Στο κενό ο διάλογος

Αδιανόητη η μεταρρύθμιση του Ασφαλιστικού χωρίς γνώση των δεδομένων

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 10/10/2007

Εάν η κυβέρνηση ενδιαφερόταν πραγματικά να οργανώσει έναν «ευρύτατο, ειλικρινή και συστηματικό κοινωνικό διάλογο» για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος, όπως διατείνεται, θα είχε φροντίσει να συνοδεύσει τις προσκλήσεις προς τα συνδικάτα, τις εργοδοτικές ενώσεις, τις οργανώσεις των αυτοαπασχολουμένων και τα κόμματα με μιαν έκθεση που τουλάχιστον να περιγράφει την υφιστάμενη κατάσταση: τον αριθμό των ασφαλισμένων κατά κατηγορίες, ανάλογα με το εισόδημα που δηλώνουν, τα ασφάλιστρα που καταβάλλουν, τη σύνταξη που προσδοκούν και κάτω από ποιες προϋποθέσεις (ύστερα από πόσα έτη ασφάλισης και σε ποια ηλικία). Τον αριθμό των συνταξιούχων, και πάλι κατά κατηγορίες, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης που λαμβάνουν, σε ποια ηλικία και έχοντας πληρώσει πόσες εισφορές άρχισαν να την παίρνουν, με ειδική έμφαση σε όσους συνταξιοδοτήθηκαν τα τελευταία, ας πούμε 3-5, χρόνια, που ήδη εφαρμόζονται τροποποιημένες ρυθμίσεις. Την οικονομική κατάσταση των διαφόρων ασφαλιστικών ταμείων. Και, τέλος, το ύψος των δημοσίων πόρων που διατίθενται για τη στήριξη του ασφαλιστικού συστήματος συνολικά και την κατανομή τους στις διάφορες κατηγορίες των ασφαλισμένων και των συνταξιούχων. Εδώ δεν περιλαμβάνονται μόνον οι επιχορηγήσεις του κρατικού προϋπολογισμού, αλλά και οι λεγόμενοι «κοινωνικοί» πόροι, οι ειδικές φορολογίες που επιβάλλονται σε διάφορες υπηρεσίες υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων εκείνων που τις παρέχουν (μηχανικοί, νομικοί, δημοσιογράφοι κ.λπ.).

Μια τέτοια περιγραφή θα αποτύπωνε τις σκανδαλώδεις ανισότητες που αναπαράγονται στο ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Διότι, γενικά, όλοι γνωρίζουμε την ύπαρξη ανισοτήτων, διαφορετικό είναι όμως να καταγραφεί με αριθμούς ότι π.χ. η κοινωνική συμμετοχή στη σύνταξη ενός δημοσιογράφου είναι πολλαπλάσια εκείνης που πηγαίνει στη σύνταξη ενός βιομηχανικού εργάτη. Το θέμα δεν είναι μόνον ένα ή δύο ακραία παραδείγματα, αλλά να μάθουμε πόσο είναι το οικονομικό βάρος των ανισοτήτων στην όλη λειτουργία του συστήματος. Επιπλέον θα τεκμηρίωνε την έκταση της εισφοροδιαφυγής/αποφυγής παραβάλλοντας εισπραττόμενες εισφορές με πραγματικά εισοδήματα, για να πάψει η καταπολέμησή της να αποτελεί αφηρημένο ευχολόγιο, καθώς και την προβληματική διαχείριση των πόρων πολλών ασφαλιστικών ταμείων. Θα επέτρεπε να σταθμισθεί η επίπτωση κάθε παράγοντα στο συνολικό αρνητικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε έτσι να δοθεί μια πειστική απάντηση στο ερώτημα, πώς είναι δυνατόν το ποσοστό του ΑΕΠ που διατίθεται σε κρατικές δαπάνες για τις συντάξεις να είναι στην Ελλάδα τόσο υψηλότερο από άλλες ευρωπαϊκές χώρες- φθάνει το 12,5%- και ταυτόχρονα οι περισσότεροι συνταξιούχοι να λαμβάνουν συντάξεις τόσο χαμηλές. Σε αυτούς όλους, καθώς και στους πολλούς σημερινούς εργαζομένους που θα βρεθούν στην ίδια θέση μεθαύριο, αυτό το φοβερό 12,5% του ΑΕΠ, με τη δυναμική να διπλασιασθεί ώς τα μέσα του αιώνα, δεν λέει για την ώρα απολύτως τίποτα. Πάνω σ΄ αυτήν την περιγραφή εύκολα θα εφαρμόζονταν υποθέσεις για τις δημογραφικές και μακροοικονομικές εξελίξεις. Θα προτεινόταν έτσι μια σοβαρή βάση για συζήτηση.

Μια τέτοια προσέγγιση θα ανέμενε κανείς από την Επιτροπή των Εμπειρογνωμόνων που συγκρότησε πέρυσι η κυβέρνηση για να μελετήσει το Ασφαλιστικό, αν σκοπός ήταν να υπηρετηθεί ένας κοινωνικός διάλογος για τη μεταρρύθμιση του συστήματος. Αλλά το «Περίγραμμα μεταρρύθμισης του ελληνικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης», όπως δημοσιοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα μέσω εφημερίδων, προκαταλαμβάνει την κατεύθυνση λύσεων- παράταση εργασιακού βίου, μείωση συντάξεων με αλλαγή του χρόνου υπολογισμού τους κ.ά.- χωρίς να έχει περιγράψει, παρά μόνον εντελώς σχηματικά, τα προβλήματα. Αν ίσως ικανοποιεί κάποιους ειδικούς, πάντως δεν ανταποκρίνεται σε ανάγκες διαλόγου με τους εκπροσώπους εκείνων που καλούνται μονομερώς να πληρώσουν το κόστος. Στις οξείες αντιδράσεις που ακολούθησαν θα μπορούσε να είχε απαντηθεί ότι στηρίζεται σε ευρύτερες μελέτες που αφήνουν περιθώρια διαπραγμάτευσης εναλλακτικών προτάσεων- αν υπάρχουν. Αντ΄ αυτού οι αρμόδιοι υπουργοί/παραλήπτες του κ.κ. Γ. Αλογοσκούφης και Β. Μαγγίνας έσπευσαν να το απαξιώσουν ως «περίγραμμα των απόψεων του προέδρου της Επιτροπής κ. Ν. Αναλυτή», το οποίο «δεν αποτελεί παρά ένα από τα πολλά προς συνεκτίμηση στοιχεία...».

Στο ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα λειτουργούν πολλαπλά συγκρουόμενα συμφέροντα, οι συγκρούσεις αυτές όμως συγκαλύπτονται. Μια μεταρρύθμιση σε κατεύθυνση κοινωνικής δικαιοσύνης που να διασφαλίζει τη σφοδρά απειλούμενη οικονομική του βιωσιμότητα προϋποθέτει την αποκάλυψη αυτών των συγκρούσεων και τη διευθέτησή τους μέσα από διαπραγματεύσεις. Απλές νύξεις, σαν τις αναφορές του Περιγράμματος στην «ελληνική «πατέντα» εργαζόμενοι με ίδιες εισφορές, ίδια έτη υπηρεσίας και ίδιους μισθούς να παίρνουν διαφορετικές συντάξεις», στην «πριμοδότηση» επαγγελματικών κατηγοριών με «ειδικές ρυθμίσεις εις βάρος των πιο αδύναμων» ή στη δέσμευση των αποθεματικών των Ταμείων σε κρατικά ομόλογα «χωρίς καμία σχεδόν απόδοση», δεν αρκούν. Αλλά μια τέτοια διαδικασία διαλόγου και διαπραγμάτευσης φαίνεται εντελώς ξένη στην παρούσα κυβέρνηση, που έως τώρα μόνον ενίσχυε αυτού του είδους τις πριμοδοτήσεις (π.χ. ΛΑΦΚΑ, ΟΤΕ), ενώ μεθόδευε τις απώλειες με τα δομημένα ομόλογα.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι