Και πάλι για το ασφαλιστικό και την απουσία διαλόγου

Γιάννης Κ. Μπασιάκος, Αυγή της Κυριακής, 27/10/2007

Μετά την ηρωική έξοδο του ΣΥΡΙΖΑ και του ΠΑΣΟΚ από το διάλογο για το ασφαλιστικό, η κυβέρνηση πανικόβλητη σπεύδει να ανασκευάσει τις προτάσεις Αναλυτή και να υιοθετήσει της προτάσεις της πληθυντικής Αριστεράς (που δεν διατυπώθηκαν ακόμη...). Ο σ. Αλαβάνος γνωρίζοντας ότι το παραπάνω είναι δυνατόν μόνον στη σφαίρα της φαντασίας, φρόντισε ήδη να δώσει ραντεβού στους δρόμους και τις πλατείες της εργατικής και εν γένει λαϊκής αντίστασης. "Η κατασκευή της συναίνεσης" (όπως πολύ εύστοχα χαρακτηρίζει ο Νόαμ Τσόμσκι την επίσημη προπαγάνδα όταν σε αυτή συμμετέχουν τα ΜΜΕ και αρκετοί διανοούμενοι), έχει ήδη αρχίσει και μας βρίσκει απροετοίμαστους. Το ασφαλιστικό σύστημα οδεύει σε κατάρρευση. Όλοι συμφωνούν σε αυτό. Όχι τόσο σύντομα όσο ισχυρίζεται η κυβέρνηση, αλλά μέχρι το 2030 τα πράγματα σκουραίνουν. Αν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις ολοκληρωθούν μέσα στην επόμενη πενταετία, θα είναι πολύ πιο ήπιες, πιο δίκαιες και πιο αποτελεσματικές. Αν περιμένουμε το 2025, ο πανικός θα είναι κακός σύμβουλος, αλλά και τα προβλήματα πιο δυσεπίλυτα. Η αναγκαία μεταρρύθμιση έχει δύο κύριες διαστάσεις: μια "τεχνική" και μια πολιτική. Η πρώτη αναφέρεται στα διαχειριστικά προβλήματα, όπως είναι οι εσωτερικές ανισότητες του συστήματος, η πολυδιάσπαση σε διάφορα ασφαλιστικά ταμεία, οι εξοργιστικά πρώιμες συνταξιοδοτήσεις μερικών κλάδων όπως οι στρατιωτικοί, το πρόβλημα με τα "βαρέα και ανθυγιεινά" και διάφορες άλλες παρόμοιες παραμέτρους. Η δεύτερη αναφέρεται σε μερικά ζητήματα βασικών πολιτικών επιλογών, όπως το δημογραφικό, η γήρανση του πληθυσμού, η ανασφάλιστη εργασία, η υπο-ασφάλιση, η μη πληρωμή από το κράτος των υποχρεώσεών του προς τα ασφαλιστικά ταμεία, η μεταφορά των υποχρεώσεων των επιχειρήσεων στα ασφαλιστικά ταμεία, όπως συμβαίνει με τις πρόωρες συνταξιοδοτήσεις ή την υπαγωγή των τραπεζοϋπαλλήλων στο ΙΚΑ κ.λπ.

Πρώτο θέμα διαλόγου: Συμφωνούμε όλοι ότι τα παραπάνω είναι τα προβλήματα που χρειάζονται αντιμετώπιση; Καταλαβαίνουμε ότι η λύση των τεχνικών ζητημάτων είναι πιο εύκολη από την λύση των πολιτικών ζητημάτων; Είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε τις αναγκαίες υποχωρήσεις για να υπάρξει δημιουργική και κοινωνικά δίκαιη λύση και για τις δύο κατηγορίες; Οι εξελίξεις θα δείξουν. Αν η παρελθούσα εμπειρία είναι ασφαλής οδηγός, η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι δυστυχώς όχι και η πράγματι αναγκαία ασφαλιστική μεταρρύθμιση θα παραπεμφθεί στις ελληνικές καλένδες, όπως και η απόπειρα του αγαπητού συναδέλφου Τάσου Γιαννίτση.

Θα προσπαθήσω στο υπόλοιπο του κειμένου αυτού να κάνω μερικές προτάσεις αλλά και να αναδείξω μερικά βασικά λάθη της υπό κατασκευή συναίνεσης προς νεοφιλελεύθερες κατευθύνσεις που προωθούν κυβέρνηση και ΜΜΕ.

Αρχίζω με τις προτάσεις:

1. Πλήρης χωρισμός του κλάδου υγείας από τον κλάδο σύνταξης. Ο πρώτος μπορεί να υπαχθεί στον οργανισμό που φροντίζει τους δημόσιους υπάλληλους. Όσοι ασφαλισμένοι θέλουν να μπορούν να χρησιμοποιούν τα ιατρεία και νοσοκομεία του ΙΚΑ, χωρίς καμία επιβάρυνση. Από την άλλη πλευρά, όσοι θέλουν, να πηγαίνουν σε συμβεβλημένους ιδιώτες, πληρώνοντας ένα 15% συμμετοχή ή σε μη συμβεβλημένους (όπου βεβαίως θα πληρώνουν από την τσέπη τους), εισπράττοντας κατόπιν ένα προκαθορισμένο ποσό για κάθε ιατρική πράξη. Το ποσό πρέπει να υπολογιστεί με βάση το πραγματικό κόστος της προσφερόμενης υπηρεσίας και όχι να είναι γελοίο, του τύπου 10 ευρώ για επίσκεψη στο ιατρείο.

2. Ενοποίηση των ταμείων σε τρεις φορείς: Ιδιωτικοί υπάλληλοι, Δημόσιοι υπάλληλοι, Αυτοαπασχολούμενοι. Η οικονομία σε δαπάνες διοίκησης θα είναι σημαντική. Επιπλέον θα γίνει δυνατό να μάθουμε πόσοι πράγματι είναι οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα. Όσοι θέλουν επιπλέον παροχές (π.χ. νομικοί, μηχανικοί, δημοσιογράφοι), ας δημιουργήσουν μόνοι τους και με δικά τους έξοδα (όχι έμμεσους φόρους), κλαδικά επικουρικά ταμεία.

3. Ενοποίηση του ποσοστού φορολογίας κερδών των επιχειρήσεων και του συνολικού ποσοστού ασφαλιστικών εισφορών (υγεία και σύνταξη, εργαζόμενου και εργοδότη). Με το παρόν σύστημα, όπου η φορολογία των κερδών είναι 25% και η ασφαλιστική επιβάρυνση 42%, υπάρχει ισχυρό κίνητρο υπο-ασφάλισης των εργαζομένων -- με τη σύμφωνη γνώμη τους, γιατί και αυτοί θα ωφεληθούν από την κλοπή του Ταμείου. Απλοί μαθηματικοί υπολογισμοί δείχνουν ότι μια επιχείρηση παροχής υπηρεσιών με τζίρο ένα εκατομμύριο ευρώ, μισθοδοσία στο 50% του τζίρου, και κερδοφορία 20%, γλυτώνει 15.000 ευρώ το χρόνο (ήτοι 10% των κερδών, μετά την αφαίρεση του φόρου), αν υπο-ασφαλίσει τους εργαζόμενους κατά 50%. Σημειωτέον ότι το κόστος της ανασφάλιστης εργασίας δεν γίνεται κατανοητό ως τεράστιο ποσό που δεν φτάνει στα ταμεία. Υπάρχει ένα πολύ καλύτερο παράδειγμα: Αν ένας εργοδότης δεν ασφαλίζει έναν εργαζόμενο επί 35 έτη, στερώντας το ταμείο 3000 ευρώ το χρόνο (αντιστοιχούν σε μισθό 700 ευρώ καθαρά το μήνα), τότε ο εργαζόμενος χάνει περίπου 400 ευρώ το μήνα (σε σταθερές τιμές) από τη μελλοντική του σύνταξη, αν υποθέσουμε ότι το σύστημα είναι ανταποδοτικό με απόδοση επενδύσεων 3% το χρόνο (αφαιρουμένου του πληθωρισμού), ο εργαζόμενος βγαίνει στη σύνταξη με 35 χρόνια εργασίας και ζει άλλα 25 χρόνια, ως συνταξιούχος. Επειδή όμως το σύστημα δεν είναι ανταποδοτικό, αλλά στηρίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών, στην πράξη ο σημερινός εργαζόμενος συμβάλλει στην κλοπή αυτών των χρημάτων από τους γονείς του άμεσα, και από τα παιδιά του έμμεσα. Στη λύση του προβλήματος θα συνέβαλε και η συμμετοχή του συνόλου των ενσήμων του εργασιακού βίου στον υπολογισμό της τελικής σύνταξης, υπό την προϋπόθεση ότι τα μηνιαία ένσημα θα ήταν ανάλογα των μηνιαίων αποδοχών. Το πρόβλημα του ύψους της σύνταξης, ως συνάρτησης του μισθού της τελευταίας πενταετίας, μπορεί να λυθεί με την αυξημένη στάθμιση της εν λόγω πενταετίας στον υπολογισμό της σύνταξης.

Το βασικό λάθος της συζήτησης έγκειται στην αποσύνδεση της συνολικής οικονομικής και αναπτυξιακής πολιτικής από το πρόβλημα της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος. Η σημαντική αύξηση του ΑΕΠ και της παραγωγικότητας τα τελευταία χρόνια δεν συνοδεύτηκε από αύξηση της απασχόλησης και των μισθών. Αντίθετα κατέληξε στις τσέπες επιτηδείων και μεγάλων οικονομικών συγκροτημάτων. Έτσι το ασφαλιστικό σύστημα στερήθηκε από απαραίτητους πόρους -- το μέρισμα που του αναλογούσε από την ανάπτυξη. Όταν οι μισθοί των νεοεισερχομένων στην απασχόληση είναι της τάξης των 500 έως 700 ευρώ, γίνεται φανερό ότι οι συνακόλουθες ασφαλιστικές εισφορές δεν επαρκούν για την κάλυψη των συντάξεων των ήδη συνταξιούχων, οι οποίοι έχουν (ή θα έπρεπε να έχουν) συντάξεις μεγαλύτερες από τους τρέχοντες μισθούς. Και η λύση βέβαια δεν είναι η μείωση των (ήδη χαμηλών) συντάξεων, αλλά η δικαιότερη κατανομή του μερίσματος της ανάπτυξης. Η αιτία αυτής της κατάστασης συνδέεται με το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθείται στη χώρα μας. Ενώ στις άλλες ανεπτυγμένες χώρες υπήρχε και υπάρχει αναπτυξιακός σχεδιασμός, στη χώρα μας η ίδια η έννοια του σχεδιασμού είναι εξοβελισταία. Ο λόγος είναι απλός το πολιτικό μας σύστημα είναι καθυστερημένο και πελατειακό. Η καθυστέρηση σημαίνει άρνηση της ορθολογικής σκέψης και της επιστημονικής τεκμηρίωσης. Η πελατειακή διάσταση επιβάλλει "ελευθερία κινήσεων" στο πολιτικό προσωπικό, ούτως ώστε να παίρνει αποφάσεις με κριτήριο την εξυπηρέτηση των ψηφοφόρων ή των διάφορων ομάδων πίεσης και όχι την αποτελεσματικότητα των πολιτικών. Οι αναπτυξιακές πολιτικές στην Ελλάδα την τελευταία εικοσαετία συνδέονται με επιχειρηματικές δράσεις της "αρπαχτής", με το ξεκοκκάλιασμα των επιδοτήσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ενίσχυση δραστηριοτήτων μεταπρατικού χαρακτήρα ή παροχής υπηρεσιών χωρίς σημαντική συμμετοχή επιστημονικής γνώσης. Ενώ η επιχειρηματική καινοτομία αποτελεί ζήτημα συνεχούς μελέτης και υποστήριξης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η χώρα μας είναι ουραγός στην καινοτομία. Η υψηλή ανεργία των νέων πτυχιούχων αντανακλά αυτήν ακριβώς την πραγματικότητα. Η πλειοψηφία των ελληνικών επιχειρήσεων θεωρεί ότι δεν χρειάζεται αποφοίτους ΑΕΙ. Τα περί αναντιστοιχίας μεταξύ των γνώσεων των αποφοίτων και των αναγκών της "αγοράς" είναι σε μεγάλο βαθμό αποπροσανατολιστικά. Στις ΗΠΑ η μεγάλη πλειοψηφία των αποφοίτων των ΑΕΙ έχουν πτυχίο "Ελευθέρων Τεχνών" (Liberal Arts), που σημαίνει γενική παιδεία. Αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο στην πρόσληψή τους. Οι επιχειρήσεις εκτιμούν το γεγονός της απόκτησης πτυχίου, ως "πιστοποίηση εκπαιδευσιμότητας" και θεωρούν ότι οι εργαζόμενοι αυτοί, καταρτιζόμενοι με έξοδα της επιχείρησης, θα αποδώσουν ταχύτατα το κόστος της επένδυσης και θα συμβάλλουν στην μελλοντική κερδοφορία της. Η πανεπιστημιακή μόρφωση, με άλλα λόγια, λειτουργεί ως επαγγελματικό προσόν, λόγω και του οργανικού της χαρακτήρα και όχι μόνον του περιεχομένου της. Η κατάσταση αυτή στη χώρα μας συνδέεται με τους χαμηλούς μισθούς, οι οποίοι έχουν αυτοτελή επίπτωση στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος. Συνεπώς, μια άλλη αναπτυξιακή πολιτική, η οποία θα δημιουργεί και θέσεις με υψηλές απολαβές, είναι αναγκαία, ως μια συνιστώσα της μακροπρόθεσμης επίλυσης του ασφαλιστικού.

Στο ζήτημα της αναπτυξιακής πολιτικής θα επανέλθουμε σε επόμενο άρθρο μας.

Θέμα επικαιρότητας:
Ασφαλιστικό

Σύνολο: 31 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι