Ακριβό πετρέλαιο

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή, 10/11/2007

Τα 100 δολάρια το βαρέλι άγγιξαν αυτήν την εβδομάδα οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου και η πρόβλεψη που επικρατεί μεταξύ των αναλυτών είναι ότι η άνοδος θα συνεχισθεί: Οι ραγδαίες ανατιμήσεις των τελευταίων εβδομάδων δεν οφείλονται σε κερδοσκοπικές κινήσεις, ώστε να ξεφουσκώσουν. Εκφράζουν την ανισορροπία μεταξύ της προσφοράς και της ζήτησης, καθώς αυξάνονται ολοένα ταχύτερα οι ενεργειακές ανάγκες των αναπτυσσομένων χωρών, της Κίνας ιδίως και της Ινδίας, και η παραγωγή δεν ανταποκρίνεται. Θα εξακολουθήσουν επομένως, ώσπου μια επιβράδυνση της οικονομικής μεγέθυνσης αφενός, και νέες επενδύσεις στο πετρέλαιο και στην ενέργεια ευρύτερα αφετέρου, να αποκαταστήσουν την ισορροπία προσφοράς-ζήτησης, αλλά οπωσδήποτε σε ένα επίπεδο τιμών υψηλό.

Σε μας ο πληθωρισμός, όπως μετριέται με το δείκτη τιμών καταναλωτή, ανέβηκε στο 3,1% τον Οκτώβριο και αναμένεται ακόμα υψηλότερος τους επόμενους μήνες. Στη μέση αυτή ετήσια άνοδο των τιμών καταναλωτή αποφασιστικά συνέβαλε το πετρέλαιο θέρμανσης, που το αγοράζουμε τώρα σχεδόν 20% ακριβότερα από πέρυσι, ενώ η βενζίνη των αυτοκινήτων μετρήθηκε 12,5% ακριβότερη. Τα τρόφιμα συνολικά αυξήθηκαν κατά 3,9%, μερικά όπως το ψωμί και τα ζυμαρικά πάνω από 10%, αλλά κάποια άλλα, το ελαιόλαδο π.χ., είναι αρκετά φθηνότερα (9%) από πέρυσι.

Αν οι στατιστικοί μέσοι όροι του κόστους ζωής εμφανίζονται πιο ήπιοι, δεν αναιρούν εντούτοις το οξύ πρόβλημα που συνιστά φέτος το χειμώνα το πολύ αυξημένο κόστος της θέρμανσης. Εύλογα η ΓΣΕΕ και οι ενώσεις των συνταξιούχων διεκδικούν επίδομα θέρμανσης για τα φτωχότερα νοικοκυριά, και σωστά το αίτημα αυτό υποστηρίζεται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ξέρουμε σήμερα ότι το ακριβότερο πετρέλαιο, αλλά και φυσικό αέριο που παρακολουθεί τις τιμές, σημαίνει μεταφορά εισοδήματος από τις χώρες που το καταναλώνουν προς εκείνες που το παράγουν και το εξάγουν. Το εισόδημα που χάνουμε έτσι ως εθνική οικονομία προς όφελος της Ρωσίας π.χ. ή των κρατών του Περσικού Κόλπου δεν μπορούμε να το αναπληρώσουμε. Μπορούμε όμως, και πρέπει τούτη τη στιγμή, σε μια πολιτική κοινωνικής αλληλεγγύης, να ανακατανείμουμε ένα μέρος του εθνικού εισοδήματος μέσω του κρατικού προϋπολογισμού υπέρ εκείνων των νοικοκυριών για τα οποία το αυξημένο κόστος της θέρμανσης είναι δυσβάσταχτο.

Μόνο που αυτό δεν φθάνει. Εφόσον η ανατίμηση του πετρελαίου δεν είναι προσωρινή, η επιδότηση της κατανάλωσής του σε μόνιμη βάση καμία λύση δεν προσφέρει. Άλλο ζήτημα είναι μια συνολική πολιτική ανακατανομής του εισοδήματος μέσω φόρων και κοινωνικών δαπανών, η οποία επιβάλλεται σε μια χώρα μεγάλων ανισοτήτων σαν την Ελλάδα, όπου το πλουσιότερο 20% του πληθυσμού έχει έξι φορές μεγαλύτερο εισόδημα από το φτωχότερο 20%. Ως προς την κατανάλωση πετρελαίου όμως αυτό που προπάντων απαιτείται είναι αποτελεσματικές πολιτικές που θα την μειώσουν. Για προφανείς οικονομικούς λόγους, ώστε να συγκρατηθεί η ολοένα μεγαλύτερη εκροή εθνικού εισοδήματος που συνεπάγεται η εισαγωγή του, αλλά και για να συμμετάσχουμε στην αναγκαία παγκόσμια προσπάθεια για την προστασία του κλίματος. Αυτή η δεύτερη άλλωστε δεν αφορά μόνο το πετρέλαιο και τα παράγωγά του. Σε μικρότερο βαθμό ενέχεται και το φυσικό αέριο, σε ακόμα μεγαλύτερο όμως και ο δικός μας, εγχώριος λιγνίτης, εντέλει όλες οι πηγές ενέργειας που στηρίζονται στην καύση, εκλύουν διοξείδιο του άνθρακα στην ατμόσφαιρα και εντείνουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου που αυξάνει τη θερμοκρασία της γης (συνήθως εξαιρείται εδώ η βιομάζα, φυτά όπως ο αραβόσιτος π.χ., καθώς για να αναπτυχθούν παίρνουν διοξείδιο του άνθρακα από την ατμόσφαιρα, το οποίο εκλύεται κατόπιν κατά την καύση τους, οπότε το αποτέλεσμα θεωρείται μηδενικό. Όμως η ενθουσιώδης, ισχυρά επιδοτούμενη στις ΗΠΑ, στροφή σε αυτήν την πηγή ενέργειας ευθύνεται σήμερα για τη μεγάλη άνοδο των τιμών των τροφίμων σε διεθνή κλίμακα, εφόσον αφαιρεί μεγάλες ποσότητες δημητριακών από την αγορά των τροφίμων, ενώ την τελική της οικολογική επίπτωση δεν την γνωρίζουμε.)

Χρειαζόμαστε επομένως πολιτικές για την εξοικονόμηση ενέργειας και για την ανάπτυξη των ήπιων μορφών, καλά μελετημένες και οργανωμένες ώστε να είναι αποτελεσματικές, ενημέρωση και συμμετοχή των πολιτών για να αλλάξουν τους τρόπους που καταναλώνουν ενέργεια, εντέλει τον τρόπο που ζουν. Πρόκειται για στόχο πιο μακροπρόθεσμο, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι παίρνει αναβολή. Ταυτόχρονα και εξίσου δυνατά με τη διεκδίκηση του επιδόματος θέρμανσης, συνδικάτα και Αριστερά θα έπρεπε να απαιτήσουν αυστηρούς κανονισμούς μόνωσης για τις νέες κατοικίες, την επιδότηση της μόνωσης των παλαιών κατοικιών, καλύτερες δημόσιες συγκοινωνίες και αντικίνητρα για τα ΙΧ, αντικίνητρα στην υπερκατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος (όπου είμαστε οι φθηνότεροι στην Ευρώπη), επενδύσεις στη ΔΕΗ για τη βαθμιαία απεξάρτηση από το πετρέλαιο (αλλά και από το λιγνίτη, όχι το αντίθετο!). Σε δυσμενέστερες κλιματικές συνθήκες η Σουηδία έχει προγραμματίσει πλήρη απεξάρτηση ως το 2020 και θα την πετύχει.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι