Θέτοντας ερωτήματα για τους αρχαίους

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Ελευθεροτυπία, 03/11/2007

Ζούμε σε ένα τοπίο όπου η ανάγκη για συμπαγή προσδιορισμό της εθνικής ταυτότητας ραγίζει καρδιές. Τα πάντα, όπως κι αν ξεκινήσουν κι όπως κι αν πορευτούν, καταλήγουν σ αυτό κι οι αφορμές για να το καταλάβουμε είναι καθημερινές. Δεν συμβαίνει μόνο σ εμάς (ο σύγχρονος ευρωπαϊκός χάρτης έχει να επιδείξει πλήθος αναλόγων περιπτώσεων) και δεν είναι ούτε ουρανοκατέβατο ούτε ακατανόητο. Σ εμάς, όμως, εμφανίζεται με μια πρόσθετη επιβάρυνση, που έχει σχέση με την αρχαιότητα. Από την ιστοριογραφία του Σπυρίδωνος Ζαμπελίου και του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου μέχρι τις ημέρες μας, ο πόθος μας για τους αρχαίους (και εδώ έχουν βάλει το χεράκι τους και τα γραπτά του Νεοελληνικού Διαφωτισμού) δεν έχει σβήσει. Κι αν ιστορικά εκφράστηκε με την πολλαπλώς διατυπωμένη επιθυμία για μιαν άμεση συνέχεια και αποτύπωση της αρχαιότητας στην κοινωνία και στις πνευματικές καταβολές ενός κράτους το οποίο σχηματίστηκε μόλις τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, επειγόμενο να αντιπαρατάξει στην πολιτική και τη διανοητική ισχύ της Ευρώπης τη δόξα της αθηναϊκής πολιτείας και των κλασικών γραμμάτων, στις ημέρες μας οι λέξεις μοιάζουν, βεβαίως, να έχουν χάσει ένα μεγάλο μέρος από το νόημά τους και τείνουν, ατυχώς, να γίνουν ένα πουκάμισο αδειανό.

Οπως κι αν είναι, θεωρούμε πάντα πως είμαστε παιδιά (καν εγγόνια ή δισέγγονα) των αρχαίων και γινόμαστε έξαλλοι όταν οι άλλοι (οι οποιοιδήποτε άλλοι) δεν μας τοποθετούν στο κέντρο του κόσμου εξ αιτίας αυτής της τόσο στενής οικογενειακής μας σχέσης. Ευτυχώς που τα πράγματα δεν είναι μονόδρομος και κάθε φορά, όσο απαγορευτικές κι αν δείχνουν οι συνθήκες, υπάρχει ένας τρόπος να ρίξουμε ένα διαφορετικό και πολύ πιο ελεύθερο φως στις πεποιθήσεις μας. Παρακολούθησα πριν από μερικές ημέρες το φιλοσοφικό μνημόσυνο που διοργάνωσε για τον Μάικλ (Μίκαελ) Φρέντε το Τμήμα Ιστορίας, Μεθοδολογίας και Θεωρίας των Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών με ομιλητές τον Διονύση Αναπολιτάνο, τον Στέλιο Βιρβιδάκη, τον Παύλο Καλλιγά, τη Βάσω Κιντή, τον Γιάννη Στεφάνου και τη Μυρτώ Δραγώνα- Μονάχου (υπήρξαν όλοι εξαιρετικά περιεκτικοί, αλλά και ιδιαιτέρως κατατοπιστικοί για τους μη ειδικούς). Ο Φρέντε έζησε στον κόσμο (δίδαξε αρχαία ελληνική φιλοσοφία στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της Αγγλίας και των ΗΠΑ), εγκαταστάθηκε πριν από μερικά χρόνια στην Ελλάδα, μένοντας στις υπώρειες της Ακρόπολης, και πέθανε το περασμένο καλοκαίρι στους Δελφούς, σε ένα διάλειμμα των εργασιών ενός συνεδρίου για τους Στωικούς. Παρ όλα αυτά, η δική μας αυτονόητη αντίληψη για την αρραγή συνέχεια με την αρχαιότητα ήταν για τον Φρέντε αυτονόητη διαφορά - και μάλιστα αγεφύρωτη.

Κάνοντας ειδικότερα λόγο για τους δεσμούς των συγχρόνων με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ο Φρέντε παρατηρούσε ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν αποτελούν απαρασάλευτες οντότητες - υπόκεινται στον καθορισμένο ιστορικό τους χρόνο και η υποδοχή τους κατά τους αιώνες οι οποίοι ακολούθησαν την κλασική εποχή αποκαλύπτει λιγότερο τους ίδιους και περισσότερο εκείνους οι οποίοι προσήλθαν να τους διαβάσουν και να τους ερμηνεύσουν από τη σκοπιά της εποχής τους. Επομένως, καμία άνωθεν δοσμένη αλήθεια και βεβαιότητα. Ο Φρέντε πίστευε επίσης ότι η φιλοσοφία της αρχαιότητας αποσύρθηκε από το επίκεντρο της δημόσιας προσοχής και έπαψε να ασκεί τον διαπλαστικό της ρόλο μετά την έλευση και την επικράτηση του χριστιανισμού, ο οποίος αντικατέστησε τη σκέψη με την πίστη, ομογενοποιώντας το πεδίο των αλλοτινών κοσμοθεωρητικών διαφορών. Και, πάλι, λοιπόν, καμία αμετακίνητη αξία ή εγγύηση και ουδεμία εκ των προτέρων παραχωρημένη ασφάλεια.

Ο Φρέντε, ωστόσο, υπήρξε, πριν και πάνω απ όλα, φιλόσοφος. Και ως φιλόσοφος ήξερε και κάτι άλλο - πως η επαφή με την αρχαιότητα δεν είναι εντέλει ανέφικτη. Αν ο (πολύ παρεξηγημένος σε τέτοια θέματα) Σεφέρης έβλεπε την αρχαιότητα στους στίχους και στον στοχασμό του σαν ένα σπασμένο κεφάλι, ο Φρέντε ήθελε να την ξαναζωντανέψουμε, θέτοντας τα κατάλληλα ερωτήματα. Ζητούσε αντί να τη σεβαστούμε ως ηθική (και, προσθέτω, ιδεολογική) αξία, να την ανακαλύψουμε ως τέχνη της ελευθερίας και του ευ ζην, διαμορφώνοντας μιαν εντελώς διαφορετικού τύπου σχέση μαζί της. Δεν μπορούμε να γίνουμε όλοι φιλόσοφοι και να διαλογιστούμε σ ένα τόσο καθαρό επίπεδο. Αξίζει, όμως, ίσως, τον κόπο, μέσα στον γενικό ορυμαγδό, να δώσουμε χώρο σε φωνές σαν τη φωνή του Φρέντε, που θα μας βοηθήσουν, αν μη τι άλλο, να κρίνουμε και να ζυγίσουμε καλύτερα το κοινό μας παρόν και παρελθόν.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι