Η επιστροφή του κράτους

Από το παράθυρο των αναπτυσσόμενων χωρών

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 01/08/2007

Ύστερα από δυόμισι δεκαετίες αποδοχής της παντοκρατορίας των αγορών, της ανεμπόδιστης δηλαδή κίνησης των μεγάλων εταιρειών και των κεφαλαίων ανά τον πλανήτη σε αναζήτηση των μέγιστων αποδόσεων, όπου τα κράτη δεν έχουν παρά να προσαρμόζονται, το εκκρεμές φαίνεται να επανέρχεται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Το βλέπουμε στο Παρίσι, αλλά και στο Βερολίνο, και στις Βρυξέλλες: οι κυβερνήσεις δεν αναγκάζονται πλέον να συγκαλύπτουν τις παρεμβάσεις τους στην οικονομία, να απολογούνται όταν προστατεύουν και επιδοτούν εγχώριες παραγωγικές δραστηριότητες ή και συγκεκριμένες μονάδες που τις θέλουν «πρωταθλητές», παραβιάζοντας κανόνες ανταγωνισμού που έχουν συνυπογράψει. Η περίοδος του ακραίου οικονομικού φιλελευθερισμού έχει περάσει.

Η μεταστροφή μπορεί να εξηγηθεί με τη βαθμιαία αλλαγή στον συσχετισμό οικονομικής δύναμης ανάμεσα στις παλαιές πλούσιες, ισχυρές βιομηχανικές χώρες και τις ακόμα υστερούσες, πολύ φτωχότερες, αλλά πλέον ραγδαία αναπτυσσόμενες χώρες. Γι΄ αυτό και είναι πιο έκδηλη στις ΗΠΑ, οι οποίες μοιάζουν παγιδευμένες σε ένα σύστημα που οι ίδιες κατά πρώτο λόγο οικοδόμησαν. Ένας από τους πρωταγωνιστές αυτής της οικοδόμησης, ο Λόρενς Σάμερς, πρώην υπουργός Οικονομικών επί Κλίντον, πρώην πρύτανης του Χάρβαρντ και καθηγητής σήμερα σ΄ αυτό το πανεπιστήμιο, ανησυχεί μπροστά σε ένα νέο φαινόμενο που «κλονίζει», όπως έγραφε προχθές στους «Financial Τimes», «την καπιταλιστική λογική». Η κύρια ειρωνεία του διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος εδώ και αρκετόν καιρό, υπενθυμίζει, είναι οι τεράστιες ροές κεφαλαίων από τον αναπτυσσόμενο προς τον βιομηχανικό κόσμο, οι οποίες προβλέπεται φέτος να ξεπεράσουν τα 500 δισ. δολάρια.

Αλλά αν αυτές οι ροές ήταν επί χρόνια σωτήριες για την αμερικανική οικονομία, καθώς με τα μεγάλα αποθέματα, με τις μεγάλες δηλαδή αποταμιεύσεις της Κίνας και άλλων αναπτυσσομένων χωρών, χρηματοδοτούνταν το υπέρογκο διπλό της έλλειμμα, εμπορικό και δημοσιονομικό, αγοράζονταν δημόσια χρεόγραφα που της επέτρεπαν να καταναλώνει και να δανείζεται, τώρα κάτι αλλάζει. Τα αποθέματα των αναπτυσσόμενων χωρών, κρατικά ελεγχόμενα κεφάλαια, αυξάνονται ταχύτερα από τις εκδόσεις του υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ για το αμερικανικό δημόσιο χρέος και ανάλογες εκδόσεις ανά τον κόσμο: από 2,5 τρισ. δολάρια σήμερα θα φθάσουν τα 5 τρισ. το 2010 και τα 12 τρισ. το 2015, σύμφωνα με εκτιμήσεις της Μorgan Stanley. Εύλογα οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών έχουν αρχίσει να αναζητούν νέες τοποθετήσεις. Το πώς θα επενδυθούν τα κεφάλαια αυτά είναι κρίσιμο ερώτημα για την παγκόσμια οικονομία, για την ίδια τη φύση του παγκόσμιου καπιταλισμού, υποστηρίζει ο Σάμερς. Και οι έως τώρα ενδείξεις τρέφουν τις ανησυχίες του.

Μέσα σε ένα τέταρτο του αιώνα υποχώρησε δραστικά η κρατική ιδιοκτησία στις επιχειρήσεις, καθώς άλλοτε δημόσιες εταιρείες πέρασαν στον ιδιωτικό τομέα. Τώρα όμως σε ιδιωτικές επιχειρήσεις αποκτούν συμμετοχές μέσω διασυνοριακών επενδύσεων κρατικοί φορείς: κινεζικοί στην Βlackstone, έναν όμιλο ιδιωτικού μετοχικού κεφαλαίου που είναι από τους μεγαλύτερους εργοδότες στις ΗΠΑ. Το Κατάρ επιδιώκει να ελέγξει τη βρετανική εμπορική αλυσίδα Sainsbury΄s. Η ρωσική Gazprom μπαίνει σε ενεργειακές και άλλες επιχειρήσεις ευρωπαϊκών χωρών. Και κρατικά ελεγχόμενα κεφάλαια της Κίνας και της Σιγκαπούρης ενισχύουν την τράπεζα Βarclays στο εγχείρημα συγχώνευσης- μαμούθ με την ΑΒΝ Αmro. Αν απέναντι στις εξελίξεις αυτές Αμερικανοί και Βρετανοί παράγοντες εγείρουν ζητήματα διαφάνειας και αμοιβαιότητας, ενώ άλλοι Ευρωπαίοι προβάλλουν τον εθνικό έλεγχο κλάδων στρατηγικής σημασίας, για τον Σάμερς το πρόβλημα είναι βαθύτερο. Η λογική του καπιταλιστικού συστήματος, τονίζει, βασίζεται σε μετόχους που ωθούν τις εταιρείες να δρουν με τρόπο ώστε να μεγιστοποιούν την αξία των μετοχών τους. Αλλά οι κυβερνήσεις που αποκτούν αποφασιστική συμμετοχή σε ξένες εταιρείες μπορεί να υπηρετούν πολύ διαφορετικές επιδιώξεις: την ενίσχυση των εθνικών τους επιχειρήσεων, την απόκτηση τεχνογνωσίας, τη διεύρυνση της πολιτικής τους επιρροής.

Αυτές τις ανησυχίες του δεν είναι υποχρεωτικό να συμμερίζονται όσοι δεν είναι πεισμένοι ότι η μεγιστοποίηση της αξίας των μετοχών πρέπει να είναι η πρώτη κινητήρια δύναμη για την ανάπτυξη. Με τη λογική αυτή αυξήθηκε, είναι αλήθεια, θεαματικά ο παγκόσμια παραγόμενος πλούτος, αλλά ταυτόχρονα εντείνονται οι ανισότητες στην κατανομή του, υποβαθμίζονται δημόσια αγαθά, επέρχονται περιβαλλοντικές καταστροφές, γίνονται πόλεμοι. Γι΄ αυτό και έχει γίνει αναγκαία η δημόσια πολιτική παρέμβαση στην οικονομία που θα εκφράζει πολύ ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα από εκείνα των μετόχων, συντονισμένη σε διεθνή κλίμακα. Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄90 προβάλλεται το αίτημα πολιτικής διακυβέρνησης της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Δεν ανταποκρίθηκαν οι κυβερνήσεις, των ανεπτυγμένων χωρών ιδίως, όσο είχαν το πάνω χέρι. Σήμερα μια νέα δημόσια πολιτική παρέμβαση έρχεται από το παράθυρο αποσπασματικά, για να υπηρετήσει εθνικά συμφέροντα υποτιμημένα έως τώρα. Λόγος ανησυχίας όντως υπάρχει, όσο οι εθνικές παρεμβάσεις θα γενικεύονται, από τις αναπτυσσόμενες στις πλούσιες χώρες, σε αντιπαράθεση μεταξύ τους.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι