"Άλλη γεωργία" και διατροφικό ήθος στην εποχή της παγκοσμιοποίησης

Λεωνίδας Λουλούδης, Αυγή της Κυριακής, 30/09/2007

Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι μια δημοφιλής έννοια στην ελληνική κοινή γνώμη. Υπάρχουν λόγοι προφανείς. Κανένα κόμμα, πολιτικός ή δημοσιογραφικός οργανισμός, δεν την υπερασπίζεται ανοικτά και με συνέπεια ενώ, αντίθετα, ιδιαίτερα στους κόλπους της αριστεράς οποιασδήποτε απόχρωσης, η αντιπαλότητα είναι κάτι περισσότερο από συστηματική και αδιάλειπτη. Υπάρχουν και βαθύτεροι λόγοι αυτής της αντιπάθειας. Όπως γράφει, σε ένα αυτοβιογραφικό κείμενό του, ο Λατινοαμερικάνος αλλά γνωστός κοσμοπολίτης συγγραφέας Κάρλος Φουέντες^1^ η παγκοσμιοποίηση, μείζον κοινωνικοοικονομικό θέμα του τέλους του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα, είναι το όνομα ενός συστήματος εξουσίας, απροσδιόριστης σαν το Άγιο Πνεύμα αλλά και ορατής όπως το Έβερεστ, σαφέστατης σαν το νόμο της βαρύτητας και ταυτόχρονα αμφίσημης σαν τον ρωμαϊκό θεό Ιανό. Το καλό της πρόσωπο, μάλιστα στις συνθήκες της διπλής επανάστασης (στη βιολογία και την πληροφορική) είναι η ταχύτερη διάδοση της επιστήμης και της τεχνολογίας, το ελεύθερο εμπόριο, η προσβασιμότητα και η διάδοση της πληροφορίας, η οικουμενικότητα της έννοιας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Ιανός, βέβαια, έχει και ένα λιγότερο ελκυστικό πρόσωπο, για να δικαιωθεί ο Γκαίτε ο οποίος έλεγε ότι όπου υπάρχει πολύ φως υπάρχει και πολλή σκιά. Η ταχύτητα των αλλαγών στις πλουσιότερες και πιο αναπτυγμένες χώρες βαθαίνει το ρήγμα που τις χωρίζει από τις πιο φτωχές και υπανάπτυκτες περιφέρειες του κόσμου. Μια συνέπεια που δεν αφορά μόνο τον Τρίτο Κόσμο αλλά και ορισμένες μειονεκτούσες περιφέρειες εντός του αναπτυγμένου κόσμου που, ήδη, μαστίζονται από "τριτοκοσμική" ανεργία, φτώχεια και εγκληματικότητα. Η απάντηση σε αυτή την αμφίσημη κατάσταση της ανθρώπινη συνθήκης των καιρών μας δεν είναι η απόσυρση στον απομονωτισμό της "παγκοσμιοφοβίας", όπως τον βιώσαμε φέτος στις φοιτητικές διεκδικήσεις εναντίον του εκσυγχρονισμού των πανεπιστημίων μας. Γιατί η πρόκληση παραμένει. Το Έβερεστ δεν θα μετακινηθεί συνεπώς, καταλήγει ο Φουέντες, το διπλό ερώτημα είναι πώς μπορούμε να το ανέβουμε; Πώς μπορούμε να αντιστρέψουμε τις αρνητικές τάσεις της παγκοσμιοποίησης σε επωφελείς τάσεις; Στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί θα υποστηρίξω ότι ένα παράδειγμα αντιστροφής των τάσεων της παγκοσμιοποίησης μας προσφέρουν οι σε εξέλιξη αλλαγές του διατροφικού ήθους, στο οποίο πρωταγωνιστούν οι συνειδητοποιημένοι ή, όπως λέμε, "ψαγμένοι" καταναλωτές και, κυρίως, οι θεωρητικοί ή εμπειρικοί δημιουργοί της νέας γαστρονομίας. Ειδικά οι τελευταίοι, πιστεύω ότι αποτελούν την ατμομηχανή στον επαναπροσδιορισμό του τι είναι "απολίτιστο" και τι "πολιτισμένο" όταν τρώμε.

Πώς πραγματοποιήθηκε αυτή η αντίστροφη πορεία στην αναπτυξιακή στρατηγική της αγροτικής και διατροφικής πολιτικής; Προηγήθηκε η αλλαγή στις πολιτισμικές αξίες, τις προτεραιότητες, τα γούστα ανήσυχων κοινωνικών ομάδων στα, από κάθε άποψη, κορεσμένα αστικά κέντρα ή ο ωμός πραγματισμός της δημοσιονομικής λογικής κρατικών συμφερόντων υπό την αιγίδα των ιδιωτικών επιρροών και παραφυάδων τους; Το ίχνος της "πρωτιάς" είναι δύσκολο να αποκαλυφθεί και, ενδεχομένως, δεν έχει πια τόση σημασία. Άλλωστε, για το ζήτημα της πολιτισμικής στροφής στις διατροφικές συνήθειες, αν υποτεθεί ότι όντως αποτελεί "εξέλιξη του πολιτισμού", θα χρειαζόταν μια πανοραμική ερμηνεία σαν αυτή που μας έδωσε στο ομώνυμο έργο του, προπολεμικά, ο Νόρμπερτ Ελίας^2^ για το πέρασμα από τον Μεσαίωνα στη νεώτερη Ευρώπη. Η οπτική μου, ευλόγως, είναι πολύ πιο στενή και ρηχή αλλά επιτρέπει κάποιες, έστω προσωρινές, γέφυρες με το πολιτισμικό γεγονός του νέου διατροφικού ήθους που μου φαίνονται χρήσιμες. Θα εστιάσω, λοιπόν, στην αλλαγή της ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής που συντελείται βραδέως από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και επιταχύνεται στις αρχές της επόμενης δεκαετίας υπό τις ευλογίες και τους πειθαναγκασμούς της παγκοσμιοποίησης.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 είχε διαφανεί ότι η Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) είχε επιτύχει τον κύριο ιδρυτικό της στόχο, δηλαδή να ανταγωνισθεί επιτυχώς η ευρωπαϊκή γεωργία εκείνη των ΗΠΑ. Στο μεταξύ, όμως, και οι παράπλευρες απώλειες ήταν αισθητές. Τα αδιάθετα πλεονάσματα αγροτικών προϊόντων συσσωρεύονταν σε "βουνά" και "λίμνες", ενώ οι δημοσιονομικές δαπάνες στήριξης των ενισχύσεων που κατέβαλε στους παραγωγούς της ήταν δυσβάστακτες και άνισα κατανεμημένες οικονομικοκοινωνικά και κλαδικά. Μεταξύ των χαμένων ξεχώριζε το φυσικό περιβάλλον. Η μεταρρύθμιση της ΚΑΠ, προετοιμάζοντας την εναρμόνισή της προς τις επιταγές του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (τότε GATT), άρχισε διστακτικά με τη θέσπιση της Ενιαίας Αγοράς, το 1987, και καθιερώθηκε το 1992 με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Καθώς η σταδιακή, έκτοτε, περικοπή των επιδοτήσεων βρέθηκε στο στόχαστρο των συντεχνιακών συμφερόντων του αγροτικού δικτύου πολιτικής, η ΚΑΠ αναζήτησε τη νέα της νομιμοποίηση στην πριμοδότηση μέτρων περιβαλλοντικής προστασίας. Επτά χρόνια αργότερα, στο Βερολίνο, στα πλαίσια των προτάσεων εμβάθυνσης της μεταρρύθμισης του 1992, υιοθετήθηκε ο Κανονισμός της Αγροτικής Ανάπτυξης, στον οποίο συμπεριλήφθηκαν σε ενιαίο θεσμικό σύνολο προηγούμενοι Κανονισμοί όπως ο "Αγρο-περιβαλλοντικός", η "Πρόωρη Συνταξιοδότηση", οι "Αναδασώσεις", καθώς και η πολιτική για τις Ορεινές και Μειονεκτικές Περιοχές, επίσης ο Κανονισμός "επεξεργασίας και εμπορίας γεωργικών προϊόντων" και η διαρθρωτική πολιτική ανάπτυξης της υπαίθρου. Η θεσμική καινοτομία υπήρξε τόσο σοβαρή ώστε θεωρήθηκε ότι συνιστά τον "δεύτερο πυλώνα" της ΚΑΠ, σε αντιδιαστολή με τον ιστορικό "πρώτο πυλώνα" της ενίσχυσης των αγορών, πριν, δηλαδή αρχίσουν οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις. Απώτερος στόχος αυτών των πολιτικών πρωτοβουλιών ήταν η ανάπτυξη της "κοινωνίας της υπαίθρου" εντός της οποίας θα δραστηριοποιείται η νέα "πολυλειτουργική γεωργία". Η νεόκοπη έννοια της πολυλειτουργικότητας (multifunctionality) αναφέρεται σε δραστηριότητες όπως η προστασία του περιβάλλοντος και η προώθηση της βιωσιμότητας των αγροτικών περιοχών. Η τελευταία μπορεί να επιτευχθεί είτε με την αύξηση του αγροτικού εισοδήματος μέσω της αύξησης της προστιθέμενης αξίας της πρωτογενούς παραγωγής και των νέων τεχνικών εμπορίας κ.ά., είτε μέσω ενός ολοκληρωμένου και πολυτομεακού (καθώς η γεωργία δεν θα αποτελεί πλέον αποκλειστική απασχόληση του αγροτικού χώρου) προγράμματος αγροτικής ανάπτυξης, το οποίο θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας στους αγρότες μερικής απασχόλησης. Η αναθεώρηση του 2003 προχώρησε ακόμα περισσότερο καθιστώντας υποχρεωτική για τα Κράτη Μέλη την εξασφάλιση ικανοποιητικής χρηματοδότησης για παρόμοιες δράσεις μέσα από το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης 2007-2013. Αυτό είναι, με λίγα λόγια, το αναθεωρημένο θεσμικό πλαίσιο της ενίσχυσης, μέσω ΚΑΠ, δραστηριοτήτων όπως η προστασία του αγροτικού περιβάλλοντος και τοπίου από την άσκηση της γεωργίας, (μεταξύ αυτών εντάσσεται η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία), ο αγρο-και οικο-τουρισμός, η παραγωγή πιστοποιημένων προϊόντων ονομασίας προέλευσης, γεωγραφικής ένδειξης και εγγυημένης παραδοσιακής ιδιοτυπίας, η ανανέωση της δημογραφικής σύνθεσης του αγροτικού δυναμικού κ.λπ.^3^

Οι συνέπειες της μεταρρύθμισης της ΚΑΠ είναι ήδη ορατές. Ένα παράδειγμα είναι η ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας στην Ελλάδα. Μόλις πριν μια δεκαπενταετία, όταν ο Κανονισμός της βιολογικής φυτικής παραγωγής δεν είχε ενταχθεί ακόμη στο πλαίσιο ενισχύσεων της νέας ευρωπαϊκής αγροτικής πολιτικής, οι ενταγμένες εκτάσεις δεν υπερέβαιναν το 0,5% της συνολικής καλλιεργημένης γης. Το 2005 σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία^4^ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 2,66% ( εκ του οποίου το 38,17% αφορά την ελαιοκαλλιέργεια) και αν συμπεριληφθούν και οι βοσκότοποι ανέρχεται σε 3,24%. Συγκριτικά αξιοσημείωτη είναι και η αύξηση της βιολογικής κτηνοτροφίας, αν ληφθεί υπόψη ότι ο σχετικός Κανονισμός (αριθμ. 1804) εκδόθηκε μόλις το 1999. Ειδικά στα αιγοπρόβατα, τα 2/3 των οποίων βρίσκονται στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, το ποσοστό, επί του συνόλου του πληθυσμού τους, αγγίζει το 3,58% με τάσεις ανόδου. Εξελίξεις διαπιστώνονται και στο επίπεδο της μεταποίησης και εμπορίας. Ο αριθμός των μεταποιητών ανέρχεται σε 1.124 και των εισαγωγέων σε 9 ενώ λειτουργούν περί τα 350 καταστήματα πώλησης βιολογικών προϊόντων. Πρόσφατη αναφορά στοιχειοθετεί "έκρηξη στην αγορά βιολογικών προϊόντων"^5^. Ο τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου εκτιμάται σε 40 εκατ. Ευρώ (εκ των οποίων το 60% αφορά σε φρούτα-λαχανικά και προϊόντα ψυγείου και στη συνέχεια κρέας-αλλαντικά, χυμοί, μέλι, έλαια, ελιές, ζυμαρικά κ.ά.) με ρυθμό ανάπτυξης 20-30%. Το 50% των βιολογικών λαχανικών κινείται μέσω των αλυσίδων σούπερ μάρκετ, παρότι οι τιμές πώλησής τους είναι υψηλότερες κατά 15-20%. Επίσης, λειτουργούν 25 αγορές βιολογικών προϊόντων εκ των οποίων οι 16 στην περιοχή Αττικής με εβδομαδιαίο τζίρο 30-35.000 ευρώ. Ανταποκρινόμενο σε αυτή τη ζήτηση, το Υπουργείο ανάπτυξης ετοιμάζει Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις λειτουργίας των Λαϊκών Αγορών Βιολογικών Προϊόντων. Εγχείρημα τολμηρό, δύσκολο αλλά απαραίτητο για την "εκλαΐκευση" της αγοράς βιολογικών προϊόντων.

Αν περιορισθεί κανείς, ωστόσο, στην ανάπτυξη της βιολογικής γεωργίας και κτηνοτροφίας χάνει από τα μάτια του τις πραγματικές διαστάσεις της αλλαγής παραδείγματος, για να χρησιμοποιήσω την πασίγνωστη έννοια του επιστημολόγου Τόμας Κουν, που συντελείται στο χώρο της νέας ή της "άλλης γεωργίας", όπως επιτυχώς την αποκαλεί σε σχετικό άρθρο του ο γνωστός και έγκυρος οικονομικός αναλυτής Ν, Νικολάου^6^. Εκεί, συνομιλώντας με τον υφυπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης Α. Κοντό, ο αρθρογράφος πληροφορείται ότι ο τελευταίος μόλις πριν τρία χρόνια αντιλήφθηκε τον "θησαυρό" της παραδοσιακής τοπικής γεωργίας και τις προοπτικές της. Αφορμή ήταν η επίσκεψη στο υπουργείο μιας ομάδας παραγωγών φασολιών προστατευμένης γεωγραφικής ένδειξης από τις Πρέσπες. Στη συνέχεια αναφέρονται οι πατατοπαραγωγοί του Νευροκοπίου, οι μαστιχοπαραγωγοί της Χίου, οι παραγωγοί κερασιών στη Ράχη Ολύμπου. Με την κατάλληλη κρατική στήριξη όλες αυτές οι περιπτώσεις θεωρούνται σήμερα success stories. Και ακολουθεί μια εντυπωσιακή λίστα υψηλής ποιότητας προϊόντων, ικανών να στηρίξουν μια αξιόλογη τοπική ανάπτυξη αν οργανωθούν-όπου αυτό δεν έχει ήδη συμβεί-οι υποδομές παραγωγής, διανομής και εμπορίας τους. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν τα καρπούζια Μεσσηνίας, οι φράουλες της Ηλείας, τα κάστανα Λακωνίας και Αρκαδίας, τα σπαράγγια Έβρου, Καβάλας και Πέλλας, τα όσπρια Δυτικής Μακεδονίας, ο κρόκος Κοζάνης, οι πατάτες Σερρών, Δράμας, Αμύνταιου και Πελοποννήσου, οι θερμοκηπιακές καλλιέργειες της Κρήτης και της Πρέβεζας, τα οπωροκηπευτικά Μεγάρων, τα ακτινίδια Πιερίας, τα μήλα Πηλίου και Αγιάς, οι μπανάνες Κρήτης, η φάβα Σαντορίνης, η φακή Εγκλουβής στη Λευκάδα, τα μανιτάρια της Εύβοιας, τα αχλάδια της Λέσβου...ο κατάλογος μοιάζει και είναι ατελείωτος. Για παράδειγμα, ο υπουργός ξέχασε, πιθανώς ως αυτονόητη, το μικρό αναπτυξιακό θαύμα που έχει συντελεσθεί στους κλάδους του επώνυμου οίνου και του ελαίου. Ο έμπειρος αναλυτής ομολογεί, πάντως, ότι εντυπωσιάσθηκε από τις πραγματοποιημένες ή λανθάνουσες δυνατότητες αυτής της "άλλης γεωργίας". Έστω και αν η αντίληψη της πολιτείας και της οικονομικής δημοσιογραφίας έρχεται με κάποια, ομολογουμένως αξιοσημείωτη, καθυστέρηση να ανακαλύψει την "άλλη γεωργία" --καθώς η ακαδημαϊκή κοινότητα^7^ ή άλλες ειδικότερες στήλες της ίδιας εφημερίδας έχουν κατ επανάληψη ασχοληθεί με το ίδιο θέμα-- ένα είναι το συμπέρασμα.

Έχει πλέον οριστικά παρέλθει η εποχή κατά την οποία συγκεκριμένα προϊόντα, όπως το βαμβάκι, ο καπνός, η ελιά, τα σιτηρά επιδοτούνταν κατά παράβαση κάθε αγοραίας λογικής και τα οποία, μάλιστα, τα συντεχνιακά συμφέροντα του δικτύου αγροτικής πολιτικής υπερασπίζονταν ως τα μόνα, δήθεν, "μεσογειακά". Μια "άλλη γεωργία" ποιοτικών προϊόντων και, το κυριότερο, μια άλλη χωροταξία της γεωργίας προβάλλουν στον ορίζοντα της αγροτικής ανάπτυξης, συνδεδεμένες αφενός με τις πολυποίκιλες εδαφο-κλιματικές και οικονομικοκοινωνικές συνθήκες εξέλιξης της ελληνικής περιφέρειας και αφετέρου με τις εξειδικευμένες προτιμήσεις του συνειδητοποιημένου καταναλωτή που αναζητεί τη "διάκριση" (distinction), με το περιεχόμενο που έχει δώσει στην έννοια ο Πιέρ Μπουρντιέ, και στο τρόπο διατροφής του. Είναι φαινομενικά παράδοξο αλλά "στο τέλος της ημέρας", όπως λένε οι Αγγλοσάξωνες, αυτό που συνέβη με τη μεταρρύθμιση της ΚΑΠ και τις επιπτώσεις της στην αλλαγή της ευρωπαϊκής γεωργίας είναι ότι η πιεστική ώθηση της παγκοσμιοποίησης ανέδειξε τη χρησιμότητα της τοπικότητας.

Επιτρέψτε μου να τελειώσω με μια απορία πολιτισμικής τάξης. Αυτό που παραμένει, για μένα, ασφαλώς λόγω επιστημονικής αναρμοδιότητας, ανεξήγητο είναι γιατί και πώς αλλάζουν οι προτιμήσεις του καταναλωτή. Όμως, όπως εισαγωγικά υποστήριξα, καμία θεσμική αλλαγή της αγροτικής πολιτικής δεν θα μπορούσε να στεφθεί με επιτυχία αν δεν συμβάδιζε, λογικά, με μια αντίστοιχη αλλαγή στα διατροφικά ήθη. Αξιολογώντας την προσωπική μου εμπειρία, ως συστηματικού αναγνώστη του εξειδικευμένου γαστρονομικού τύπου και πολύ ερασιτέχνη μάγειρα, θεωρώ αναπόσπαστη από το επιστημονικό μου ενδιαφέρον για την εξέλιξη της αγροτικής πολιτικής και την ανάπτυξη της ελληνικής και παγκόσμιας γεωργίας τη μελέτη των θεωρητικών και εμπειρικών της γαστρονομίας μας, όπως ο Χρήστος Ζουράρις, η Εύη Βουτσινά, ο Αλέξανδρος Γιώτης, ο Ντίνος Κιούσης, ο Στέλιος Παρλιάρος, ο Επίκουρος. Όλοι αυτοί και άλλοι εξίσου σημαντικοί, θα έπρεπε να διδάσκονται στα ελληνικά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, οπωσδήποτε στα γεωπονικά. Οι γνώσεις και η γνώμη τους διευρύνει και εμβαθύνει τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε, εμείς οι ειδικοί επιστήμονες και τεχνολόγοι της αγροτικής οικονομίας, να σκεφτόμαστε την ελληνική γεωργία και τα προϊόντα που φύσει και θέσει μας προσφέρει. Του λόγου το αληθές αποδεικνύει ένα απόσπασμα συνέντευξης του chef της ελληνικής Ολυμπιάδας Κώστα Τσίγκα στον τελευταίο |Γαστρονόμο|^8^. Λέει: "...Η έννοια της παραγωγής του προϊόντος έχει αποκοπεί από τη γευστική διαδικασία. Η φαντασίωση της νοστιμιάς γίνεται πραγματικότητα μόνο στην ταβέρνα, που διατηρεί την πολιτισμική της μνήμη. Στην Κρήτη, η αχινοσαλάτα δεν είναι γκουρμέ. Είναι παράδοση. Ο σκάρος στην Αθήνα, είναι γκουρμέ. Το μοδάτο εστιατόριο διατηρεί μια τεράστια απόσταση από τον δημιουργό, τον καλλιεργητή. Είναι εγκληματικό να τρως πράγματα που δεν ανήκουν στη διατροφική σου αλυσίδα. Οι έρευνες έχουν αποδείξει ότι οι Γάλλοι που καταναλώνουν υπερβολικά λιπαρά έχουν μεν χοληστερίνη, αλλά αυτή δεν επηρεάζει την υγεία τους. Λες και οι διατροφικές τους συνήθειες είναι απόλυτα ενσωματωμένες στο κύτταρο, το κλίμα και τη γεωγραφία τους. Οι Ιταλοί και οι Γάλλοι έχουν περάσει από όλα τα παραδοσιακά στάδια της δικής τους γαστρονομίας και έχουν δημιουργήσει μια τοπική κουζίνα, κάτι που δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Αυτός, όμως, είναι και ο μόνος τρόπος για να προωθήσεις την κουζίνα και τα προϊόντα του τόπου σου". Κάνοντας την αυτοκριτική μου, σαν παλιός πανεπιστημιακός δάσκαλος, θα έλεγα ότι αυτή η αποκοπή της παραγωγής του προϊόντος από τη γευστική διαδικασία οφείλεται και σε μας. Υπερτονίσαμε τη σημασία της παραγωγής. Καιρός να αποκαταστήσουμε την ισορροπία ανακαλύπτοντας την αξία της τοπικότητας στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και αποδίδοντας στη γεύση το μερίδιό της στην αναδιάρθρωση της ελληνικής γεωργίας.

1. Κ. Φουέντες, |Σε αυτά πιστεύω. Αυτοβιογραφικά Σημειώματα|, Εκδ. Καστανιώτης, 2004, σελ. 255-276.

2. Ν. Ελίας, |Η εξέλιξη του πολιτισμού. Ήθη και κοινωνική συμπεριφορά στη Νεώτερη Ευρώπη|, τομ. Α, Νεφέλη 1997.

3. Για περισσότερα βλέπε Λ. Λουλούδη, Από το "τραγικό" στο "μαγικό" βουνό. "Υπερτοπικές" συνέργειες επιβίωσης της ορεινής οικονομίας, περ. |Γεωγραφίες|, τεύχ. 5, καλοκαίρι 2003, σελ. 36-56.

4. Πηγή: Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, επεξεργασία Λ.Λ.

5. Μ. Σιδέρη, Έκρηξη στην αγορά βιολογικών προϊόντων, εφ. |Η Καθημερινή Οικονομική,| 27 Μαϊου 2007.

6. Ν. Νικολάου, "Η άλλη γεωργία", εφ. |Η Καθημερινή,| 20.4.2007)

7. Από το 1996 αναλύονται τα σχετικά θέματα σε δημοσιεύσεις και ανακοινώσεις σε συνέδρια των μελών του Τμήματός μας. Και βέβαια, αποτελούν διδασκόμενη ύλη ακόμη και σε προπτυχιακό επίπεδο την τελευταία επταετία

8. Ε. Ψυχούλη, Κώστας Τσίγκας, Ένας διανοούμενος στην κουζίνα, περ. |γαστρονόμος|, τεύχ. 13, Μάιος 2007.

|Ο Λεωνίδας Λουλούδης είναι καθηγητής στο Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης του Γεωπονικού Πανεπιστημίου της Αθήνας|

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι