Στο 14% του ΑΕΠ το εξωτερικό έλλειμμα πλέον απειλεί το αυριανό μας εισόδημα

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 14/10/2007

Η έμφαση που έδωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Νίκος Γκαργκάνας στο Ασφαλιστικό την Τετάρτη, όταν παρουσίαζε την Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, επισκίασε το μείζον πρόβλημα που αναδεικνύει αυτή η τελευταία έκθεση: την εκρηκτική διόγκωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών που από το ήδη πολύ υψηλό 12,1% του ΑΕΠ το 2006 προβλέπεται φέτος να φθάσει το 14% του ΑΕΠ, υπονομεύοντας την προοπτική ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, την αυριανή απασχόληση και τα αυριανά εισοδήματα.

Πιεστικές αναφορές της Τράπεζας της Ελλάδος στην ανάγκη μεταρρύθμισης του ασφαλιστικού συστήματος, καθώς θεωρεί ότι λόγω της επερχόμενης γήρανσης του πληθυσμού αλλά και της χαμηλής ανταποδοτικότητας (αντιστοιχίας εισφορών/παροχών) δεν εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα των συντάξεων ούτε μια δίκαιη κατανομή των βαρών μεταξύ των γενεών, γίνονται σε όλες τις εκθέσεις της ήδη από το 2002, όταν διοικητής ήταν ακόμα ο Λουκάς Παπαδήμος. Νεότερα στοιχεία δεν περιλαμβάνει η τελευταία έκθεση. Απλώς διατυπώνεται και πάλι η γνωστή από τότε εκτίμηση ότι δεν αρκεί η ενοποίηση των ταμείων, ότι μελλοντικά δεν θα είναι δυνατό να καλύπτονται οι διογκούμενες ανάγκες χρηματοδότησης από τον κρατικό προϋπολογισμό, και ότι επομένως απαιτούνται «παραμετρικές αλλαγές» (σε όρια ηλικίας, ποσοστά αναπλήρωσης), καθώς και η ανάπτυξη του «κεφαλαιοποιητικού» πυλώνα, με την επισήμανση οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε. έχουν προχωρήσει σε ανάλογες μεταρρυθμίσεις. Με τις έντονες σχετικές δηλώσεις του, ο κ. Γκαργκάνας επεδίωξε προφανώς να παρέμβει στον επικείμενο διάλογο, συνεννοημένα ή μη, δεν το γνωρίζουμε, αλλά πάντως για να αναιρέσει τις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις που συνεχίζει η κυβέρνηση ότι δεν θα «πειραχθούν» ασφαλιστικά δικαιώματα.

Αν ωστόσο, όπως και ο ίδιος αναγνώρισε, ο κ. Γκαργκάνας είναι αναρμόδιος για την επίλυση του Ασφαλιστικού, η ραγδαία και απειλητική επιδείνωση του ισοζυγίου πληρωμών της χώρας ανήκει κατ’ εξοχήν στις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος. Και εδώ η έκθεση όντως περιέχει νέα στοιχεία, όπου δεν γίνεται πολύ κατανοητό γιατί δεν τονίζονται περισσότερο (μόνη εξήγηση θα ήταν ότι ο διοικητής της Τράπεζας έχει λόγους να μη θέλει να καταρρίψει ανοικτά τους κυβερνητικούς ισχυρισμούς για την εξωστρεφή ανάπτυξη που έχει τάχα επιτευχθεί):

Το πρώτο είναι η αναμενόμενη σημαντική νέα αύξηση φέτος, κατά δύο πρόσθετες μονάδες του ΑΕΠ, του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών της χώρας, όταν οι έως τώρα δυσμενείς εκτιμήσεις οικονομικών αναλυτών (των τραπεζών EFG Eurobank και Alpha π.χ.) περιορίζονταν στη διατήρηση απλώς του περυσινού εξαιρετικά υψηλού 12% του ΑΕΠ, ή σε μικρή μόνον αύξησή του. Η διεύρυνση αυτή αντανακλά κυρίως, γράφει η έκθεση, την αύξηση του εμπορικού ελλείμματος εκτός καυσίμων και πλοίων, τις υψηλότερες πληρωμές τόκων και την αύξηση του ελλείμματος των πλοίων.

Αν η συνεχής διεύρυνση του εμπορικού ελλείμματος, συνέπεια της ισχνής παραγωγικής βάσης της χώρας και της υψηλής εγχώριας ζήτησης που οδηγεί σε πολύ μεγαλύτερη αύξηση των εισαγωγών παρά των εξαγωγών, είναι γενικά γνωστή, το νέο στοιχείο που έχει αρχίσει να αναδεικνύει η Τράπεζα της Ελλάδος είναι η ραγδαία αύξηση των πληρωμών για τόκους. Οι καθαρές πληρωμές στο κονδύλι «τόκοι-μερίσματα-κέρδη», ο μεγάλος όγκος του οποίου είναι οι τόκοι, αυξήθηκαν το 2006 κατά 24,6%, τους δε πρώτους επτά μήνες του 2007 παρουσίαζαν ετήσια άνοδο 30%, αντιπροσωπεύοντας το 29% του συνολικού ελλείμματος.

Και το τρίτο στοιχείο είναι το ανησυχητικό αποτέλεσμα των παραπάνω, της εμμονής του ελλείμματος σε υψηλά επίπεδα επί χρόνια και της χρηματοδότησής του κατά τα δύο τρίτα πλέον με δανεισμό: η αλματώδης αύξηση του ακαθάριστου εξωτερικού χρέους της χώρας (δημόσιου και ιδιωτικού τομέα), στο 128% του ΑΕΠ στα τέλη του 2006. Σύμφωνα με την έκθεση, η «αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση» της χώρας (που σημαίνει τη διαφορά απαιτήσεων και υποχρεώσεων των κατοίκων της Ελλάδας έναντι των μη κατοίκων) από το 51,1% του ΑΕΠ στο τέλος του 2001 είχε φθάσει στο 92,2% στο τέλος του 2006, ενώ το πρώτο εξάμηνο του 2007 παρουσίασε νέα αύξηση κατά 15,4% έναντι του αντίστοιχου εξαμήνου του 2006. Εφόσον επομένως (δεν το γράφει η έκθεση, αλλά φαίνεται το πιθανότερο) φέτος θα υπερβεί το 100% του ΑΕΠ, θα έχει διπλασιασθεί μέσα σε έξι μόλις χρόνια.

Πότε θα χτυπήσει η καμπάνα;

Εάν η ελληνική οικονομία δεν είχε ενταχθεί στη Ζώνη του ευρώ, μια τέτοια διάρθρωση των εξωτερικών πληρωμών της χώρας θα είχε προ πολλού καταστήσει αδύνατο το δανεισμό για τη χρηματοδότηση των ελλειμμάτων, θα είχε επιβάλει μεγάλη υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και συνακόλουθη συρρίκνωση των εισοδημάτων. Η συμμετοχή στο ισχυρό ευρώ απέτρεψε τέτοιες δραματικές εξελίξεις, δεν αρκεί όμως από μόνη της για να εξασφαλίσει το βελτιωμένο τα τελευταία χρόνια βιοτικό μας επίπεδο. Τα μεγάλα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αν και δεν δημιουργούν πρόβλημα χρηματοδότησης, γράφει η έκθεση, υπονομεύουν τις μακροχρόνιες αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Πότε θα γίνει οδυνηρά αισθητή αυτή η υπονόμευση; Από ένα ήδη πολύ υψηλό 7,4% του ΑΕΠ κατά μέσο όρο την πενταετία 2001-2005 και από 8,1% το 2005, το έλλειμμα πήδηξε στο 12,1% το 2006 και στο 14% φέτος. Η αναθεώρηση του ΑΕΠ αλλάζει τον υπολογισμό και το περιορίζει στο 12,8%, ένα ποσοστό και πάλι υψηλότερο με απόσταση από τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης (στις αμέσως επόμενες, Ισπανία και Πορτογαλία, ανησυχούν σοβαρά και με το 9% που έχουν). Εμείς θα μπορούμε, αυξάνοντας με ανάλογους ρυθμούς, να συνεχίζουμε όπως τώρα και με έλλειμμα στο 15% και στο 18% του (νέου) ΑΕΠ σε δύο ή τρία χρόνια;

Το ερώτημα αυτό αποφεύγει να το θέσει η έκθεση της Τράπεζας, επιχειρεί να εξηγήσει όμως γιατί οι συνέπειες δεν έχουν φανεί ακόμα: Η επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας (την οποία η Τράπεζα μετρά σε απώλεια 13% το διάστημα 2000-2006 με βάση τις τιμές καταναλωτή σε κοινό νόμισμα στους κυριότερους εμπορικούς εταίρους της χώρας, ή σε 15,2% με βάση το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας, μάλιστα σε 35%(!) στη μεταποίηση το ίδιο διάστημα) επιδρά με σημαντική χρονική υστέρηση στο ρυθμό ανάπτυξης και τα άλλα βασικά μεγέθη της οικονομίας, υποστηρίζει, χωρίς πάντως μια πληρέστερη σχετική ανάλυση. Επιπλέον παραθέτει μια σειρά «ευνοϊκούς παράγοντες προσωρινού χαρακτήρα», οι οποίοι «προς το παρόν» αντισταθμίζουν την αρνητική επίδραση της διεύρυνσης του ελλείμματος: η άνοδος της εξωτερικής ζήτησης και το άνοιγμα νέων αγορών, το βελτιωμένο οικονομικό κλίμα μετά την ένταξη στην Ευρωζώνη, η μεγάλη επέκταση της στεγαστικής και της καταναλωτικής πίστης ύστερα από τα χαμηλά επιτόκια του ευρώ, η εισροή μεταναστών.

Ως προς τον πρώτο παράγοντα ιδίως, την εξωτερική ζήτηση, να σημειώσουμε ότι οι προοπτικές διαγράφονται τώρα δυσμενέστερες, με την παρατεταμένη πιστωτική κρίση που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, του ΔΝΤ και του ΟΟΣΑ, απαισιοδοξία που δε φάνηκε πάντως να συμμερίζεται ο κ. Γκαργκάνας. Πρόσθετη χειροτέρευση προκαλεί εξάλλου η μεγάλη άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου.

Αν, τέλος, η έκθεση δεν είναι αρκετά διαφωτιστική ως προς την προοπτική υπονόμευσης της ανάπτυξης από το εξωτερικό έλλειμμα, την επίπτωσή του ήδη τώρα την καταγράφει με σαφήνεια (δεν προβάλλεται, αλλά ο επιμελής αναγνώστης μπορεί να την αναζητήσει στις σελίδες 114-115 και 145): Κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες περιόρισε η διεύρυνση του ελλείμματος το ρυθμό ανάπτυξης το 2006 και κατά άλλη 1,5 μονάδα αναμένεται να τον περιορίσει φέτος.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι