Τα 700 ευρώ

Γιώργος Μπράμος, Ελευθεροτυπία, 22/10/2007

Ο παιδικός μου φίλος ήταν απογοητευμένος και απαρηγόρητος. Η κόρη του, που με θυσίες και κόπους τη σπούδασε στην Ελλάδα και την Ευρώπη, βρήκε μια δουλειά με 700 ευρώ. Φυσικά, με αυτά τα χρήματα η κοπέλα δεν μπορεί να νοικιάσει δικό της σπίτι, μένει με την οικογένεια κι έχει μια χαλαρή σχέση με κάποιον που τον βλέπει αραιά και πού. Κάποτε κοιτάει μπροστά, στο μέλλον της, κάνει υπολογισμούς, αν τη συμφέρει να πάει παρακάτω με τον τύπο, να τον παντρευτεί και να κάνει παιδιά, να συνεχίσει κι αυτή τον κύκλο της ζωής.

Ο φίλος μου θα μπορούσε να ήταν ένας τυχερός πατέρας και η κόρη του τυχερό κορίτσι, αφού ήδη έχει καλύψει τις οικογενειακές προδιαγραφές, σπούδασε καλά και έχει έναν άνδρα με τον οποίο, με λίγο κέφι και περισσότερο συμβιβασμό, θα ήταν σε θέση να σχεδιάσει μαζί του το κοινό τους αύριο. Και, σε αντίθεση με άλλες άτυχες και άλλους άτυχους, έχει βρει μια δουλειά για τα απαραίτητα. Παρ όλα αυτά, έχει την απορία τι μπορεί να κάνει με τα 700 ευρώ, που δεν της φτάνουν, δεν της δίνουν μια άνεση, δεν της επιτρέπουν να ονειρευτεί.

Η περίπτωση της κόρης του παιδικού μου φίλου είναι χαρακτηριστική. Το ξέφτισμα της εικόνας της δεν οφείλεται μόνο στη μιζέρια των 700 ευρώ. Πίσω της υπάρχουν γενιές και γενιές που σπούδασαν περισσότερο κατ ανάγκη και πολύ λιγότερο κατ επιλογή, που επένδυσαν στο επάγγελμα και σχεδόν καθόλου στο κέφι ή, να το πούμε πιο βαρύγδουπα, στη δημιουργικότητα.

Το ζήτημα των 700 ευρώ δεν βρίσκεται μόνο στην οικονομική-αγοραστική τους καχεξία. Αυτή η καχεξία διαψεύδει την επένδυση σε αγωνίες, κόπους, ξενύχτια και θυσίες, ανατρέπει τα στερεότυπα πως οι επιμελείς και προσαρμοσμένοι έχουν λαμπρό και ανθηρό μέλλον, όλο πλούτο και δόξα. Αλλά περισσότερο αποδεικνύει πόσο χρεοκοπημένο είναι όλο το μεταπολεμικό εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο στηρίχτηκε στην υπεκφυγή από τη δημιουργική γνώση και στην υποταγή στη σκοπιμότητα της επαγγελματικής και κατ επέκταση της κοινωνικής και οικονομικής ανόδου. Πρόκειται για ακόμη μία νεοελληνική στρέβλωση, όπου η επαγγελματική εξέλιξη αγνοούσε, αν δεν παρέκαμπτε, τη γνώση και τη μόρφωση.

Βέβαια οι επενδύσεις αυτού του είδους, οι δρόμοι προς το Πανεπιστήμιο και την επαγγελματική-οικονομική καταξίωση ήταν, μέχρι πρόσφατα, αποδοτικές. Είχαν όμως κι ένα προνόμιο που οι σημερινοί νέοι το στερούνται. Ηταν το εύρος των επιλογών, η δυνατότητα να σπουδάσει κάποιος αυτό για το οποίο ήταν πραγματικά ταμένος, μια επιστήμη ή μια τέχνη που με χαρά και δημιουργικότητα θα υπηρετούσε. Φυσικά τέτοιες επιλογές ήταν λιγοστές, αλλά υπήρχαν.

Σήμερα η επιλογή μιας σχολής έχει ως πρώτο και συχνά μοναδικό κριτήριο την αγορά εργασίας. Είναι ρεαλιστικό, αναγκαίο και ουσιαστικό. Δεν μπορούμε να φτιάχνουμε άλλο στρατιές ανέργων με πτυχία. Είναι όμως ταυτόχρονα και άγονο. Γιατί δεν επενδύει στο μεράκι του μάστορα, στην εφευρετικότητα και στην εξέλιξη του επιστήμονα, αλλά στην ανάγκη και το μαζικό όνειρο του πλουτισμού. Από τα φακελάκια στους γιατρούς ώς τις παράνομες υπογραφές πολιτικών μηχανικών στις πολεοδομίες, από την άνετη, σχεδόν παχυδερμική αποδοχή της διαφθοράς ώς την προχειρότητα και την αδιαφορία με τις οποίες σχεδόν όλοι αντιμετωπίζουμε την εργασία μας, όλα τα μίζερα και κακά έρχονται από ανθρώπους που μίσησαν πριν καν αγαπήσουν αυτό που έκαναν.

Το φορντικό μοντέλο που τόσο πικρά και καίρια χλεύασε ο μεγάλος Σαρλό στους «Μοντέρνους Καιρούς» δημιουργούσε ανθρώπους σακατεμένους από τη μονοτονία, την επανάληψη και την αγριότητα της δουλειάς. Τα μεροκάματα εκείνης της εποχής προσπαθούσαν να καλύψουν την ανάγκη της επιβίωσης. Σήμερα, τα 700 ευρώ έχουν τον ίδιο σκοπό, την ίδια ανάγκη καλύπτουν. Μόνη διαφορά είναι πως τότε το αίσθημα της αδικίας είχε σχέση με την απαγόρευση στο όνειρο μιας καλύτερης ζωής, ενώ σήμερα τα 700 ευρώ είναι το αποδεικτικό στοιχείο της διάψευσης του ίδιου, πανάρχαιου ονείρου.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι