Εκπαιδευτική «μεταρρύθμιση»

Πώς φθάσαμε στην αναγνώριση των κολεγίων

Γιάννης Α. Μυλόπουλος, Τα Νέα, 01/11/2007

Το τι εννοεί η κυβέρνηση Καραμανλή όταν με στόμφο αναφέρεται στους σχεδιασμούς της για την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που χρειάζεται η χώρα έγινε αντιληπτό από τις πρώτες ακόμη ημέρες που ανέλαβε τα καθήκοντά της.

Χαρακτηρίζοντας τα ελληνικά Πανεπιστήμια ως τον σύγχρονο «Πίθο των Δαναΐδων», μια μαύρη τρύπα δηλαδή όπου οι χρηματοδοτήσεις χάνονται και δεν αξιοποιούνται, πέτυχε να πείσει την κοινή γνώμη ότι η πρώτη προτεραιότητα της Πολιτείας δεν είναι η αύξηση της δημόσιας χρηματοδότησης για την Παιδεία, αλλά, αντίθετα, μια σειρά από θεσμικές μεταρρυθμίσεις που θα βάλουν τάξη στο σημερινό «χάος». Το ιδεολόγημα αυτό λειτούργησε ως άλλοθι, προκειμένου η κυβέρνηση να απομακρυνθεί από την προεκλογική της υπόσχεση για αύξηση της χρηματοδότησης της Παιδείας στο 5% του Ακαθάριστου Εθνικού Προϊόντος. Έτσι, τη στιγμή που στην Ευρώπη κατά μέσον όρο αντιστοιχούν 10.000 ευρώ ανά σπουδαστή, στην Ελλάδα αναλογούν μόλις 4.000 ευρώ...

Η κυβέρνηση συνέχισε τις «εκπαιδευτικές» τομές της, με τη θεσμοθέτηση του μέτρου της βαθμολογικής βάσης. Ένα εξεταστικό σύστημα, το οποίο επί χρόνια λειτούργησε προκειμένου να κατατάσσονται οι υποψήφιοι σπουδαστές ανάλογα με την επίδοσή τους σε γενικά μαθήματα και σύμφωνα με το πλήθος των κενών θέσεων στις πανεπιστημιακές σχολές, μετατράπηκε σε μια νύχτα με την εισαγωγή ενός αυθαίρετου κατώτατου βαθμολογικού ορίου σε σύστημα διαπίστωσης της γνωστικής επάρκειας των εξεταζομένων. Χωρίς καμία άλλη επέμβαση που να συνδέει κατά οποιονδήποτε τρόπο τις εισαγωγικές εξετάσεις με τις γνωστικές ανάγκες κάθε επιστημονικής περιοχής.

Το κατ΄ επίφαση αξιοκρατικό ιδεολόγημα της βαθμολογικής βάσης είχε απρόσμενη επικοινωνιακή επιτυχία. Είναι γεγονός ότι στη χώρα μας όλοι αποδεχόμαστε εύκολα την «αυστηροποίηση» ενός συστήματος. Αρκεί βέβαια αυτή να μην αφορά εμάς... Οι κοινωνικές αντιδράσεις τελικά δεν αποφεύχθηκαν, καθώς εκδηλώθηκαν όταν εφαρμόστηκε το μέτρο για πρώτη φορά, προκαλώντας τον αποκλεισμό 20.000 υποψηφίων και αφήνοντας ισάριθμες κενές θέσεις σε σχολές, κυρίως της περιφέρειας. Η μείωση πάντως του φοιτητικού πληθυσμού βοήθησε στη «διόρθωση» προς τα άνω του δείκτη τής κατά κεφαλήν χρηματοδότησης, τη στιγμή που ο προϋπολογισμός των τριτοβάθμιων ιδρυμάτων μειωνόταν σε πραγματικούς αριθμούς.

Στη συνέχεια ήρθε ο νόμος-πλαίσιο για τα Πανεπιστήμια, ολοκληρώνοντας τις κατά την κυβέρνηση αναγκαίες θεσμικές μεταρρυθμίσεις. Εκεί διαπιστώθηκε ότι για τις σημερινές ελλείψεις των ελληνικών ΑΕΙ σε υλικοτεχνική υποδομή και σε προσωπικό δεν ευθύνεται η υποχρηματοδότηση, αλλά, αντίθετα, οι λεγόμενοι «αιώνιοι» φοιτητές, το πανεπιστημιακό άσυλο και η... αυτοδιοίκηση των Πανεπιστημίων. Τα οποία πρέπει να τεθούν υπό κρατική κηδεμονία, προκειμένου να βελτιωθούν οι ακαδημαϊκοί δείκτες!

Για να φθάσουμε σήμερα στην άνευ όρων και προϋποθέσεων αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των ιδιωτικών κολεγίων, τα οποία λειτουργούν στη χώρα μας εκπροσωπώντας ευρωπαϊκά ιδρύματα με τη μέθοδο της δικαιόχρησης. Που σημαίνει πρακτικά ότι όποιος ιδιώτης στο εξής επιτυγχάνει μια εμπορική συμφωνία μ΄ ένα οποιοδήποτε ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο και επιπλέον νοικιάσει ένα διαμέρισμα, αγοράσει καμιά δεκαριά προσωπικούς υπολογιστές και προσλάβει ως διδάσκοντες κάποιους από τους χιλιάδες άνεργους νέους επιστήμονες, νομιμοποιείται να αποκαλεί το «μαγαζί» του ως «επαγγελματικό πανεπιστήμιο».

Αντί πρώτα να καθοριστούν αυστηροί ακαδημαϊκοί όροι και σαφείς λειτουργικές προϋποθέσεις για τον έλεγχο των ιδρυμάτων που επιδιώκουν να αναγνωριστούν ως πανεπιστήμια, προκειμένου να προστατευθούν οι πολίτες από ψευδεπίγραφα ιδρύματα και από πτυχία άνευ ουσιαστικού αντικρύσματος. Αντί να θεσμοθετηθεί ένα ενιαίο θεσμικό πλαίσιο για την αναγνώριση των επαγγελματικών δικαιωμάτων στη χώρα μας, προκειμένου να διασφαλιστεί το δημόσιο συμφέρον από επαγγελματικά δικαιώματα-μαϊμού. Και αντί να αναζητηθούν τρόποι για την εκπροσώπηση των μεγάλων ευρωπαϊκών ιδρυμάτων που επιθυμούν να έρθουν στη χώρας μας από αναγνωρισμένα, δημόσια πανεπιστήμια, εμείς... ροκανίσαμε τον ωφέλιμο χρόνο σε ατέρμονες συζητήσεις και αδιέξοδες αντιδράσεις. Και τώρα, δήθεν πιεζόμενοι από την ευρωπαϊκή οδηγία, για την οποία- ας μην το λησμονεί η κυβέρνηση- υπεύθυνος είναι σημερινός υπουργός της, προχωρούμε σε μια άνευ όρων αναγνώριση όλων, συλλήβδην των ιδιωτικών κολεγίων! Μεταθέτοντας στις ελληνικές καλένδες τους όρους της αναγνώρισης. Η εικόνα της νεοφιλελεύθερης μεταρρύθμισης έχει πλέον συμπληρωθεί. Η κυβέρνηση πρώτα στερεί από χιλιάδες πολίτες το δικαίωμα στη δημόσια εκπαίδευση στη χώρα τους. Τη συρρίκνωση των δημόσιων ιδρυμάτων ακολουθεί η περαιτέρω οικονομική τους υποβάθμιση. Στη συνέχεια, με θεσμικές παρεμβάσεις η κυβέρνηση θέτει υπό τον πλήρη έλεγχό της τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Και, τέλος, παρέχει μια... ιδιωτική διέξοδο στους χιλιάδες νέους που αποκλείονται από τα δημόσια πανεπιστήμια. Βαφτίζοντας ως πανεπιστήμια ιδιωτικά κολέγια, που με το ζόρι ισοδυναμούν με σχολές επαγγελματικής κατάρτισης. Μεταφέροντας έτσι ένα μήνυμα στους νέους, ότι αυτό που η Πολιτεία δεν τους θεωρεί ικανούς να κάνουν στο δημόσιο πανεπιστήμιο τους το επιτρέπει μετ΄ επαίνων, αρκεί να... προμηθευτούν ένα δίπλωμα από μια ιδιωτική σχολή!

Πρόκειται για το μεγαλύτερο σκάνδαλο μεταφοράς πελατείας από το Δημόσιο προς συγκεκριμένα ιδιωτικά συμφέροντα, στο οποίο έχει ποτέ αναμειχθεί ελληνική κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, όμως, πρόκειται και για το μεγαλύτερο πλήγμα που έχουν ποτέ υποστεί το δημόσιο συμφέρον, οι ακαδημαϊκές αξίες, αλλά και η έννοια της αξιοκρατίας στη χώρα μας.

* Ο Γιάννης Α. Μυλόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών της Πολυτεχνικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.

Θέμα επικαιρότητας:
Παιδεία

Σύνολο: 264 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι