Η φτήνια τρώει τον φτωχό

Γιώργος Γιαννουλόπουλος, Ελευθεροτυπία, 20/07/2007

Η είδηση έρχεται από το εξωτερικό, αλλά αφορά όλους, κι εμάς στην Ελλάδα: μια βρετανική εφημερίδα αποκάλυψε ότι τρεις αλυσίδες πολυκαταστημάτων προμηθεύονται τα φτηνά ρούχα, με τα οποία έχουν πλημμυρίσει την αγορά, από βιοτεχνίες του Τρίτου Κόσμου όπου οι συνθήκες εργασίας είναι ανάλογες, για να μην πω χειρότερες, με εκείνες που περιέγραψε ο Ενγκελς στα μέσα του 19ου αιώνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της εφημερίδας, στο Μπανγκλαντές ο μισθός για τους ενάμισι εκατομμύριο εργάτες της βιομηχανίας ρουχισμού μερικές φορές δεν ξεπερνάει τα 6 (έξι) λεπτά του ευρώ την ώρα, η εργασία ενίοτε φτάνει τις 84 ώρες την βδομάδα, άδειες δεν προβλέπονται, όποιος αρρωστήσει χάνει τη δουλειά του και φυσικά δεν γίνεται λόγος καν για συνδικάτα. Κι όλα αυτά παρά το γεγονός ότι και τα τρία πολυκαταστήματα συμμετέχουν στην εθελοντική πρωτοβουλία για το Ηθικό Εμπόριο, η οποία υποτίθεται ότι δεσμεύει τα μέλη της να συναλλάσσονται μόνο με προμηθευτές που τηρούν το ανώτατο όριο του 48ωρου, δεν εξαναγκάζουν τους εργαζόμενους να κάνουν πάνω από 12 ώρες υπερωρίες την εβδομάδα και καταβάλλουν έναν ελάχιστο μισθό, κάτι περισσότερο από 30 ευρώ το μήνα. Η έρευνα της εφημερίδας απέδειξε ότι όλες οι παραπάνω προϋποθέσεις παραβιάζονται συστηματικά και κατάφωρα.

Ο λόγος είναι απλός. Ο σκληρός ανταγωνισμός ανάμεσα στα πολυκαταστήματα σπρώχνει τις τιμές προς τα κάτω, κάτι που με τη σειρά του τα αναγκάζει να συμπιέζουν συνεχώς το κόστος των προϊόντων τους εκβιάζοντας τους εργαζόμενους στο Μπανγκλαντές με το γνωστό -πλην όμως ακαταμάχητο- επιχείρημα: «Αν ζητήσετε μεγαλύτερη αμοιβή, θα βρούμε άλλους που θα κάνουν την ίδια δουλειά με τα ίδια ή και λιγότερα λεφτά».

Από την οπτική γωνία του Ευρωπαίου καταναλωτή όμως τα πράγματα φαίνονται εντελώς διαφορετικά: ο ελεύθερος ανταγωνισμός σημαίνει φτηνά ρούχα και έτσι όλοι είμαστε ευχαριστημένοι. Και όσοι μπορούν πλέον να τα αγοράσουν, και όσοι λένε ότι μόνο η αγορά είναι σε θέση να ικανοποιήσει τις ολοένα αυξανόμενες απαιτήσεις μας. Εκείνο που λείπει από αυτή την ειδυλλιακή εικόνα του καταναλωτικού παράδεισου είναι το τίμημα, το οποίο κάποιοι, κάπου μακριά καταβάλλουν για να μπορεί το βιοτικό μας επίπεδο να συνεχίσει την ανοδική πορεία του μέσα σε συνθήκες υλικής αφθονίας.

Η αγανάκτηση που σίγουρα θα προκαλέσουν οι αποκαλύψεις της εφημερίδας για τις συνθήκες εργασίας στον Τρίτο Κόσμο είναι αναμενόμενη και απολύτως δικαιολογημένη. Θα αποδειχτεί όμως επιδερμική αν δεν συσχετίσουμε το τι συμβαίνει εκεί με τη ζωή που εμείς απολαμβάνουμε. Και όταν λέω «εμείς» εννοώ αυτούς που ζουν στις αναπτυγμένες χώρες, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η Ελλάδα. (Κάτι που αρνούμαστε πεισματικά να συνειδητοποιήσουμε, ίσως επειδή αντιβαίνει στον εθνικό μας μιζεραμπιλισμό.) Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος: το πρώτο βήμα προς την απολιτική και ιδιοτελή απάθεια το κάνουμε όταν θεωρήσουμε τα κοινωνικά φαινόμενα όχι ως σχέσεις που ενδέχεται να φτάνουν μέχρι την πόρτα ή καλύτερα το πορτοφόλι μας, αλλά ως μεμονωμένες πράξεις για τις οποίες ευθύνονται αποκλειστικά οι άμεσα εμπλεκόμενοι.

Η στάση αυτή ενισχύει ένα είδος εσωστρέφειας, με την έννοια ότι ο πολιτικός λόγος μας παραμένει κατ’ ουσίαν «εθνικός» (τελευταία μάλιστα κυκλοφορεί επίμονα η άποψη ότι μόνο εθνικός μπορεί να είναι). Δηλαδή, όποτε μιλάμε για φτώχεια και αδικία, μας ενδιαφέρουν και μας αφορούν μόνο οι δικοί μας φτωχοί και αδικημένοι. Αυτούς λένε ότι θέλουν να βοηθήσουν τα δύο μεγάλα κόμματα όταν βρίσκονται στην αντιπολίτευση και στο όνομα αυτών μιλάει πάντα η Αριστερά, με την ασφάλεια που της προσφέρει η απουσία οποιασδήποτε προοπτικής να κυβερνήσει. Κατά συνέπεια, οτιδήποτε βελτιώνει τη ζωή τους εκλαμβάνεται ως θετικό. Είτε πρόκειται για τα φτηνά καταναλωτικά αγαθά είτε για τις επιδοτήσεις των Ελλήνων αγροτών, οι οποίες -όπως διακηρύσσουν εν χορώ όλοι οι πολιτικοί, δεξιοί τε και αριστεροί- πρέπει να κρατηθούν σε υψηλά επίπεδα.

Τώρα, το αν με τον τρόπο αυτό καταστρέφονται οι αγρότες των αναπτυσσόμενων χωρών και αναγκάζοναι να εγκαταλείψουν τη γη τους για να δουλεύουν 84 ώρες τη βδομάδα σε βιοτεχνίες που τους πληρώνουν μισό ευρώ την ημέρα, για να μπορούμε εμείς στη συνέχεια να αγοράζουμε φτηνά ρούχα, είναι άλλη υπόθεση. Φυσικά, κανείς δεν σκέφτεται με τέτοιους κυνικούς όρους. Οχι επειδή τους απορρίπτουμε, αλλά επειδή δεν σκεφτόμαστε το πρόβλημα σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις του, ιδίως αν οι εν λόγω επιπτώσεις μάς συμφέρουν. Αντίθετα, όταν πρόκειται για διακηρύξεις που καταδικάζουν γενικόλογα την εκμετάλλευση των φτωχών στον Τρίτο Κόσμο είμαστε από τους πρώτους. Ομως, για να εξηγούμαστε, όλα αυτά τα απαίσια συμβαίνουν κάπου αλλού, πολύ μακριά από μας. Και πάντα κάποιοι άλλοι επωφελούνται και κάποιοι άλλοι φταίνε.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι