Εποχές χαμηλών πολιτικών προσδοκιών

Γιώργος Σιακαντάρης, Ελευθεροτυπία, 25/07/2007

Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, στη χώρα μας αλλά και στην Ευρώπη, αυξάνονται διαρκώς οι κριτικές κατά του κομματισμού, της κομματοκρατίας, της κατάληψης των διοικητικών και διευθυντικών θέσεων από στελέχη του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος. Το φαινόμενο της ταύτισης κόμματος και κράτους καταδικάζεται απ όλους, κυρίως και πρωτίστως απ όσους πρωτοστατούν στη δημιουργία του. Θα προσπαθήσουμε να αποδείξουμε πως ο κομματισμός, υπαρκτό και καταδικαστέο φαινόμενο, αποτελεί δείγμα της αδυναμίας και όχι της ισχύος των κομμάτων.

Τα πολιτικά κόμματα ως πολιτικοί φορείς της νεωτερικότητας εμφανίσθηκαν, ισχυροποιήθηκαν και κυριάρχησαν σε εποχές παντοδυναμίας του κράτους-έθνους, αλλά και σε εποχές όπου σε κοινωνικό και ταξικό επίπεδο υπήρχαν ισχυρές συλλογικότητες με καθολικά και γενικεύσιμα συμφέροντα. Η ταξική και κοινωνική σύνθεση αυτών των συλλογικοτήτων επέτρεπε στους εκφραστές της πολιτικής, όπως είναι τα κόμματα, να αθροίζουν, να γενικεύουν, να ταξινομούν, να θέτουν προτεραιότητες. Με άλλα λόγια τα κόμματα μπορούσαν στη βάση κοινών αξιών και συμφερόντων να εμφανίζονται ως συμπυκνωτές ταξικών και κοινωνικών συσχετισμών. Τα κόμματα αυτά αναπτύσσονταν εντός των εδαφικών ορίων του κυρίαρχου κράτους-έθνους και λειτουργούσαν στο πλαίσιο σαφών κοινωνικών διαιρέσεων.

Στην εποχή της παγκοσμιοποίησης η αποδυνάμωση του εθνικού κράτους, όπως αυτή εκφράζεται από την απώλεια αυτονομίας του έναντι εξωτερικών οικονομικών επιδράσεων, από το έλλειμμα δημοκρατικής νομιμοποίησης και κυρίως από την αδυναμία άσκησης εθνικών πολιτικών πρόνοιας, συνοδεύεται από τη διόγκωση των μεσαίων στρωμάτων και τη συνάδουσα με αυτήν αύξηση της κοινωνικής κινητικότητας προς τα πάνω αλλά και προς τα κάτω. Τα μεσαία στρώματα δεν αποτελούν ιδιαίτερο κοινωνικό σύνολο, αντιθέτως καταλαμβάνουν ασταθείς θέσεις σ όλο το φάσμα των παλαιών διακριτών ταξικών ολοτήτων.

Αυτό που ο Ούλρχιχ Μπεκ ονομάζει «εξατομίκευση της κοινωνικής διαδρομής», είναι ακριβές. Αυτή όμως η εξατομίκευση αν και ξεφεύγει των παλαιών ταξικών κατηγοριών «ζόμπι», σύμφωνα με την ορολογία του Γερμανού κοινωνιολόγου, δεν οδηγεί στην κατάργηση της κοινωνικής ένταξης των ατόμων. Η προσωπική βιογραφία αποτελεί την ασφαλέστερη διαδρομή για την ένταξη, έστω και ασταθή, σε κοινωνικές ολότητες και ομάδες. Εκείνο όμως που αλλάζει είναι ο κόσμος των ιδεολογικών αναφορών, η απουσία του αισθήματος της κοινωνικής ένταξης, καθώς και η αστάθεια της κοινωνικής κατάταξης.

Σ αυτήν την πραγματικότητα τα κόμματα αδυνατούν να εκφράσουν πολιτικές γενίκευσης των συμφερόντων. Και αδυνατούν όχι γιατί σήμερα δεν υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες, αλλά γιατί σήμερα δεν υπάρχουν σαφώς προσδιορισμένα καθολικά συμφέροντα. Τα ίδια τα άτομα ως φορείς ασταθών θέσεων αλλάζουν και τα συμφέροντά τους. Μάλλον, σήμερα δεν υπάρχουν μεγάλοι ηγέτες, γιατί δεν υπάρχουν καθολικά και κυρίως σταθεροποιημένα συμφέροντα. Αυτό που κάποιοι ονομάζουν «κρίση της πολιτικής» δεν είναι τίποτα άλλο παρά η αδυναμία της πολιτικής να υπερασπίσει συλλογικά συμφέροντα και να βρει χώρο εντός του οποίου να τα οργανώσει και να τα εξορθολογίσει. Η πολιτικοποιημένη Ευρώπη ίσως μελλοντικά αποτελέσει έναν τέτοιο χώρο.

Με δεδομένη αυτήν την πραγματικότητα ο κομματισμός δεν οφείλεται στα ισχυρά και παντοδύναμα κόμματα, αλλά αντιθέτως σ αυτά τα κόμματα, τα οποία λόγω της αδυναμίας τους να εκφράσουν συλλογικές αξίες, προσφεύγουν στην εύκολη λύση της προσφοράς κρατικών θέσεων.

Οταν όμως η κριτική του κομματισμού ταυτίζεται με την άρνηση του κομματικού φαινομένου, κινδυνεύει να πετάξει και το μωρό μαζί με τα βρώμικα νερά. Πίσω από τον κομματισμό κρύβεται η αποδυνάμωση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η τελευταία αποτελεί προϋπόθεση για την αποτροπή μετατροπής των πολύπλοκων κοινωνιών σε ζούγκλες. Σε πολύπλοκες κοινωνίες τα κόμματα και τα έθνη-κράτη εξακολουθούν να αποτελούν τα πρωτεύοντα υποκείμενα της πολιτικής.

Η ευκταία και αναγκαία ανάπτυξη της συμμετοχικής δημοκρατίας δεν μπορεί να στηθεί στο κενό της ανύπαρκτης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Τα υποκείμενα της συμμετοχικής δημοκρατίας (σύλλογοι, σωματεία, ΜΚΟ, η ίδια η κοινωνία των πολιτών) τα οποία, κατά τη γνώμη μας, αποτελούν δευτερεύοντα υποκείμενα της πολιτικής, αποδίδουν καλύτερα αν υπάρχει ένα περιβάλλον ισχυρής πολιτικής εκπροσώπησης. Διαφορετικά αυτά τα υποκείμενα κινδυνεύουν είτε να γελοιοποιήσουν την ίδια την κοινωνία των πολιτών (δες ΜΚΟ που «δωρίζουν» τρόφιμα στην Αφρική για να κερδίσουν περισσότερα απ όσο αν τα πωλούσαν, σύλλογοι ληστευθέντων, οικοδομικοί και δασικοί συνεταιρισμοί) είτε να λειτουργήσουν ως ομάδες πίεσης και αμφισβήτησης βασικών αρχών της νεωτερικότητας (δες τη συλλογή ενός εκατομμυρίου υπογραφών για τις ταυτότητες).

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια κατάσταση, όπου οι παλαιές μορφές πολιτικής εκπροσώπησης έχουν αποδυναμωθεί και οι καινούργιες βρίσκονται μόνο στα μυαλά, ούτε καν σε εμβρυϊκή μορφή, των νέων συλλογικοτήτων. Αν τα κόμματα και οι ηγέτες τους θέλουν να έχουν κάποια απήχηση, πρέπει να αποφύγουν να εμφανίζονται ως εγγυητές και παντογνώστες μιας κατάστασης, την οποία ούτε μπορούν να εγγυηθούν ούτε πολύ περισσότερο μπορούν να γνωρίζουν σε βάθος.

Σε εποχές κοινωνικής και πολιτικής ρευστότητας κανείς δεν μπορεί να επαίρεται πως γνωρίζει πού θα σταθεί η μπίλια. Οποιος ισχυρίζεται το αντίθετο, δεν θα χάσει μόνο στο καζίνο των πολιτικών σκοπιμοτήτων, αλλά και στην ίδια την πολιτική του ύπαρξη. Και θα χάσει είτε κυβερνά, είτε αντιπολιτεύεται. Η σεμνότητα και η ταπεινότητα αφορά όχι μόνο τους εκπροσώπους της πολιτικής, αλλά και τις ίδιες τις σημερινές δυνατότητές της. Ζούμε σε εποχές χαμηλών πολιτικών προσδοκιών, γι αυτό οι πολίτες θέλουν να ακούσουν αλήθειες( π.χ. για το Ασφαλιστικό) και όχι «εγγυήσεις» ή «δεσμεύσεις», οι οποίες είναι βέβαιο πως θα παραπεμφθούν στις ελληνικές καλένδες.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι