Περιβάλλον και γεωργία: η αποκατάσταση μιας δύσκολης σχέσης

Ασημίνα Ξηροτύρη, Αυγή της Κυριακής, 09/09/2007

Οι κλιματικές αλλαγές συνιστούν ένα μοναδικό παγκόσμιο πρόβλημα, όμοιο του οποίου η ανθρωπότητα δεν έχει γνωρίσει στη σύγχρονη ιστορία. Ένα πρόβλημα που εξελίχθηκε στο διάβα ιδιαίτερα του προηγούμενου αιώνα, χαρακτηρίζεται από την πολυεθνική αλληλεπίδραση πληθώρας διεργασιών και παραμέτρων και το οποίο υπέστησαν αλλά και δημιούργησαν πολλές γενιές. Γι αυτό το "να παγκοσμιοποιήσουμε το περιβάλλον" θα μπορούσε να είναι ένα επίκαιρο σύνθημα και να ακουστεί θετικά από τους πολίτες, να μην κινδυνεύει δηλαδή να παρεξηγηθεί...

Συγκρατούμε την πρόσφατη διαπίστωση όπως διατυπώθηκε από τη Διακυβερνητική Επιτροπή του ΟΗΕ για την κλιματική αλλαγή (IPCC), ότι η ανθρωπογενής δραστηριότητα είναι υπεύθυνη κατά 90% για το φαινόμενο του θερμοκηπίου, που είναι σήμερα η υπ αριθμόν ένα απειλή για τον πλανήτη, και υποδεικνύει ότι οι κυβερνήσεις μπορούν και πρέπει να κάνουν πολύ περισσότερα πράγματα για να το επιβραδύνουν. Άρα, στον άνθρωπο μένει να σχεδιάσει και να υλοποιήσει δράσεις και να υιοθετήσει συμπεριφορές που να μειώνουν σταθερά φαινόμενα θανάτων, καταστροφών και υποβάθμισης των συνθηκών διαβίωσης, τα οποία συνδέονται με ακραία φαινόμενα. Πλημμύρες, κατολισθήσεις, ξηρασία, θύελλες, κύματα καύσωνα, πυρκαγιές αποτελούν δείγματα της τρωτότητας των οικοσυστημάτων.

Η γεωργία, από την πλευρά της, όπως ασκήθηκε κατά το δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, ενοχοποιείται για μια σειρά παρενέργειες. Η "πράσινη επανάσταση" που οδήγησε στην αύξηση έως υπερπαραγωγή αγροτικών προϊόντων και τροφίμων τάισε κόσμο μεν, αλλά προκάλεσε, σε πολλές περιπτώσεις, μη αναστρέψιμες ζημιές στο περιβάλλον, υπονομεύοντας την ποιότητα ζωής και την υγεία των ανθρώπων. Το μοντέλο μιας υπερεντατικής γεωργίας αποδείχτηκε επικίνδυνο και η φύση έπαιρνε με τη σειρά της ένα είδος εκδίκησης...

Με τη μισή έκταση της ΕΕ να αποτελεί αντικείμενο γεωργικής εκμετάλλευσης, υπολογίζεται ότι η γεωργία ευθύνεται για το 10% περίπου των εκπομπών αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου στην Ε.Ε.

Εκ των πραγμάτων, η γεωργία και η φύση αλληλεπιδρούν σε βάθος~ οι δεσμοί μεταξύ του πλούτου του φυσικού περιβάλλοντος και των γεωργικών πρακτικών είναι πολύπλοκοι και συχνά ασύμβατοι, γι αυτό τίθεται ως άμεση προτεραιότητα πλέον η διασφάλιση της κερδοφορίας της γεωργίας, ιδιαίτερα στην Ελλάδα με το χαμηλό αγροτικό εισόδημα, αλλά και η ενίσχυση της αειφορίας των αγροτικών οικοσυστημάτων. Το ζήτημα αυτό ήδη αποτελεί στόχο τής Ε.Ε. Η ενσωμάτωση του όμως στη νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) επιχειρείται με τη μείωση των διατιθέμενων κονδυλίων συνολικά, πράγμα που δεν αποτρέπει τους κινδύνους υποβάθμισης του περιβάλλοντος, ενώ, από την άλλη, θα οδηγήσει στη συρρίκνωση του γεωργικού τομέα. Άλλωστε, ένα παράλληλο μέτρο της νέας ΚΑΠ, η πλήρης αποδέσμευση των επιδοτήσεων από την αγροτική παραγωγή ανομολόγητα αυτό ακριβώς επιδιώκει!

Ας δούμε λοιπόν τις βασικές επιδράσεις της γεωργίας στο φυσικό περιβάλλον και κάποιες δυνατότητες βελτίωσης της σχέσης τους.

Γεωργία και βιοποικιλότητα

Δύο μεγάλες αλλαγές στη γεωργία διατάραξαν την ισορροπία της με τη βιοποικιλότητα. Πρόκειται για την εντατικοποίηση της παραγωγής, αφενός, και την υπερεκμετάλλευση της γης, αφετέρου. Η εξειδίκευση, η συγκέντρωση και η εντατικοποίηση της γεωργικής παραγωγής στη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών αναγνωρίζονται ευρέως ως εν δυνάμει απειλή για τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Υγιείς πρακτικές γεωργικής διαχείρισης μπορούν να έχουν ουσιαστικό θετικό αντίκτυπο στη διατήρηση της άγριας πανίδας και χλωρίδας της ΕΕ, καθώς και στην κοινωνικοοικονομική κατάσταση των αγροτικών περιοχών.

Η Ελλάδα διαθέτει μεγάλη βιοποικιλότητα σε όλα τα επίπεδά της (γενετική, ειδών, οικοσυστήματα και τοπίων) και η προστασία της δεν επιβάλλεται για λόγους ρομαντικούς αλλά για την ορθολογική και αειφορική διαχείριση των φυσικών πόρων, συνεπώς για την επιβίωση του ίδιου του ανθρώπου. Η Οδηγία 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων και ειδών φυτών και ζώων δεν ανταποκρίνεται στη βιοποικιλότητα της χώρας. Ευκαιρία για τη συμπλήρωσή της η επόμενη αναθεώρηση.

Γεωργία και Γενετικά Τροποποιημένοι Οργανισμοί (Γ.Τ.Ο.)

Παρά την προστασία που παρέχει επί του παρόντος η νομοθεσία της ΕΕ ως προς την καλλιέργεια ή την εμπορία Γ.Τ.Ο, αυτό που αποτελεί το μεγάλο κίνδυνο για το περιβάλλον είναι η άποψη που ακούγεται συχνά ότι είναι συμβατή η συνύπαρξη συμβατικής γεωργίας, βιολογικής και της καλλιέργειας των γενετικά τροποποιημένων ποικιλιών. Ο μικρός γεωργικός κλήρος στην Ελλάδα σημαίνει αυξημένο κίνδυνο επιμόλυνσης και ανεξέλεγκτης απελευθέρωσης των γενετικά τροποποιημένων ειδών και ποικιλιών, και γι αυτό πρέπει να αποτραπεί με κάθε τρόπο.

Οι κοινωνικοί και επιστημονικοί φορείς, η τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς και μεγάλο φάσμα των πολιτικών κομμάτων στη χώρα μας έχουν καταφέρει να εμποδίσουν τα σχέδια των εταιριών που ήθελαν να κατακλύσουν την αγορά με γενετικά τροποποιημένους σπόρους φυτών μεγάλης καλλιέργειας. Ο κίνδυνος δεν έχει παρέλθει. Μπροστά στις έντονες πιέσεις, κυρίως από τις ΗΠΑ, η Ευρώπη ενδέχεται να ανοίξει την πόρτα της. Για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου δεν υπάρχουν καλλιέργειες γενετικά τροποποιημένων φυτών, εμπορικές ή πειραματικές, η λύση είναι απλή: να μην επιτραπούν οι εισαγωγές Γ.Τ.Ο. στη χώρα μας

Γεωργία και ύδατα

Δεδομένο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον η κατανάλωση του νερού σε γεωργικές δραστηριότητες. Η γεωργία είναι σημαντικός χρήστης υδάτινων πόρων στην Ευρώπη, καθώς της αναλογεί περίπου το 30% της συνολικής κατανάλωσης νερού. Στη Νότια Ευρώπη (όπου αποτελεί βασική εισροή) η άρδευση αντιπροσωπεύει πάνω από το 60% της χρήσης νερού στις περισσότερες χώρες, ενώ στην Ελλάδα το 80%!

Εξ αυτού προκύπτουν συναφή περιβαλλοντικά προβλήματα. Η υπεράντληση νερού από υπόγειους υδροφόρους ορίζοντες, η διάβρωση λόγω άρδευσης, η αύξηση της αλατότητας του εδάφους, η αλλοίωση προϋπαρχόντων ημιφυσικών ενδιαιτημάτων, καθώς και δευτερογενών επιπτώσεων, που οφείλονται στην εντατικοποίηση της γεωργικής παραγωγής, όπως η νιτρορύπανση και η ανίχνευση υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων. Άμεσα αναγκαία η εφαρμογή τιμολογιακών πολιτικών, στις οποίες θα λαμβάνονται υπόψη όλοι οι διαφορετικοί τύποι κόστους που συνδέονται με την παροχή και τις ποικίλες χρήσεις νερού. Το νερό πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημόσιο αγαθό υπό προστασία με την εφαρμογή κανόνων και λοιπών υποχρεώσεων, όπως προκύπτει από την κοινοτική οδηγία που στρεβλά ενσωματώθηκε στο εθνικό μας δίκαιο.

Γεωργία και βιοκαύσιμα

Εδώ η συμβολή της γεωργίας στην προστασία του περιβάλλοντος είναι έμμεση αλλά θετική, αφού ανοίγει προοπτικές στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας δια της επέκτασης και στην Ελλάδα των ενεργειακών καλλιεργειών με σκοπό την παραγωγή βιοκαυσίμων.

Ο ελάχιστος δεσμευτικός στόχος που τίθεται, το 10% για τη χρήση των βιοκαυσίμων στις μεταφορές μέχρι το 2020, δίνει τη δυνατότητα στη γεωργία να διαδραματίσει μεγαλύτερο ρόλο στην προσπάθεια για την αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών. Αναγκαία λοιπόν είναι η άμεση και οργανωμένη εφαρμογή προγραμμάτων για καλλιέργεια ενεργειακών φυτών, η αναθεώρηση της οδηγίας 98/70/ΕΚ για την ποιότητα των καυσίμων που να επιτρέπει το 10% βιοαιθανόλης να ενσωματωθεί στο πετρέλαιο.

Για την Ελλάδα έχει ιδιαίτερη σημασία η μείωση της ενεργειακής της εξάρτησης, η δημιουργία θέσεων εργασίας και η αύξηση εισοδήματος στις αγροτικές περιοχές, με τον όρο βέβαια ότι θα περιοριστούν οι αφορολόγητες εισαγωγές πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των βιοκαυσίμων και θα δοθεί προτεραιότητα στην παραγωγή τοπικών πρώτων υλών.

Για χιλιάδες χρόνια η γεωργία υπήρξε ένα σύστημα το οποίο συνέδεσε αρμονικά την ανθρώπινη κοινωνία με το φυσικό της περιβάλλον. Η εισαγωγή της οικονομίας της αγοράς, ωστόσο, και η τεχνολογική πρόοδος στον γεωργικό τομέα άλλαξε το σκηνικό επιφέροντας σημαντικές αλλαγές. Oι αλλαγές αυτές διατάραξαν τις "ισορροπίες" του παραδοσιακού τρόπου παραγωγής και επέφεραν αρνητικά για το περιβάλλον αποτελέσματα που μερικά από αυτά ήδη προαναφέραμε, όπως η εκτεταμένη χρήση αγροχημικών ουσιών οδηγεί στη ρύπανση των επιφανειακών και υπόγειων νερών ή στον ευτροφισμό σημαντικών υγροτόπων και στη μείωση της βιοποικιλότητας, ενώ οι μονοκαλλιέργειες αυξάνουν την ανθεκτικότητα παρασίτων και ζιζανίων κ.λπ.

Απαιτείται λοιπόν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της γεωργικής πολιτικής που να καλύπτει οικονομικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους, με στόχο την ανάπτυξη της υπαίθρου και τη διατήρηση του αγροτικού πληθυσμού, με κύριο βάρος στην περαιτέρω επέκταση της βιολογικής γεωργίας. Αυτή αποτελεί ήδη μια μορφή αειφορικής γεωργίας, διότι προωθεί την φιλοπεριβαλλοντική, κοινωνική και οικονομική παραγωγή προϊόντων. Σεβόμενη τη φυσική ικανότητα των φυτών, των ζώων και του τοπίου, στοχεύει στη βελτιστοποίηση της ποιότητας σε όλες τις πλευρές της γεωργίας και του περιβάλλοντος. Η βιολογική γεωργία μειώνει σημαντικά τις εισροές της εκμετάλλευσης, αποφεύγοντας τη χρήση αγροχημικών.

Όμως, η ανάπτυξη ενός μοντέλου γεωργίας φιλικής προς το περιβάλλον δεν μπορεί να "επιβληθεί" εκ των άνω με την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων, χωρίς την ευαισθητοποίηση της βάσης, δηλαδή των ίδιων των γεωργών και, κατ επέκταση, του αγροτικού πληθυσμού. Για να επιτευχθεί ο στόχος, η συνταγή είναι γνωστή: γενναία χρηματοδότηση, ενίσχυση με συγκεκριμένα προγράμματα και εφαρμογή ανάλογων γεωργικών πρακτικών.

Θέμα επικαιρότητας:
Προς τις Βουλευτικές εκλογές

Σύνολο: 48 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι