Η κίνηση και ο σκοπός :

Δοκιμές, δοκιμασίες και προκλήσεις για τον ΣΥΡΙΖΑ μετά τις εκλογές

Γιάννης Παπαθεοδώρου, τ. 157, Ο Πολίτης, 18/10/2007

1. Παλιά και νέα ερωτήματα

«Είναι δυνατό να διατηρηθεί ζωντανή και ικανή μια κίνηση χωρίς την προοπτική των άμεσων και έμμεσων σκοπών» ; ρώταγε επίμονα ο Γκράμσι στο Παρελθόν και Παρόν. (1). Μιας και φέτος τιμάμε την επέτειο των εβδομήντα χρόνων από το θάνατό του, είναι καλό να τον θυμόμαστε, όχι για λόγους μουσειακούς και επετειακούς, αλλά για λόγους πολιτικής ουσίας, ιδίως μετά τα πρόσφατα αποτελέσματα των εκλογών, τα οποία, εκτός από ικανοποίηση για τα καλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ γεννάνε και νέα ερωτήματα, αντίστοιχα και ανάλογα με τη δική του παλαιά ερωτηματοθεσία. Με την αφορμή αυτή, λοιπόν, το άρθρο ετούτο δεν φιλοδοξεί να περιγράψει το «μήνυμα των εκλογών» αλλά να εκθέσει έναν προβληματισμό που έχει ως αφετηρία την κοινή «δοκιμή» όλων όσοι συντάχθηκαν με την καθ’ ημάς αριστερά (ανανεωτική και ριζοσπαστική) στη μάχη των εκλογών, διεκδικώντας το αυτονόητο : την ενίσχυση της παρουσίας του ΣΥΡΙΖΑ στο Κοινοβούλιο, την πολιτική ορατότητα της νέας κοινωνικής αριστεράς, τη δραστικότητα του αντιπολιτευτικού της λόγου, αλλά και την κεφαλαιοποίηση της κομματικής εμπειρίας που προέκυψε από την πρόσφατη εκλογική συμμαχία. Η συζήτηση αυτή μπορεί και πρέπει να γίνει εντός της δικής μας αριστεράς, εντός της δικής μας συλλογικότητας και συντροφικότητας, όχι για λόγους εθιμοταξίας και επικοινωνιακού μάρκετινγκ, αλλά γιατί η ίδια «η περίστασις το απαιτεί».

Γιατί για εμάς, το ποσοστό του 5, 04% δεν μπορεί να είναι μόνο η τυπική απεικόνιση ενός αποτελέσματος, δεν μπορεί να είναι μόνο ένα καλό άθροισμα ψήφων, δεν μπορεί να είναι μόνο μια πρόσκαιρη, έστω, ανακούφιση για την υπέρβαση του γνώριμου ψυχολογικού ορίου του 3%, δεν μπορεί να είναι μόνο ένας ορθολογικός ελιγμός για τη μετεκλογική διεύρυνση του κόμματος προς τους οικολόγους και το «χώρο ΠΑΣΟΚ» ∙ μπορεί και πρέπει να είναι, κυρίως, η απαρχή μας νέας ιδεολογικής συζήτησης, η οποία να ξεφεύγει από τις παλιότερες ιδεοληψίες που επέμεναν να ταυτίζουν την «κίνηση» με το «σκοπό», απολυτοποιώντας, παράλληλα, τα «μέσα» : την «αριστερή στροφή» για την «αριστερή στροφή», τα «κινήματα» για τα «κινήματα», τη «νεολαία» για τη «νεολαία», τις «συνιστώσες» για τις συνιστώσες», τις «τάσεις» για τις «τάσεις». Ακόμη περισσότερο : αν όλα αυτά και πολλά άλλα - θετικά και αρνητικά, ανάλογα με την οπτική γωνία που τα βλέπει κανείς - συνέβαλαν στη διαμόρφωση της επιτυχημένης, εκ του αποτελέσματος, «κίνησης» του ΣΥΡΙΖΑ, θα πρέπει τώρα να ξεφύγουμε από την παγίδα της αυτάρκειας, από τη μαγική εικόνα της γεωμετρικής προόδου («τώρα 5%, μεθαύριο 8%, αντιμεθαύριο 12%, και μετά…που θα πάει ; θα πέσουν και τα χειμερινά ανάκτορα!») από την πιθανή «υπεροψία και τη μέθη», δηλαδή, που υποβάλλει ο αντικατοπτρισμός της «κίνησης» στο είδωλο του νικηφόρου εαυτού της. Ξαναδίνω το λόγο στον Γκράμσι : «Ο ισχυρισμός του Μπερνστάϊν σύμφωνα με τον οποίο η κίνηση είναι το παν και ο σκοπός τίποτα, κάτω από την πρόσοψη μιας “ορθόδοξης” ερμηνείας της διαλεκτικής», έγραφε τότε ο Ιταλός κομμουνιστής διανοούμενος, «είναι μια μηχανιστική αντίληψη της ζωής και της ιστορικής κίνησης» ∙ είναι, εντέλει, μια νατουραλιστική έννοια της εξέλιξης, ένας ιδεαλιστικός ρεβιζιονισμός, μια αντίστροφη θεωρητικοποίηση της παθητικότητας. (2) Η μηχανιστική αυτή αντίληψη της κίνησης δεν αποκλείει, βέβαια, τους σκοπούς ∙ μόνο που οι σκοποί αυτοί απορρέουν από μια στατική ανάλυση της πραγματικότητας, από μια αμυντική αυτό-αναφορικότητα, από μια αντανακλαστική λειτουργία και πορεία στο πλαίσιο του βραχέος χρόνου και των βραχύβιων συσχετισμών. Μια αντίληψη που εκκινεί από το δόγμα της «κίνησης για την κίνηση» μπορεί να δικαιολογήσει, τελικά, τους σκοπούς «για την αντίσταση και τη συντήρηση», αλλά δεν μπορεί να δικαιολογήσει τους σκοπούς «για την πρόοδο και την ανανεωτική πρωτοβουλία». (3)

Δεν θέλω να θεωρητικολογήσω, ούτε να επικαλεστώ την άχαρη αυθεντία των τσιτάτων. Νομίζω, όμως, πως το σημερινό πρόβλημα αλλά και η δυναμική του ΣΥΡΙΖΑ τοποθετείται απολύτως εντός του ερωτήματος που έθεσε, από παλιά, ο Γκράμσι ∙ κάπου εκεί, ανάμεσα στην «κίνηση» και το «σκοπό», ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να χαράξει την πορεία του και να αποφασίσει αν, μέσα από τις δοκιμές και τις δοκιμασίες του, θα βρει τις αντοχές για να μεταφράσει ένα ποσοτικό δεδομένο σε μια ποιοτική επιλογή «άμεσων και έμμεσων στόχων», σε μια ιδεολογική και πολιτική, δηλαδή, προοπτική, που θα κατορθώσει μακροπρόθεσμα να απαντήσει πειστικά στην κοινωνική πρόκληση της ηγεμονίας. Μια ιδεολογική συζήτηση γύρω από τον καθορισμό της κίνησης και των σκοπών δεν είναι πολυτέλεια αλλά επέιγουσα ανάγκη. Γιατί, καθώς και πάλι μας θυμίζει ο Γκράμσι, «χωρίς την προοπτική των συγκεκριμένων σκοπών, δεν μπορεί να υπάρξει καθόλου κίνηση». Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, (μολονότι, όπως το ήθελε ο Γκοντάρ, τα πράγματα έχουν αρχή, μέση και τέλος, χωρίς όμως να τηρείται απαραίτητα αυτή η σειρά), για να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε τους σκοπούς και τους στόχους που θα κατοχυρώσουν και θα επιβεβαιώσουν τη δοκιμή της κίνησης, το νόημα της δοκιμασίας.

2. Ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής

Ας ξεκινήσουμε με το βασικό ερώτημα : τι ήταν εκείνο που έσμιξε κομμουνιστές, σοσιαλιστές, σοσιαλδημοκράτες, τροτσκιστές, «ρευματικούς», «ανανεωτικούς», «κινηματικούς», «νεολαίους» και «ταραξίες» σε μια ενιαία κομματική –επιμένω στη λέξη κομματική- έκφραση, που διεκδίκησε τη δυναμική επάνοδο της αριστερής αντιπολίτευσης στο πολιτικό προσκήνιο ; Μιλήσαμε και προεκλογικά για τη σύνθεση αυτής της νέας κοινωνικής αριστεράς (4)που προσχώρησε οικειοθελώς στην «αστάθμητη συνάντηση» με τον ΣΥΡΙΖΑ(5), χωρίς να ρωτήσει αν πρόκειται για «στρατηγική επιλογή» ή για μια αυτονόητη συμμαχία της αριστεράς «με τον εαυτό της». Ας είμαστε ειλικρινείς. Η συνάντηση του ΣΥΡΙΖΑ με τους αριστερούς πολίτες που πλαισίωσαν την κοινωνική του παρουσία ως δύναμη αντιπολίτευσης δεν έγινε επειδή ο Συνασπισμός επέλεξε, κατά τις επιταγές της πλειοψηφικής εσωκομματικής τάσης, να πραγματοποιήσει την «αριστερή στροφή», ούτε επειδή οι σύντροφοι της εδώ και καιρό κατακερματισμένης αριστεράς αναδείχθηκαν σε «στρατηγική επιλογή» των συμμαχιών ενός κομματικού χώρου, αλλά επειδή ο πολιτικός λόγος και η πρακτική του ΣΥΡΙΖΑ βρήκε υποδοχές και δεκτικότητες που αντιστοιχούσαν, επιτέλους, σε υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα και όχι σε ασκήσεις επί χάρτου. Πάει καιρός, που ευτυχώς ή δυστυχώς – ευτυχώς, κατά τη γνώμη μου - η κοινωνία, ή τουλάχιστον εκείνο το κομμάτι της που μας ενδιαφέρει, έχει πάψει να ασχολείται με τον «πόλεμο των τάσεων» και τη «μάχη των συνιστωσών» στο εσωτερικό των κομμάτων, αναζητώντας μια προωθητική δύναμη που θα επαναφέρει την αριστερά στο προσκήνιο και στο επίκεντρο των εξελίξεων. Η πολιτική συγκυρία έβαλε, λοιπόν, τον ΣΥΡΙΖΑ στο χάρτη. Κι ακριβώς αυτή η αστάθμητη δυναμική της συγκυρίας υποχρέωσε την αριστερά να αναλάβει νέους ρόλους : από τη διαμαρτυρία ως τη μεταρρύθμιση.

Μια προσεκτική «ανάγνωση» των γεγονότων που σημάδεψαν την αντιπαράθεση του ΣΥΡΙΖΑ με την κυβερνητική πολιτική δείχνει ξεκάθαρα πως η νέα πολιτική ορατότητα που κέρδισε η δική μας αριστερά, δεν αποκτήθηκε επειδή απλώς «συμμαχήσαμε με τον εαυτό μας» αλλά επειδή κεφαλαιοποιήθηκαν θέσεις και πρακτικές, που εδώ και χρόνια είχαν εγγραφεί στο διανοητικό και ιδεολογικό οπλοστάσιο της ανανεωτικής αριστεράς : οι θέσεις για το δημόσιο πανεπιστήμιο, οι θέσεις για το χαρακτήρα του δημόσιου συμφέροντος, οι θέσεις για την ασφάλεια και τα δικαιώματα, οι θέσεις για το κοινωνικό κράτος, οι θέσεις για το πρόβλημα της περιβαλλοντικής ανάπτυξης έρχονταν από μακριά, έχοντας γνωρίσει επεξεργασίες που τώρα επικαιροποιήθηκαν. Δεν το λέω αυτό για να θυμίσω κάποιους «τίτλους ευγένειας» της ανανέωσης, ούτε για να υπονοήσω πως υπάρχουν έτοιμες συνταγές πό τα παλιά ∙ το λέω για να τονίσω πως οι θέσεις της δικής μας αριστεράς μπόρεσαν και μπορούν, πράγματι, και πρέπει γίνουν πλειοψηφικές και ηγεμονικές, εφόσον συναντηθούν με τα προβλήματα της «μεγάλης πολιτικής», εφόσον δοκιμαστούν μέσα από τις υπαρκτές και όχι τις φανταστικές κοινωνικές δυνάμεις, εφόσον συντονιστούν με τους υπαρκτούς πολιτικούς φορείς της μεταρρύθμισης, εφόσον ριζοσπαστικοποιηθούν με τους υπαρκτούς πολιτικούς φορείς της ανατροπής, εφόσον, δηλαδή, «οξειδωθούν στη νοτιά των ανθρώπων». Θα επανέλθω, όμως, σε αυτό. Προς το παρόν, όμως, ας κάνουμε ένα βήμα παραπέρα, εξετάζοντας τα μετεκλογικά δεδομένα, και αναζητώντας τη συγκολλητική ουσία που μπορεί να ενώσει την πολυφωνική κοινωνική αριστερά σε μια κοινή ιδεολογικοπολιτική προοπτική.

Την επόμενη μέρα των εκλογών ο ΣΥΡΙΖΑ βρήκε τον εαυτό του να μετράει δεκατέσσερις βουλευτές στο Κοινοβούλιο και ένα πολύ ενδιαφέρον ανθρώπινο δυναμικό ψηφοφόρων, μια νέα λαϊκή διαθεσιμότητα. Δεν θα σταθώ στη σύνθεση του κοινοβουλίου, μολονότι έχει και αυτή τη σημασία της ∙ ο καλοπροαίρετος αναγνώστης διαθέτει, άλλωστε, όλα τα στοιχεία για να ζυγίσει τις παρουσίες και τις απουσίες. Με ενδιαφέρει, κυρίως, το «πολιτικό προσωπικό» της εκλογικής μάχης, ή μάλλον, η εκούσια συγκατάθεση ενός ετερόκλιτου κοινωνικού σώματος στην εκλογική συμμαχία του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής που επέτρεψε την ανάδυση της δικής μας συλλογικότητας, της δικής μας συνάφειας και αλληλοαναγνώρισης ∙ της έκφρασης, δηλαδή, ενός «εμείς» που εξέφρασε κάποια ορισμένη κοινωνική επιθυμία. Σε αυτή την κατεύθυνση, το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα όλος αυτός ο κόσμος, δεν είναι, πρωτίστως, ούτε οργανωτικό («οι νέες δομές του ΣΥΡΙΖΑ»), ούτε ποσοστιαίο («τι αναλογεί σε κάθε τάση και συνιστώσα») ∙ είναι κυρίως πρόβλημα ιδεολογικό, πρόβλημα πολιτικής ωρίμανσης και υπευθυνοποίησης, πρόβλημα, δηλαδή, ιδεολογικής αναγνώρισης, με την αλτουσεριανή έννοια. Για να θέσω το ερώτημα με απλά λόγια : κάτω από ποιο ιδεολογικό πρόταγμα μπορεί να αναγνωρίσει όλος αυτός ο κόσμος τον εαυτό του, τη συμβιωτική του προϋπόθεση και συνάφεια, την πολιτική του συσπείρωση και ομογενοποίηση(6), προκειμένου να παραμείνει και να στρατευτεί στην «κίνηση» αλλά και στους «σκοπούς» του ΣΥΡΙΖΑ;

Για κάποιους από εμάς – στον Πολίτη, τουλάχιστον, αλλά όχι μόνο - ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής, στο επίπεδο της ιδεολογίας, δεν μπορεί να είναι άλλος από τον δημοκρατικό σοσιαλισμό, με το διπλό «ειδικό βάρος» που φέρει ο όρος αυτός, τόσο σε ό,τι αφορά το επίθετο όσο και το ουσιαστικό. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός, με όλες τις αφετηρίες του και τις εκβολές του, είναι το στοιχείο εκείνο που εξασφαλίζει τη διακριτότητα και την αυτονομία μας, το παρελθόν και το παρόν μας. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός επιβάλλει τους «άμεσους και τους έμμεσους σκοπούς μας», τόσο στο επίπεδο της κοινοβουλευτικής πρακτικής όσο και στο επίπεδο της εκλογικής συμμαχίας. Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός μπορεί να θέσει το πλαίσιο των διαφοροποιήσεων αλλά και των προσεγγίσεων, των πολιτικών αποκλίσεων και των προγραμματικών συγκλίσεων με τους άσπονδους φίλους και τους βουλιμικούς γείτονες. Ας ξεκαθαρίσουμε, λοιπόν, τους άξονες με τους οποίους αυτός ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής μπορεί να γίνει πολλαπλασιαστική δύναμη και στοιχείο προοδευτικής ώθησης για τον ΣΥΡΙΖΑ, και ας οργανώσουμε τη δράση μας γύρω από τους τομείς που απορρέουν άμεσα από αυτή την κοινή – υποθέτω- ιδεολογική μας ταυτότητα. Αναφέρω συνοπτικά μόνο μερικούς από αυτούς : το ίδιο το κοινοβουλευτικό έργο, την πίεση για μια «προγραμματική» αντιπολίτευση, την προώθηση μεταρρυθμιστικών μέτρων και νομοσχεδίων που εξασφαλίζουν την ουσιαστική και όχι μόνο την τυπική δημοκρατία(7), την ανάδειξη του κοινωνικού πλούτου, του δημόσιου συμφέροντος και της οικολογικής συνείδησης, τη προσήλωση στον ευρωπαϊσμό, τη δυναμική ρήξη με τον εθνικισμό, το ρατσισμό και τη συρρίκνωση των κοινωνικών δικαιωμάτων, τον ιδεολογικό έλεγχο και την κριτική απέναντι στη διαφαινόμενη, «μπλε σχεδόν μαύρη», συμμαχία ΝΔ-ΛΑΟΣ.

Γνωρίζω πως δεν λέω καινούργια πράγματα. Τα αυτονόητα θυμίζω, που όμως τώρα πρέπει να δοκιμαστούν μέσα από τη δημοκρατική δράση και λειτουργία του κόσμου μας εντός και εκτός Κοινοβουλίου · μόνο έτσι, υπερβαίνοντας τις διάφορες «τοπικότητες» μας και πολιτικοποιώντας ριζικά και δημοκρατικά την παρουσία μας μπορούμε να ανταποκριθούμε ουσιαστικά στο κύριο πολιτικό αίτημα μιας ευρείας κοινωνικής αντιπολίτευσης, που δεν μπορεί να εξαντλείται στη διαμαρτυρία αλλά να θέτει στο επίκεντρο του λόγου της τα κοινωνικά προβλήματα της «μεγάλης πολιτικής» αλλά και το πρόβλημα της εξουσίας. Με άλλα λόγια : πρέπει «να πάρουμε τη δημοκρατία στο σοβαρά», να αποδεχτούμε τη σπουδαιότητα της έγκλησης μέσω της οποίας πραγματοποιήθηκε η αμοιβαία αναγνώριση μεταξύ των υποκειμένων-ψηφοφόρων και του Υποκειμένου-Κόμματος, να στοχαστούμε την ίδια μας την εικόνα όχι μόνο σαν ένα ναρκισσιστικό κατοπτρικό είδωλο αλλά σα μια σχέση εντολής και εγγύησης (8) ∙ να πάψουμε να είμαστε ο καχεκτικός και επιπόλαιος Στεντερέλλο(9) του πολιτικού μας συστήματος για να γίνουμε ο κεντρικός πρωταγωνιστής των πολιτικών εξελίξεων.

3. Η πρόκληση της ηγεμονίας

Ξέρω ότι στο χώρο μας, κάθε φορά που τίθεται το ζήτημα αυτό, αμέσως ξεπηδάει από το ντουλάπι το φάντασμα της «κεντροαριστεράς», μαζί με όλα συμπαρομαρτούντα : τη «δεξιά απόκλιση», τον «φιλοπασοκισμό», τη «συνεργασιολογία», τη «μεταγραφολογία», τον «κυβερνητισμό» κλπ. Όλα αυτά είναι γνωστά και τετριμμένα. Θεωρώ, ωστόσο, πως για πρώτη φορά, μέσα στην παρούσα συγκυρία διαφαίνεται η σοβαρή πιθανότητα μιας γενικευμένης πολιτικής κρίσης, που σαρώνει τα παλιά δεδομένα του πολιτικού μας συστήματος και θέτει, ενδεχομένως, νέα προβλήματα. Και φυσικά δεν εννοώ την τυπική εκφορά αυτής της κρίσης, που εκδηλώνεται με την πρωτοφανή μιντιακή ένταση ανάμεσα στον «άρχοντα τον δαχτυλιδιών» και τον «μελλοντικό ηγέτη» του ΠΑΣΟΚ. Αναφέρομαι σε μια βαθύτερη κοινωνική διεργασία, που, αργά ή γρήγορα, θα θέσει με πιεστικό τρόπο τα στρατηγικά διλήμματα της πολιτικής διακυβέρνησης, καθώς και το πρόβλημα της νέας διάκρισης ανάμεσα στην Αριστερά και τη Δεξιά. Είναι προφανές πως απέναντι σε αυτή την ενδεχομενικότητα, η πρόθεση και η πολιτική βούληση με την οποία αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα και τους πιθανούς συνομιλητές μας, θα καθορίσει και τις μελλοντικές συμμαχίες μας ή τα νέα μας «Τείχη».

Υπάρχουν δύο τρόποι να σκεφτούμε γύρω από αυτό το πρόβλημα. Ο ένας εκκινεί από την παραδοσιακή πολιτική διαφοροποίηση του «αντιδεξιού χώρου» και ο άλλος εκκινεί από τη νέα κοινωνική συμμαχία που μπορεί να προκύψει από ευρύτερες συγκλίσεις ενός αριστερού ηγεμονικού πόλου(10), του οποίου τα χαρακτηριστικά, τις συνομαδώσεις, τις αστάθμητες συναντήσεις, τις δεσμεύσεις και τις αξιώσεις ακόμη αγνοούμε, ή ίσως και αναζητούμε. Ας μη ξεγελιόμαστε όμως : η ηγεμονία αυτή δεν θα προκύψει επειδή το θέλησε ο εκλογικός νόμος, η αγανάκτηση για τις πυρκαγιές, το δίλημμα «Καραμανλής ή Χάος», η προτίμηση στον Παπανδρέου ή στον Βενιζέλο, η «αριστερή στροφή», η «άδεια καρέκλα που πάντα περιμένει το ΚΚΕ», η πρόβλεψη για τη «μεγάλη αριστερά» κλπ. Καμία εκβιαστική δράση, καμία αυθαίρετη ή δήθεν «διαλεκτική» διαμεσολάβηση που ποντάρει στη μοιρολατρική εξέλιξη της πολιτικής και στην παθητική συγκατάθεση των υποκειμένων της δεν μπορεί να δημιούργησει προϋποθέσεις ηγεμονίας. Αντίθετα, η κίνηση και ο σκοπός κρίνονται πάντοτε από την ιστορική συνείδηση της συγκυρίας, την ιδεολογική και θεωρητική επεξεργασία της, και κυρίως από την πολιτική διεύθυνση και οργάνωση των κομμάτων εκείνων που αναγνωρίζουν τον εαυτό τους εντός του διακυβεύματος της ηγεμονίας, εντός της πολιτικής των μαζών αλλά και εντός της διακυβερνησιακής νοοτροπίας, εντός του προβλήματος της αμφισβήτησης αλλά και εντός του προβλήματος της εξουσίας.

Σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα βρίσκεται σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό το πρόβλημα, ευτυχώς ή δυστυχώς δεν μπορεί να του το λύσει το «ιδιόκτητο» ή «δανεικό» 5, 04% ∙ γιατί καμιά ποσοτική συσσώρευση δεδομένων και ποσοστών δε βοηθά στην εμβάθυνση του πραγματικού προβλήματος, που προκύπτει από εξίσου πραγματικές συνθήκες. Και το πραγματικό πρόβλημα δεν μπορεί να εξισώνεται με μια πολιτική μηχανική συμπαθειών, εισοδισμών, εισπράξεων, και δεικτών αποτελεσματικότητας. Το πραγματικό πρόβλημα ξεκινάει από τον ιδεολογικό έλεγχο της κίνησης και του σκοπού. Αρκούμαι, προσωρινά, στο να υπενθυμίσω τη διαπίστωση του Δαμιανού Παπαδημητρόπουλου, που περιγράφει εύστοχα το πολιτικό εκκρεμές : «Το ενδιαφέρον όλου του κόσμου για τις διεργασίες κορυφής που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη στο ΠΑΣΟΚ αντανακλά ακριβώς τη συναίσθηση ότι η διαιώνιση της κρίσης του οδηγεί αναπόδραστα στο ξέσπασμα γενικευμένης πολιτικής κρίσης. Στο ενδεχόμενο αυτό σημαντικό ρόλο θα παίξουν και οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, και συγκεκριμένα αν θα συνεχίσει στο μέλλον να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μέτωπο κινηματικής αντίδρασης ή ως πολιτικό κόμμα που θέτει στον εαυτό του και το ζήτημα της εξουσίας και των συνεργασιών. Σε κάθε περίπτωση οι (παράλληλες και ίσως αλληλεπιδρώσες) εξελίξεις στο δίπολο ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ θα κρίνουν αν και με ποιο τρόπο η σοβούσα κρίση θα ξεπεραστεί ή θα ξεσπάσει»(11).

Όλα αυτά δεν μένει παρά να τα δούμε χωρίς βιασύνες, ευκαιριακές επιθέσεις φιλίας, εκδηλώσεις σεχταρισμού, απομονωτισμού ή γενναιόδωρων προσφορών. Ας έχουμε όμως εντωμεταξύ στο νου μας πως αν κάτι μας έμαθε ο δημοκρατικός σοσιαλισμός είναι πως εμείς οι αριστεροί, όσο σοβαρά έχουμε πάρει την υπόθεση του σοσιαλισμού άλλο τόσο πρέπει να πάρουμε σοβαρά και τη δημοκρατία. Κι αυτό σημαίνει πως οφείλουμε να αποδεχτούμε την πρόκληση της ηγεμονίας, να συνδιαμορφώσουμε τους όρους της, να παρέμβουμε στις εξελίξεις, να αλλάξουμε, δηλαδή, το πολιτικό τοπίο. Αυτό, άλλωστε, δεν ήταν και το σύνθημά μας ;

1.Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν, μτφρ. Θανάσης Αθανασίου, Στοχαστής, Αθήνα, 1974, σ. 126.

2. Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν…, ό. π., σ. 126-127. Απαραίτητη διευκρίνιση : ο Γκράμσι τοποθετείται στο πρόβλημα που έθεσε ο Μπερνστάϊν για την προτεραιότητα της κίνησης έναντι του σκοπού, η οποία αποτελεί, στην ουσία, και τη μήτρα του αριστερού ρεβιζιονισμού. Στην κριτική του Γρκάμσι, ο Μπερνστάϊν ελέγχεται όχι μόνο γιατί ξέχασε «τις θέσεις για το Φόϋερμπαχ», αλλά γιατί άντλησε τα επιχειρήματα του από το οπλοστάσιο του ιδεαλιστικού ρεβιζιονισμού, θεωρώντας τις ανθρώπινες δυνάμεις σαν «παθητικές και όχι συνειδητές, σαν ένα στοιχείο όχι διαφορετικό από τα υλικά πράγματα», στο οποίο η «χυδαία αντίληψη της εξέλιξης, με τη νατουραλιστική έννοια, υποκαθιστά την αντίληψη της εξέλιξης και της ανάπτυξης». (ό .π., σ. 126.) Η διαμάχη αυτή έκτοτε έχει εμφανιστεί στην αριστερά με ποικίλες παραλλαγές, χωρίς, ωστόσο, η κριτική του Γρκάμσι να έχει χάσει τη φρεσκάδα της, αφού όλες εκείνες οι δυνάμεις που εμφανίζονται αποφασισμένες να προσαρμοστούν με το λιγότερο κακό, τους «μικρούς σταθμούς» και το «συμπυκνωμένο ψυχολογικό αποτέλεσμα»» ενισχύουν τη μοιρολατρία και, μακροπρόθεσμα, την προσαρμογή της αριστεράς σε ένα κίνημα «ιστορικά οπισθοδρομικό». Με άλλα λόγια, η αριστερά που πολιτεύεται με το «μικρότερο κακό», με το «λιγότερο χειρότερο» ή με τη «σοφιστική θεωρητικοποίηση της παθητικότητας», η αριστερά, δηλαδή, που αποποιείται την ενεργητική της δύναμη για να συμβιβαστεί με τη «μοιραία ιστορική εξέλιξη» της κίνησης της είναι μια αριστερά που αρνείται την ίδια την πολιτική της πρωτοβουλία.

3. Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν…, ό. π., σ. 127.

4.Γιάννης Παπαθεοδώρου, «Η κατάσταση των πραγμάτων», «Ενθέματα», Αυγή, 09/06/07/.

5.Βλ. σχετικά το άρθρο του Γιώργου Φουρτούνη «Τα Συν μας συνάντησης», «Ενθέματα», Αυγή, 16/06/07.

6.Είναι προφανές πως η ομογενοποίηση δεν είναι ταυτόσημη με την ομοιογένεια.

7.Βλ. σχετικά το άρθρο του Άγγελου Ελεφάντη στον προηγούμενο Πολίτη....

8.Θυμίζω πως στην αλτουσεριανή προβληματική, το Υποκείμενο δεν στοχάζεται μόνο την ίδια του την εικόνα (παρούσα ή μελλοντική), αλλά οφείλει να εγγυάται και τη διαρκή παρουσία της, καθώς εγκαλεί γύρω του τα άλλα υποκείμενα να το αναγνωρίσουν οπωσδήποτε ως Εκείνο. Βλ. Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις, Θεμέλιο, 1999, σ. 115.

9. Παρένθεση «γκραμσιανή», και πάλι. Ο Στεντερέλλο είναι μορφή του θεάτρου της Φλωρεντίας, συνώνυμη με τον «καχεκτικό, άχαρο και ανόητο» ήρωα που «θέλει να μάθει όλοι ότι είναι πολύ πανούργος και ότι αυτόν κανένας δεν τον εξαπατά, ούτε και ο εαυτός του ακόμα». Στην κριτική του Γκράμσι, η πολιτική λειτουργία του Στεντερέλλο είναι μια παρωδία του μακιαβελισμού ∙ ένας ήρωας που δε νοιάζεται για τη ουσία της πολιτικής πρωτοβουλίας, που δε νοιάζεται για τη «σπουδαιότητα της πρότασης, για να την αποδεχθεί, και να εργαστεί για να τη μεταδώσει, να την υπερασπιστεί, να την υποστηρίξει», αλλά αναλώνεται στο να πείσει τους άλλους για την πανουργία του, καταλήγοντας να γίνει «ιέρεια του αγίου πυρός». Βλ. Αντόνιο Γκράμσι, Παρελθόν και Παρόν…, ό. π., σ. 123-124..

10.Στην κατεύθυνση αυτή βλ. και τις παλιότερες αλλά επίκαιρες αναλύσεις του Γιάννη Βούλγαρη, Η πρόκληση της ηγεμονίας, Πόλις, Αθήνα, 2003, σ. 80-83.

11. Βλ. την ανάλυση του Δαμιανού Παπαδημητρόπουλου για τις εκλογές στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία 23/09/07.

Θέμα επικαιρότητας:
Μετεκλογικά 2007

Σύνολο: 40 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι