«Το καπάκι της ζωής»

Να ζητήσουμε εξηγήσεις από τους πολιτικούς για την αμέτρητη συμφορά

Παύλος Τσίμας, Τα Νέα, 27/08/2007

Ένας άνθρωπος περπατά στον δρόμο. Ξαφνικά, μια τεράστια πέτρα πέφτει από μια οικοδομή, περνά ξυστά δίπλα του και σκάει με πάταγο. Για μερικά χιλιοστά του μέτρου, για μερικά εκατοστά του δευτερολέπτου θα ήταν νεκρός. «Εκείνη τη στιγμή- θα διηγηθεί αργότερα ο ίδιος- ένιωσα σαν ένα αόρατο χέρι να ανασήκωσε το καπάκι της ζωής και να είδα μέσα τον κρυμμένο μηχανισμό της». Και αποφάσισε να τα αλλάξει όλα στη ζωή του. Εγκατέλειψε το σπίτι, τη γυναίκα και τα παιδιά του, παράτησε τη δουλειά του, εξαφανίστηκε. Μα ύστερα από μερικά χρόνια, τον ανακάλυψαν να ζει σε μια άλλη πόλη, με άλλη γυναίκα και παιδιά και να κάνει μια δουλειά ανάλογη με εκείνη που είχε παρατήσει.

Ο άνθρωπος αυτός είναι μια λογοτεχνική μορφή, πλάσμα της φαντασίας του Ντάσιελ Χάμετ, ήρωας ενός διηγήματός του. Αλλά πόσο μας μοιάζει...

Οι φωτιές του τριημέρου, οι νεκροί, η αμέτρητη συμφορά, η μη μετρήσιμη καταστροφή θα μπορούσαν να είναι ακριβώς αυτό: ένα χέρι που ανασηκώνει το καπάκι της ζωής. Και μας επιτρέπει να δούμε μέσα. Και μας καλεί να αλλάξουμε ζωή.

Κι εμείς, κάτω από το κράτος του σοκ, έντρομοι και πενθούντες, είμαστε έτοιμοι να τα σκεφτούμε όλα από την αρχή. Τη σχέση της ζωής μας με το φυσικό της περιβάλλον. Το μοντέλο ζωής και κατανάλωσης που υιοθετήσαμε και που υπονομεύει τους φυσικούς όρους της αναπαραγωγής του, σε πλανητική κλίμακα. Τα προφανή όρια ενός «ελληνικού» τρόπου ζωής, που σωρεύει ιδιωτική ευημερία και δημόσια φτώχεια. Αλλά και το μοντέλο πολιτικής που επεκράτησε, ιδίως μετά το 2004, το μοντέλο που αποτελεί την πεμπτουσία της φιλοσοφίας Καραμανλή. Ένα μοντέλο που θέλει την πολιτική, τη διαχείριση του «Δημόσιου Πράγματος» να έχει ελαφρύνει από τις ευθύνες και τις υποχρεώσεις του, να είναι μόνο μια τέχνη διαχείρισης εικόνας, επικοινωνίας, συναίνεσης, αφήνοντας στην αγορά και τις σοφές δυνάμεις της την ελευθερία και την ευθύνη να ρυθμίζουν το πλαίσιο και τον ρυθμό της ζωής μας. Να τα αλλάξουμε, λοιπόν, όλα- σκεφτόμαστε για λίγο. Να αλλάξουμε ζωή. Να αναγνωρίσουμε και πάλι την αξία της αλληλεγγύης, όχι μόνον του ανταγωνισμού. Να κατοικήσουμε ξανά την έρημη χώρα της «δημόσιας σφαίρας». Να ζητήσουμε από τους πολιτικούς που ψηφίζουμε να μην είναι μόνον επικοινωνιακά επιδέξιοι αλλά και κοινωνικά υπόλογοι. Να ζητήσουμε εξηγήσεις, για παράδειγμα, γιατί όλη η αποτελεσματικότητα στην Πυρόσβεση που απολαύσαμε, παραμονές Ολυμπιακών Αγώνων, η 24ωρη επιφυλακή, η έγκαιρη διάγνωση και η άμεση επέμβαση που δεν επέτρεψαν σε καμία από τις χιλιάδες πυρκαγιές που άναψαν τα καλοκαίρια του 2003 και 2004 να εξελιχθούν σε καταστροφή, εγκαταλείφθηκε, παρήκμασε, «επανιδρύθηκε»...

Μα πριν οι σκέψεις κατακαθήσουν, πριν αναρωτηθούμε πώς μεταφράζονται σε έργα, να είμαστε έτοιμοι να καταπιούμε αμάσητη τη «θεωρία της συνωμοσίας», να πιστέψουμε πως η συμφορά δεν οφείλεται στην εγκληματική αμέλεια των αρχόντων μας και τη δική μας αμεριμνησία, αλλά σε ένα κάποιο «οργανωμένο σχέδιο», σε μια «επίθεση κατά της Ελλάδας» που εξαπέλυσαν άγνωστοι εχθροίΤούρκοι, Ιάπωνες, αναρχικοί των Εξαρχείων ή οι εξωγήινοι του τηλε-ευαγγελιστή Λιακόπουλου. Κι έτσι, μόλις κλείσουμε την τηλεόραση, επαναπαυμένοι πως δεν φταίμε και δεν φταίνε, απαλλαγμένοι από τις ενοχές μας κι έχοντας αθωώσει και τους κυβερνήτες μας, είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε όπως πριν, έτοιμοι και να τους εμπιστευθούμε ξανά, του χρόνου πάλι, να φυλάξουν τα δάση μας, αυτά που έμειναν, από τις νέες πυρκαγιές που οι εξωγήινοι εχθροί μας θα ανάψουν...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι