να μάθουν καλά ελληνικά και καλά τουρκικά. Ή κάνω λάθος; Ασφαλώς και θετικό μέτρο ήταν η ποσόστωση για την εισαγωγή των παιδιών της μειονότητας στα ΑΕΙ. Όμως δεν έχει σημασία να δούμε το πώς προχωρούν τα παιδιά αυτά στις σπουδές τους; Εξ όσων γνωρίζω αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο πρόβλημα στις θεωρητικές επιστήμες Θετικό μέτρο είναι η εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας στα γυμνάσια της Θράκης. Αλλά κατά πόσον αυτό μέτρο στηρίζεται; Ποιοι διδάσκουν; Και κατά πόσον έχουν γνώση τέτοια των τουρκικών ώστε ως δάσκαλοι ή φιλόλογοι να μπουν στην τάξη. Εξ όσων γνωρίζω προτιμήθηκαν για αυτήν την δουλειά απόφοιτοι του τμήματος Παρευξεινίων Γλωσσών του Δ.Π.Θ. Μειονοτικοί, κάτοχοι τίτλων σπουδών από τουρκικά πανεπιστήμια για την φιλολογία και την γλώσσα έγιναν δεκτοί; Ή σταμάτησαν στην ισοτιμία των Σχολών; Σε ένα συνέδριο που έγινε πρόσφατα στην Κομοτηνή για τα δεκάχρονα του Προγράμματος Ελληνομάθειας, ο μειονοτικός δημοσιογράφος Αμπντουλχαλίμ Ντεντέ είπε πως δεν έγιναν δεκτοί οι μειονοτικοί γιατί δεν υπήρχε η ισοτιμία. Και έθεσε το λογικό ερώτημα: Πώς να υπάρξει ισοτιμία όταν στην Ελλάδα δεν υπάρχουν ομοειδή τμήματα; Δεν είμαι αρμόδιος να κρίνω ποιος ξέρει ή δεν ξέρει τουρκικά. Αλλά μου φαντάζει πιο λογικό ένας μειονοτικός που σπούδασε τουρκική φιλολογία και γλώσσα να ξεκινά από καλύτερη αφετηρία για να διδάξει τουρκικά σε μαθητές γυμνασίου, απ ότι ένας απόφοιτος της σχολής των Παρευξεινίων. Ασφαλώς και δεν υποτιμώ κανέναν.

Η αστικοποίηση της μειονότητας

και το μειονοτικό σχολείο

Τα τελευταία χρόνια έχουν παρατηρηθεί αρκετές αλλαγές στην ζωή της μειονότητας. Μια σημαντική μερίδα πολιτών στέλνει τα παιδιά της στα δημόσια σχολεία. Ο λόγος προφανής: να μάθουν καλά την γλώσσα που θα τους φανεί χρήσιμη. Αν ακόμη στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση το μειονοτικό δημοτικό είναι η πρώτη επιλογή των γονιών, στην δευτεροβάθμια έχουμε μια θεαματική αναστροφή. Και το δημόσιο σχολείο είναι πια η πρώτη επιλογή πολλών γονιών. Παράγοντες της μειονότητας υποστηρίζουν ότι το μειονοτικό δημοτικό είναι αναπόσπαστο κομμάτι της μειονοτικής ταυτότητας. Σεβαστό. Αλλά σήμερα ας δούμε αλλιώς τα πράγματα. Τα μικρά μειονοτικά σχολεία των χωριών έξω από την Κομοτηνή, τι επίπεδο παιδείας προσφέρουν στα παιδιά της αγροτικής τάξης; Τι νόημα έχουν άραγε τα μονοθέσια ή διθέσια δημοτικά σήμερα; Το αίτημα συνένωσης μειονοτικών δημοτικών είναι υπαρκτό, αλλά ακόμη δεν έχει αποκτήσει την δυναμική εκείνη που απαιτείται ώστε να ακυρώσει το όποιο πιθανό πολιτικό κόστος από μια απόφαση συνένωσης. Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο μέσος μειονοτικός πολίτης της υπαίθρου ξέρει ότι το μειονοτικό δημοτικό του χωριού δεν μπορεί να προσφέρει αυτά που χρειάζεται το παιδί του. Αλλά από την άλλη φοβάται. Γιατί ακόμη δεν έχει αρθεί η έλλειψη της εμπιστοσύνης προς το ελληνικό κράτος. Εδώ λοιπόν είναι το κρίσιμο ερώτημα: Θέλει η ελληνική πολιτεία την εν τοις πράγμασιν εμπιστοσύνη της μειονότητας; Αν ναι, ας βρει τον τρόπο να την κερδίσει. Και να πείσει ότι η συνένωση μειονοτικών δημοτικών είναι υπέρ της εκπαίδευσης των παιδιών της μειονότητας και όχι απώλεια κεκτημένου δικαιώματος. Θέλει εμπιστοσύνη; Ας κάνει στα δημόσια σχολεία εξαιρετικά μαθήματα τουρκικής γλώσσας. Θέλει εμπιστοσύνη; Ας καταργήσει την ΕΠΑΘ και ας κάνει ένα σοβαρό τμήμα τουρκικής γλώσσας και φιλολογίας. Στο προαναφερόμενο συνέδριο ο βουλευτής της Ν.Δ. Ιλχάν Αχμέτ είπε ότι στις σκέψεις του Υπουργείου Παιδείας εκτός από την εισαγωγή της τουρκικής γλώσσας ήταν και η εισαγωγή της διδασκαλίας του Κορανίου. Θέλω να πιστεύω ότι ο μεταρρυθμιστικός οίστρος του Υπουργείου να μην επανέλθει σε αυτό το θέμα. Γιατί νομίζω ότι αυτό που έχει ανάγκη η μειονοτική εκπαιδευτική πολιτική είναι καταρτισμένους δασκάλους. Ένα μεγάλο κομμάτι της μειονότητας ζει στην ορεινή Θράκη. Η ελληνική πολιτεία για ποιο πράγμα ενδιαφέρεται; Ενδιαφέρεται για την σοβαρή εκπαίδευση, ή θεωρεί ταξικότατα ότι τα παιδιά των μειονοτικών εν προκειμένω, αγροτών πρέπει στην καλύτερη περίπτωση να γίνουν το φτηνό εργατικό δυναμικό της περιοχής; Κάποια στιγμή νομίζω ότι και εδώ χρειάζεται μια σαφής απάντηση. Γιατί μέχρι τώρα δεν μπορούμε να είμαστε εξαιρετικά αισιόδοξοι.

Ποιοι και πως;

Ας ξεκινήσω από το πώς. Γιατί αν θέλουμε να έχουμε σοβαρές πολιτικές πρέπει το ελληνικό κράτος να πείσει ότι στο πίσω μέρος του μυαλού του δεν θεωρεί την μειονότητα πέμπτη φάλαγγα. Ότι έτσι κι αλλιώς αυτοί είναι «ξένοι» και «ξένοι» θα μείνουν. Γιατί τότε όντως γίνονται ξένοι. Πριν από λίγο καιρό, βουλευτές του ΠΑΣΟΚ έθεσαν θέμα Πομάκων. Όμως πιστεύει κανείς ότι η επερώτησή τους αυτή προς την ΥΠΕΞ είναι βοηθητική ή μήπως λειτουργεί αντίστροφα. Υπάρχουν Πομάκοι; Ασφαλώς. Έχουν δικαίωμα στην γλώσσα και στην ταυτότητά τους; Ασφαλώς. Αλλά μήπως είναι λάθος, να θεωρούμε ότι αν το ελληνικό κράτος «υιοθετήσει» μια μειονότητα ανταγωνιστικά μιας άλλης, τότε λύνει το πρόβλημα; Προσωπικά πιστεύω ότι είναι λάθος. Αν το ελληνικό κράτος δεν έχει κατορθώσει να λύσει το θέμα εμπιστοσύνης ανάμεσα σε αυτό και στην μειονότητα τότε υπεύθυνο είναι το κράτος. Αν δεν έχει πείσει τους Τούρκους της μειονότητας ότι δεν χρησιμοποιεί τους Πομάκους εναντίον τους, τότε υπεύθυνο είναι το κράτος. Αν επίσης το κράτος θεωρεί ότι θα χρησιμοποιήσει τους Πομάκους για να αναχαιτίσει τον κεμαλικό εθνικισμό των Τούρκων τότε δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να τονώνει αυτό που υποτίθεται θέλει να καταπολεμήσει. Αν υπάρχουν τα εχέγγυα εκείνα που να πείθουν τους μεν Τούρκους ότι δεν έχουν ανάγκη καμίας μητέρας πατρίδας, και τους δε Πομάκους ότι δεν χρειάζονται «ιδιώτες» εκπροσώπους, γιατί μια Δημοκρατία ξέρει τι πρέπει να κάνει για όλους τους πολίτες της, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Αλλά δυστυχώς το ελληνικό κράτος θέλει να πατά σε πολλές βάρκες. Αν τα λύσει αυτά τότε μπορεί να μιλήσει και για συνένωση σχολείων, μπορεί να μιλήσει και για κατάργηση του μειονοτικού σχολείου, αλλά μια κατάργηση που θα λειτουργεί ευεργετικά για τα παιδιά της μειονότητας. Όσο ακόμη παίζονται παίγνια εκτός της εκπαίδευσης, μην έχουμε ψευδαισθήσεις. Θα υπάρχουν σημαντικά προβλήματα και θα υπάρχουν βαρίδια. Και όσο η ελληνική πολιτεία δεν δίνει ελπίδα στους μειονοτικούς αγρότες και στα παιδιά τους, τόσο θα δημιουργούνται βαρίδια. Το ζήτημα σήμερα λοιπόν είναι να απαντήσουμε στο πως, στον τρόπο προσέγγισης των πραγμάτων. Δημοκρατικός ή όχι; Και ένα πρώτο βήμα για να δείξει η ελληνική πολιτεία τις προθέσεις είναι φέρει για κύρωση στην Βουλή την σύμβαση πλαίσιο του ΟΑΣΕ, που έχει υπογράψει η Ελλάδα, για την προστασία των εθνικών μειονοτήτων. Πέρασαν περίπου δέκα χρόνια από τότε που την υπέγραψε. Αλλά δεν την έχει κυρώσει. Γιατί άραγε; Ο Σοϋσαλ, διακεκριμένο στέλεχος της πολιτικής ζωής της γείτονος είχε πει στην Κομοτηνή: «Στο συμβούλιο της Ευρώπης για θέματα μειονοτήτων συνεργαζόμασταν πολύ καλά με τους Έλληνες». Χαριτωμένο δεν είναι; Και ταυτόχρονα ειλικρινές. Μήπως αυτή είναι η απάντηση στο γιατί δεν κυρώνουμε και στην Βουλή την σύμβαση που υπογράψαμε; Θέλω να σημειώσω εν κατακλείδι πως αν δεν λυθούν τα πολιτικά η εκπαίδευση από μόνη της δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της ιστορίας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι