Η αντιπαράθεση με το ΛΑΟΣ

Θόδωρος Μαργαρίτης, Αυγή της Κυριακής, 11/11/2007

Το τελευταίο διάστημα διατυπώθηκαν δημόσια ορισμένες ενστάσεις (κυρίως μέσα από τις στήλες της |Ελευθεροτυπίας|) για τη χρησιμότητα των τηλεοπτικών αντιπαραθέσεων του ΣΥΝ με στελέχη του ΛΑΟΣ. Οι ενστάσεις αυτές έχουν στο επίκεντρό τους διάφορα επιχειρήματα. Ένα εξ αυτών υποστηρίζει ότι η παρουσία στελεχών του ΣΥΝ στις τηλε-αντιπαραθέσεις "νομιμοποιεί" το ΛΑΟΣ. Αυτό το επιχείρημα είχε μια σχετική αξία πριν από τις εκλογές. Είναι προφανές ότι μετά την 16η Σεπτεμβρίου και την είσοδο του κόμματος Καρατζαφέρη στη Βουλή με την ψήφο ελλήνων συμπολιτών μας η προβληματική περί νομιμοποίησης είναι μη ρεαλιστική. Πολύ περισσότερο που το σύνολο των media (από "σοβαρές" ενημερωτικές εκπομπές έως "μεσημεριανάδικα") φιλοξενούν τα συγκεκριμένα στελέχη και τον πρόεδρό τους τόσο γιατί αποτελούν "νέο πολιτικό προσωπικό" όσο και γιατί με τις αιχμηρές λαϊκιστικές τοποθετήσεις τους εναρμονίζονται με τα συμφέροντα της τηλεθέασης. Το πρόβλημα όμως δυστυχώς είναι πιο σύνθετο. Από τη μια πλευρά οι ακροδεξιοί παράγοντες εκμεταλλεύονται το πιο ισχυρό μέσο επικοινωνίας για να προπαγανδίζουν τις σκοταδιστικές τους απόψεις, από την άλλη όμως είναι προφανές ότι "κολυμπούν" σε ένα συνεχώς αυξανόμενο υπερσυντηρητικό ρεύμα της ελληνικής κοινωνίας το οποίο αγαπά η ελληνική τηλεόραση. Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ευρώπη --με κορυφαίο παράδειγμα την Ελβετία-- αποτελεί το πιο καινούργιο πολιτικό δεδομένο των Ευρωπαϊκών μας πραγμάτων. Η ακροδεξιά με όχημα τις εθνικιστικές, λαϊκιστικές, θρησκόληπτες φαντασιώσεις του φοβισμένου κόσμου από την πορεία της παγκοσμιοποίησης, κερδίζει έδαφος με έξυπνες επικοινωνιακές τεχνικές για να δηλητηριάζει τις δυτικές κοινωνίες με τα φασίζοντα μηνύματα της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του αυταρχισμού. Η αντιπαράθεση με την ακροδεξιά επομένως πρέπει να είναι αδιάλειπτη και σαφής σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, προφανώς και στα media. Κάθε υποτίμηση σε αυτό ευνοεί την σφοδρή επίθεση των ακραίων συντηρητικών κύκλων, την εδραίωση της προπαγάνδας τους σε σημαντικά τμήματα πολιτών. Στην Ελλάδα, οι συγγενικές σχέσεις της Ν.Δ. με το ΛΑΟΣ, το παιχνίδι του ΠΑΣΟΚ με το συγκεκριμένο κόμμα την προεκλογική εποχή για αντι-Ν.Δ. σκοπιμότητες και η απουσία σταθερών μετώπων από το ΚΚΕ, διευκόλυναν την ισχυροποίηση του Καρατζαφέρη. Μόνο ο ΣΥΝ έδωσε πολιτικές μάχες με το συγκεκριμένο χώρο επιτυγχάνοντας να καταγραφεί στην κοινωνία ως ο πιο σοβαρός, προγραμματικός εναλλακτικός πόλος στις συντηρητικές αντιλήψεις που καταδυναστεύουν την ελληνική εκδοχή της νεωτερικότητας.

Αυτή η στάση του, πιθανώς, να αποτέλεσε και ένα πειστικό στοιχείο μιας συγκεκριμένης και διακριτής ταυτότητας της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς, στοιχείο που συνέβαλε στην αυξημένη εκλογική καταγραφή.

Ένα άλλο επιχείρημα των ενστάσεων για τις αντιπαραθέσεις με το ΛΑΟΣ αφορά την ατζέντα των θεμάτων. Ορισμένοι θεωρούν ως θέματα "χαμηλής πολιτικής" όσα σχετίζονται με συγκρούσεις αξιών και συμβόλων (π.χ. παρελάσεις, ποιος σηκώνει τη σημαία, βιβλίο ΣΤ Δημοτικού, ρόλος της εκκλησίας κ.λπ.). Διαπράττουν σοβαρό λάθος, γιατί αυτά τα ζητήματα δεν είναι τελικά "χαμηλής πολιτικής", αλλά συγκροτούν καθημερινά το εθνολαϊκιστικό στερεότυπο που αντιμάχεται κάθε προσπάθεια εκσυγχρονισμού. Ορισμένοι άλλοι επίσης υποτιμούν αυτή την ατζέντα γιατί απλούστατα δεν έχουν πάρει διαζύγιο από τις εθνικιστικές παρεκκλίσεις του προοδευτικού χώρου. Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της συγκεκριμένης εκδοχής ήταν η στάση προοδευτικών ανθρώπων για το βιβλίο της ΣΤ Δημοτικού, όπου συνειδητά αγνόησαν ό,τι συμβόλιζε σε αξιακό επίπεδο η γραμμή της απόσυρσης.

Το πρόβλημα επομένως δεν πρέπει να τίθεται για το αν πρέπει ή όχι να γίνεται η δημόσια αντιπαράθεση με το ΛΑΟΣ, αλλά για την ουσία των θεμάτων που προκαλούν την ίδια τη σύγκρουση. Ακούγεται καλοπροαίρετα ότι δεν θα έπρεπε ο ΣΥΝ να καθιστά μόνιμους συνομιλητές του στα τηλεοπτικά παράθυρα τα στελέχη του ΛΑΟΣ. Η επιλογή αυτή αφορά βεβαίως τα κανάλια. Αξίζει να σημειωθεί πάντως ότι όπως όλα δείχνουν τα στελέχη της Ν.Δ., του ΠΑΣΟΚ και του ΚΚΕ δεν επιλέγουν να βρεθούν απέναντι στο ΛΑΟΣ σε μια θεματολογία που δεν είναι δημοφιλής στο μέσο τηλεθεατή, αποφεύγουν μια αντιπαράθεση η οποία θέτει σκληρά διλήμματα και δεν "χαϊδεύει τα αυτιά". Οποιαδήποτε φυγομαχία σε αυτό το επίπεδο οδηγεί συχνά σε μια μονόπλευρη εκπομπή επιχειρημάτων από το χώρο του Καρατζαφέρη και επομένως διαμορφώνει πιο άνετα τις στρεβλές συνειδήσεις. Στον προοδευτικό χώρο, οφείλουμε να κατανοήσουμε όλοι ότι ο μεγάλος αντίπαλος με όρους ιδεολογικούς και πολιτικούς είναι προφανώς η κυβέρνηση αλλά ο μεγάλος ιδεολογικός εχθρός είναι τα κηρύγματα της ακροδεξιάς που δεν είναι ούτε ασήμαντα ούτε περιθωριακά.

Πολύ περισσότερο που στα θέματα "μείζονος πολιτικής" όπως το ασφαλιστικό, η ανεργία, οι συντάξεις, οι μισθοί, τα οποία είναι πολύ πιο σημαντικά, είναι όμως ταυτόχρονα και πολύ πιο "εύκολα" για να "κρυφτούν" οι πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις απόψεις του σκοταδισμού από τη μια και της ανοιχτής σύγχρονης κοινωνίας από την άλλη. Είναι θέματα δηλαδή που μπορούν να αποκρύψουν σε μια πρώτη ματιά τις βαθύτερες διαφορές γιατί ο μαξιμαλισμός και η φιλολαϊκότητα αποτελούν προσχήματα της νέας ακροδεξιάς. Ακόμα και το ζήτημα της αναδιανομής εισοδήματος χρησιμοποιείται στη ρητορική από τους ακροδεξιούς ηγέτες σε όλη την Ευρώπη για να φτιάξουν το κατάλληλο περιτύλιγμα των νεοφασιστικών τους προθέσεων. Από εκεί τεκμαίρεται και η πρόσβασή τους σε λαϊκά και μικρομεσαία στρώματα.

Η ανανεωτική και ριζοσπαστική Αριστερά, η δύναμη των πιο δημοκρατικών, σύγχρονων και ελευθεριακών ευαισθησιών, δεν μπορεί παρά να είναι και η πρωτεύουσα δύναμη αυτής της μάχης. Στις φτωχογειτονιές, στις κινητοποιήσεις, στους θεσμούς, στα media. Παντού...

ΥΓ.: Ας αναζητήσουν όσοι μπορούν ένα ενδιαφέρον άρθρο στα "Ενθέματα" της 21/10/07 των Π. Καλκανδή - Δ. Παπαδάτου για τη "Βεντέτα με το ΛΑΟΣ". Διατυπώνει με ένα συνολικό τρόπο τη σημασία αυτής της ιδεολογικής διαπάλης με τον εθνικισμό.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι