Η δημοκρατία είναι σε κρίση;

Οι παράγοντες που οδηγούν στην αποπολιτικοποίηση

Γιώργος Σιακαντάρης, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 22/06/2007

ΚΩΣΤΑΣ ΣΗΜΙΤΗΣ

Η δημοκρατία σε κρίση;

«ΠΟΛΙΣ», ΣΕΛ. 65, ευρώ 7

Υπό άλλες συνθήκες και σε άλλους τόπους το βιβλίο του Κώστα Σημίτη θα αποτελούσε κίνητρο για το άνοιγμα μιας συζήτησης σχετικά με τα όρια της δημοκρατίας, του πολιτικού και κομματικού συστήματος, το εύρος της πολιτικής παρέμβασης, τον ρόλο του πολιτικού προσωπικού, τις εναλλακτικές μορφές πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης, τη συστηματική και διεισδυτική παρακολούθηση των δυνατοτήτων της ίδιας της πολιτικής. Αυτό το βιβλίο δεν θέτει συγκυριακά θέματα, αλλά ζητήματα που αφορούν το ίδιο το νόημα της πολιτικής συμμετοχής. Ο πρώην πρωθυπουργός μάς καλεί να προβληματιστούμε για πράγματα που όλοι αισθάνονται, λίγοι σκέφτονται, λιγότεροι συζητούν και περισσότεροι φοβούνται ακόμα και να τα διανοηθούν.

Με αυτή την παρέμβαση ο Σημίτης δείχνει πως δεν αποτελεί ένα δήθεν «ακίνδυνο» κεφάλαιο για όλο το έθνος ή ακόμη για την Ευρώπη, αλλά ενεργό πολιτικό, ο οποίος τοποθετείται από την πλευρά της σοσιαλδημοκρατικής και προοδευτικής πολιτικής. Ο Σημίτης με τέτοιου είδους παρεμβάσεις αποδεικνύει πως εκείνος ο πολιτικός που δεν χαϊδεύει αφτιά, που δεν στρογγυλοποιεί αντιθέσεις, είναι αυτός ο πολιτικός που σ όλες τις καταστάσεις έχει ανάγκη ο λαός. Είναι ο προοδευτικός του λόγος που κάνει αναγκαίο κεφάλαιο τον Σημίτη και όχι μια αφηρημένη ιδιότητά του ως πρώην πρωθυπουργού και αρχηγού κόμματος. Βεβαίως νομίζουμε πως ο Σημίτης κατανοεί και τις άμεσες πολιτικές ανάγκες που γεννούν παρεμβάσεις τέτοιου είδους.

Η πολιτική σε αμφισβήτηση

Ο Σημίτης μάς μιλάει για τα φαινόμενα που απειλούν τη δημοκρατία, που ποτέ όμως ώς τώρα δεν είχε αναπτυχθεί σε τόσα επίπεδα και τόση έκταση. Δεν δυσκολεύεται να απαντήσει στο ερώτημα του τίτλου, αφού αμέσως τονίζει πως δεν είναι η δημοκρατία που βρίσκεται σε κρίση, αλλά είναι η πολιτική δραστηριότητα ως κύτταρο της δημοκρατίας που βρίσκεται σε φάση ριζικής αμφισβήτησης. Αυτό που αμφισβητείται είναι αν μπορεί η πολιτική παρέμβαση ή συμμετοχή να εκφράσει τις προσδοκίες και τα συμφέροντα των πολιτών. Αμφισβητείται το αν μπορεί ακόμη η πολιτική να παρουσιάζεται ως ο τόπος της γενίκευσης των συμφερόντων μεγάλων κοινωνικών ομάδων.

Για τον Κώστα Σημίτη η πολιτική δεν είναι ο χώρος της αυθαίρετης βούλησης του ηγέτη, αλλά ο χώρος στον οποίο συμπυκνώνονται τα συμφέροντα ευρύτερων κοινωνικών συνόλων. Η άνοδος των μεσαίων στρωμάτων (και όχι φυσικά της ανοητολογίας, που κάποιοι την αποκαλούν μεσαίο χώρος) πολλαπλασιάζει τις οριζόντιες διεκδικήσεις μεταξύ στρωμάτων που διεκδικούν τους ίδιους χώρους και θέτει στο περιθώριο την παλιά διαχωριστική γραμμή μεταξύ των λίγων προνομιούχων και της μεγάλης πλειονότητας των πολιτών. Η δυσαρέσκεια των πολιτών για τη λειτουργία της δημοκρατίας συνδέεται με την αμφισβήτηση των δυνατοτήτων της πολιτικής να επιλύει προβλήματα αυτών των πολλαπλών οριζόντιων διεκδικήσεων.

Η «κρίση της δημοκρατίας» είναι αποτέλεσμα μεγάλων κοινωνικών και οικονομικών μεταβολών που συντελούνται εξαιτίας της παγκοσμιοποίησης και όχι απόρροια υποκειμενικών επιλογών. Το βάθεμα όμως της κρίσης, που οδηγεί στην αποστροφή από την πολιτική, οφείλεται στην παραίτηση των πολιτικών από την πολιτική. Οι πολιτικές δυνάμεις φοβούμενες το πολιτικό κόστος παραιτούνται από τον ενεργό ρόλο του διαμορφωτή των πολιτικών εξελίξεων. Η πολυσυλλεκτικότητα και η αποστροφή των κομμάτων από τα πραγματικά προβλήματα οδηγεί τους πολίτες να αποστασιοποιούνται από την πολιτική.

Σ αυτό το σκηνικό συνεισφέρουν τον αρνητικό οβολό τους η πελατειακή σχέση των πολιτικών με τους ψηφοφόρους, η συντεχνιακή στάση των βουλευτών, ο σημερινός τρόπος εκλογής των βουλευτών. Στην περιγραφή του Κώστα Σημίτη η αξία χρήσης της πολιτικής δεν καθορίζεται από ιδέες, αξίες και ιδεολογίες, αλλά από μια σχέση ατομικού δούναι και λαβείν μεταξύ πολιτικών και ψηφοφόρων. Καθορίζεται μόνο από τη δυνατότητα συναλλαγής της.

Η έλλειψη ενδιαφέροντος των πολιτών ενισχύεται από τις τάσεις των πολυσυλλεκτικών κομμάτων εξουσίας να ταυτίζονται σε όλο και περισσότερα ζητήματα. Ο συγγραφέας σε μια πρώτη ανάγνωση αμφισβητεί αυτήν την τάση, αλλά στο σύνολο της παρέμβασής του αναζητεί τους παράγοντες που την κάνουν, τουλάχιστον, αισθητή. Μέσα σ αυτούς τους παράγοντες διακρίνει τον φόβο του πολιτικού κόστους, την κυριαρχία των ΜΜΕ, την αποδυνάμωση των κοινοβουλευτικών λειτουργιών, τις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Στους παράγοντες που συνεισφέρουν στην αποπολιτικοποίηση είναι το έλλειμμα κοινωνικής ευθύνης, το οποίο προκύπτει όταν η διαφάνεια, ο έλεγχος ή ο δημόσιος διάλογος δεν λειτουργούν.

Ο συγγραφέας τονίζει μια παλιά αρχή του Μοντεσκιέ, που τόσοι την επικαλούνται, αλλά άλλοι τόσοι και περισσότεροι αρνούνται να την εφαρμόσουν. Αυτή δεν είναι άλλη από την αρχή πως «η εξουσία περιορίζεται από την εξουσία». Για να γίνει αυτό χρειάζεται να ενισχυθούν οι θεσμοί που θα διευκολύνουν τη «συμμετοχική δημοκρατία». Το Διαδίκτυο δίνει μια δυναμική ώθηση στην έννοια της πολιτικής συμμετοχής, αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παιδευτική και συλλογική πλευρά της πολιτικής. Στην ίδια όμως τη «συμμετοχή» που δεν συνοδεύεται από το πνεύμα της αντιπροσώπευσης και υπεράσπισης του δημόσιου συμφέροντος διαβλέπει κινδύνους συναλλαγής και προώθησης συντεχνιακών στόχων. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει ο συγγραφέας σε μια έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία αναφέρονται μια σειρά μεταρρυθμίσεων για το μέλλον της Ευρώπης. Ο Σημίτης είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός έναντι μορφών συμμετοχικής δημοκρατίας, όπως είναι τα δημοψηφίσματα, τα οποία υπεραπλουστεύουν τα πολιτικά διακυβεύματα. Η χαρά της πολιτικής δεν βρίσκεται στην ψήφο, αλλά στη δυνατότητα συνδιαμόρφωσης από τους πολίτες του πολιτικού σκηνικού. Σε τελική ανάλυση, ενώ υποστηρίζει πως δεν υπάρχει ένα «δημοκρατικό πρότυπο», ταυτόχρονα επισημαίνει πως η δημοκρατία αποτελεί επιθυμητό πολιτικό, κοινωνικό και ηθικό σύστημα, μια «ιδεολογία».

Ο ρόλος της Ευρώπης

Ο Σημίτης δεν θα μπορούσε να εξετάσει το πρόβλημα για τη λειτουργία της δημοκρατίας πέραν από τη διερεύνηση της σχέσης της χώρας με τα υπερεθνικά σχήματα συνεργασίας. Αυτή η ένταξη της χώρας σε υπερεθνικούς οργανισμούς και ο αναπόφευκτος περιορισμός των αρμοδιοτήτων της εθνικής κυβέρνησης αυξάνει την απόσταση μεταξύ της νέας εξουσίας και των πολιτών. Η απάντηση στο ερώτημα ομοσπονδιακή ή διακυβερνητική Ευρώπη δεν είναι εύκολη. Προς το παρόν η απάντηση του Σημίτη βρίσκεται στην πολιτικοποίηση των ίδιων των υπερεθνικών οργανισμών, ακόμη και της απαραίτητης γραφειοκρατίας ως μηχανισμού αναζήτησης της κοινής βούλησης. Η λύση εντοπίζεται στη διαμόρφωση ενός ευρωπαϊκού δημόσιου χώρου, ο οποίος δεν θα ασχολείται μόνο με τις αγορές και το εμπόριο.

Στην παρέμβαση του Σημίτη η αναφορά στους παράγοντες που οδηγούν στην αποστροφή από την πολιτική σηματοδοτεί και τα μέτρα που πρέπει να λάβουν όσοι θέλουν να διασώσουν την τιμή της πολιτικής και των πολιτικών. Αυτό που έχει σημασία στο σύνολο της παρέμβασης είναι η υπογράμμιση της ηθικής, κοινωνικής και ιδεολογικής διάστασης της δημοκρατίας. Αυτές όμως οι διαστάσεις, λόγω των προτεραιοτήτων αλλά και λόγω και της ανεπάρκειας των ανθρώπων που ανέλαβαν την υλοποίηση του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, υποβαθμίστηκαν στην οκταετία Σημίτη. Οσοι όμως μέμφονται τον Σημίτη πως σήμερα κριτικάρει την πολυσυλλεκτικότητα, ενώ παρέμεινε αρχηγός ενός έντονα πολυσυλλεκτικού κόμματος, ξεχνούν πως το ότι ποτέ δεν συμβιβάστηκε με αυτήν την πολυσυλλεκτικότητα τον εμπόδισε να ηγεμονεύσει στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ.

Στις στήλες των «Νέων» (26 Απριλίου 2007) ο Μιχάλης Παπαγιαννάκης δημοσίευσε μια ιδιαίτερα σημαντική κριτική του βιβλίου του Σημίτη. Αν παίρναμε έναν παρατηρητή που δεν γνωρίζει τίποτα από την ελληνική πραγματικότητα και του δίναμε να διαβάσει το βιβλίο του Σημίτη και τη βιβλιοκριτική του Παπαγιαννάκη και του λέγαμε πως αυτοί οι δύο πολιτικοί, λόγω του χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής ζωής, ποτέ μέχρι τώρα δεν συνεργάστηκαν ούτε σε κομματικό ούτε σε κυβερνητικό επίπεδο, μάλλον θα του δίναμε το κλειδί για την κατανόηση της παθογένειας του ελληνικού κομματικού συστήματος.

giorsiak@yahoo.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι