Κινήματα και εκλογές

Γιάννης Μπασιάκος, Αυγή της Κυριακής, 01/07/2007

Η πρόσφατη ανακοίνωση των Οικολόγων-Πράσινων για αυτόνομη κάθοδο στης επικείμενες εκλογές βάζει οριστικά(;) ταφόπλακα στην προσπάθεια για αμφίπλευρη διεύρυνση των δυνάμεων με τις οποίες ο ΣΥΝ θα πρέπει να συνεργαστεί. Συνεπώς, το "όχημα" καθόδου στις εκλογές για μας θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Η στρατηγική της σύγκλισης με τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που ακολουθεί η πλειοψηφία του ΣΥΝ, δείχνει να έχει θετικά αποτελέσματα στην εκλογική απήχηση του κόμματος, όπως αυτή εκφράζεται στις πρόσφατες δημοσκοπήσεις. Εξ ου και η αυξημένη αυτοπεποίθηση (ή αλαζονεία) με την οποία η ηγετική πλειοψηφία αντιμετωπίζει το μέλλον του κόμματος, αλλά και την (διόλου ευκαταφρόνητη αριθμητικά) εσωτερική αντιπολίτευση.

Είναι χρήσιμο στο σημείο αυτό να κάνουμε μερικές κριτικές παρατηρήσεις που αφορούν στη στρατηγική, αλλά και την τακτική του κόμματος με ορίζοντα μεγαλύτερο από τις επικείμενες εκλογές.

Η λεγόμενη "αριστερή στροφή" του κόμματος έχει ως αποτέλεσμα την σταθεροποίηση και άνοδο της επιρροής του ΣΥΝ σε νέες κοινωνικές ομάδες. Οι "εισροές" αυτές υπερκαλύπτουν τις απώλειες παραδοσιακών του ψηφοφόρων. Υποστηρίζω ότι, με δεδομένη την ανικανότητα του ΠΑΣΟΚ να προβάλει ένα νέο και θελκτικό πρόσωπο προς την κοινωνία, η αύξηση των δυνάμεών μας είναι μικρότερη από τις δυνατότητες που μας προσφέρει η συγκυρία. Δυστυχώς ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι δυνατόν να αποδειχθεί, παρά μόνον εάν η ηγετική πλειοψηφία δεχθεί τη συνεργασία και με άλλες δυνάμεις, πέραν αυτών που συγκροτούν τον ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Η στρατηγική της "μεγάλης Αριστεράς" και των ριζοσπαστικών κινημάτων αποτελεί το νέο δόγμα της ηγεσίας, που δεν θέλει να σκύψει με προσοχή πάνω στα προβλήματα που θέτει μετ επιτάσεως η πραγματικότητα. Πρώτον, μεγάλη Αριστερά χωρίς το ΚΚΕ δεν είναι δυνατόν να υπάρξει στο άμεσο μέλλον. Και αυτό γιατί ο κόσμος εν γένει εντάσσει μεν το ΚΚΕ στην Αριστερά, το δε ΚΚΕ θεωρεί ότι δεν υπάρχει άλλη Αριστερά πέραν του εαυτού του. Άρα τα μόνα δυνατά αποτελέσματα της τακτικής προσέγγισης (μέσω ΣΥΡΙΖΑ) της υλοποίησης της στρατηγικής είναι είτε η (μεσομακροπρόθεσμη) επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ επί του ΚΚΕ, δηλαδή η αλλαγή των συσχετισμών εντός της Αριστεράς, είτε η συνέχιση της παρούσας κατάστασης, εξέλιξη που θα πρέπει να θεωρηθεί αποτυχία υλοποίησης της στρατηγικής.

Η δυσκολία του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στην στρατηγική απόκλιση των δυνάμεων που τον συναπαρτίζουν. Μπορεί να βρισκόμαστε πολύ κοντά στην ΑΚΟΑ, αλλά πόσο κοντά βρισκόμαστε με τη ΚΟΕ; Και πώς δρομολογείται η διαδικασία σύγκλισης, όταν, στις διακηρύξεις τουλάχιστον, ο μόνος που υποχωρεί εμφανώς από τις θέσεις του είναι ο Συνασπισμός, όπως φαίνεται από τις θέσεις για τα ευρωπαϊκά; Είναι δυνατόν οι τακτικές συμφωνίες να ανατρέπουν τις στρατηγικές επιλογές; Αφήνοντας αυτό το ερώτημα να αιωρείται, θα περάσω στο δεύτερο κρίσιμο ζήτημα που συνδέεται με τις εκλογικές μας επιλογές: τη σχέση μας με τα κινήματα.

Η εποχή των μεγάλων κινημάτων στη χώρα μας συνδέθηκε με τη μεταπολίτευση. Έχω σοβαρές αμφιβολίες για το αν υπήρξαν άλλα μαζικά κινήματα πέραν του φοιτητικού, και γενικότερα του εκπαιδευτικού (δάσκαλοι, καθηγητές, πανεπιστημιακοί). Φοβάμαι ότι η μοναδική συνιστώσα του κινήματος των εργαζομένων ήταν η συνδικαλιστική παρουσία των εργαζομένων στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ. Η άνοδος του ΠΑΣΟΚ του Α. Παπανδρέου στην εξουσία, σήμανε την αρχή του τέλους των κινημάτων, διότι ουσιαστικά έφερε στα κέντρα λήψης των αποφάσεων ανθρώπους που είχαν πρωτοστατήσει στα κινήματα της προηγούμενης περιόδου.

Σήμερα θεωρούμε ότι αρχίζει να εμφανίζεται μια "νέα γενιά" κινημάτων, ριζοσπαστικών, όπως τα διάφορα κινήματα πόλης, το φοιτητικό και πάλι κ.λ.π. Όμως μας έχει ξεφύγει το πρόβλημα της απήχησης των κινημάτων, καθώς και της διάθεσης συμμετοχής των πολιτών σε αυτά. Θεωρήσαμε ότι η ανατροπή της συνταγματικής μεταρρύθμισης και η ψήφιση της αλλαγής του άρθρου 16 (για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια) με μειωμένη πλειοψηφία ήταν περιφανής νίκη του κινήματος και δείγμα της αναβίωσης της αγωνιστικότητας των μαζών. Ήταν όμως; Στις εκλογές, οι παρατάξεις που πρωτοστάτησαν στο κίνημα, αύξησαν τα ποσοστά τους κατά 1-2 %, ενώ η ΔΑΠ είχε μικρή κάμψη. Τα πανεπιστήμια ήταν σε αναβρασμό και υπό κατάληψη επί ένα εξάμηνο, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί διαδήλωναν κάθε βδομάδα και το μόνο που έχουμε να δείξουμε είναι η ασήμαντη αυτή μετατόπιση; Ο υπόλοιπος αντίκτυπος, όπως η διάσπαση των δυνάμεων της ανανεωτικής Αριστεράς εντός της ΠΟΣΔΕΠ, η μεγάλη αποδοχή που βρίσκουν στους πολίτες (όπως φαίνεται από τις ίδιες δημοσκοπήσεις που μας δείχνουν με ανεβασμένα ποσοστά), των προτεινόμενων μεταρρυθμίσεων που Υπουργείο Παιδείας, δεν μας προβληματίζουν; Γιατί το μόνο απτό αποτέλεσμα των κινητοποιήσεων, και εμβρυουλκός της νίκης του κινήματος, ήταν η κολοτούμπα του ΠΑΣΟΚ επί του θέματος.

Άλλο ένα παράδειγμα θα ρίξει περισσότερο φως στο πρόβλημα συγκρότησης κινημάτων: η ηρωική προσπάθεια του δημάρχου του Ελληνικού Χρ. Κορτζίδη συνοδεύτηκε από αυξημένη συμμετοχή των πολιτών στις προσπάθειες ανοίγματος και καθαρισμού της παραλίας. Όμως, η παναττική συμμετοχή προοδευτικών πολιτών, πέρα από τη συμβολή στην επιτυχία του εγχειρήματος, κατάφερε να "κρύψει" τη μειωμένη συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής, που είναι και οι άμεσα ωφελημένοι από το κίνημα του αναπτύχθηκε. Επιπλέον πιστεύει κανείς σοβαρά ότι αν δεν είχε εκλεγεί δήμαρχος ο Χρ. Κορτζίδης, και δεν επέλεγε να αγωνιστεί με τον πρωτότυπο τρόπο της απεργίας πείνας, θα είχε αναπτυχθεί κίνημα για την ελεύθερη πρόσβαση στην παραλία; Θα είχε πετύχει το εγχείρημα αν οι αναγκαίες εργασίες δεν είχαν υλοποιηθεί με χρήση των δημοτικών υπηρεσιών και μηχανημάτων;

Γιατί λοιπόν, δεν αναπτύσσονται μαζικά και αποτελεσματικά κινήματα πολιτών σήμερα; Θεωρώ ότι έχει αλλάξει ριζικά η δομή της κοινωνίας, ο τρόπος συγκρότησης και "αυτογνωσίας" των κοινωνικών τάξεων, οι μηχανισμοί κατασκευής προτύπων και ιδεολογιών και μέσω όλων των ανωτέρω, ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τη συμμετοχή στην πολιτική διεύθυνση της κοινωνίας.

Οι συνθήκες που επέτρεπαν στο παρελθόν τη συγκρότηση κινημάτων είχαν άμεση σχέση και με τις υλικές προϋποθέσεις της παραγωγής (μεγάλοι εργασιακοί χώροι όπου συνυπήρχε πλήθος εργαζομένων), αλλά και με τη συγκρότηση του κοινωνικού χώρου (διευρυμένη οικογένεια, γειτονιά κλπ.). Επιπλέον, συνέτρεχαν και σημαντικές ιδεολογικές προϋποθέσεις: η ενασχόληση με τα κοινά ήταν παράγοντας κοινωνικής προβολής και αποδοχής, αλλά ήταν ως ένα βαθμό και ατομική ανάγκη των ανθρώπων για την αλλαγή της κοινωνίας (μην ξεχνάμε ότι μόλις είχαμε βγει από τον γύψο της δικτατορίας). Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική: η ενασχόληση με τα κοινά λοιδωρείται ως προσπάθεια αποκόμισης ατομικού οφέλους, οικονομικού κυρίως και είναι γενικά αντικείμενο άεργων ή συνταξιούχων, (διότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν καιρό να ασχοληθούν συστηματικά με αυτά τα ζητήματα). Τα κοινωνικά πρότυπα προωθούν τον άκρατο ατομικισμό και ανταγωνισμό, διαρρηγνύοντας έτσι τους δεσμούς αλληλεγγύης που βρίσκονται στη βάση συγκρότησης των κινημάτων. Έχει δημιουργηθεί η εντύπωση ότι βελτίωση της θέσης ενός ατόμου είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα των δικών του προσπαθειών.

Η συμβολή των ιδιωτικών ΜΜΕ στην θλιβερή αυτή εξέλιξη είναι καταλυτική. Από τις ανούσιες σαπουνόπερες εισαγωγής και τις σειρές που προωθούν έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής (το λεγόμενο λάιφ-στάιλ), μέχρι τις πολιτικές-ενημερωτικές εκπομπές όπου διάφοροι φωνασκούντες παριστάνουν ότι συζητούν για θέματα της επικαιρότητας, ένα τεράστιο πλέγμα μηχανισμών έχει τεθεί σε κίνηση με έναν κυρίαρχο στόχο: την αποξένωση των ανθρώπων και τη μετάβαση από τον homo sapiens στον homo consumus, από τον λογικό άνθρωπο στον άνθρωπο-καταναλωτή. Οι αποξενωμένοι άνθρωποι δουλεύουν όλη μέρα για να καλύψουν πραγματικές και φανταστικές ανάγκες, έχουν πρωτοφανή επίπεδα άγχους (που τα βγάζουν υπό μορφή επιθετικότητας στις καθημερινές επαφές και συναλλαγές με αγνώστους), δεν αντιλαμβάνονται τον ελεύθερο χρόνο, ως χρόνο ραστώνης αλλά ως χρόνο μελλοντικής συσσώρευσης ικανοτήτων και δεξιοτήτων για τους ίδιους ή τα παιδιά τους. Τρέχουν κάθε απόγευμα στην πισίνα, στο γυμναστήριο, στις ξένες γλώσσες, στο θεατρικό παιχνίδι και όποια άλλη απασχόληση βάζει ο νους. Πού χρόνος για συμμετοχή σε κινηματικές δράσεις ή κομματικές διαδικασίες. Κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας όταν λέμε ότι η "γραμμή του κόμματος δεν εμπνέει τον κόσμο" ή "οι διαδικασίες είναι κουραστικές και οι αντιπαραθέσεις απομακρύνουν τον κόσμο". Μπορεί να συμβαίνει και αυτό ως ένα βαθμό. Αλλά τότε γιατί δεν έρχονται σε εκδηλώσεις και δράσεις, για τις οποίες έχουν ήδη εκφράσει το ενδιαφέρον τους;

Είναι πλέον προφανής η ανάγκη για νέες μορφές οργάνωσης και δράσης. Οι πολυποίκιλες Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις διαφόρων θεματικών, αλλά και το "συμμετοχικό" πείραμα του Γ. Παπανδρέου στο ΠΑΣΟΚ ίσως να αποτελούν κάποιες πρώτες απαντήσεις. Πρέπει και εμείς, στο χώρο της ανανεωτικής αριστεράς να αναζητήσουμε τις δικές μας απαντήσεις στο κρίσιμο αυτό πρόβλημα, κοιτώντας προς τα μπρος, προς το μέλλον. Το πείραμα του ΣΥΡΙΖΑ δυστυχώς κοιτά προς το ηρωικό παρελθόν της κομμουνιστικής αριστεράς. Στιγμές αυτού του παρελθόντος μπορεί να μας κάνουν όλους περήφανους, διδάγματα έχουμε σίγουρα να αντλήσουμε από αυτό, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι είναι παρελθόν. Το μέλλον πηγαίνει αλλού. Και ή θα το μελετήσουμε και θα δώσουμε ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες απαντήσεις στα υπαρκτά προβλήματα, ή θα μείνουμε για πάντα "ιδανικοί και ανάξιοι εραστές" μιας ουτοπίας που παρήλθε πριν καν τη φτάσουμε.

|Ο Γιάννης Κ. Μπασιάκος διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αθηνών

Θέμα επικαιρότητας:
Προς τις Βουλευτικές εκλογές

Σύνολο: 48 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι