Συνδικάτα και απασχόληση

Ένα ενδιαφέρον μάθημα από τη Δανία

Ελίζα Παπαδάκη, Τα Νέα, 14/11/2007

Τα συνδικάτα των εργαζομένων στην Ελλάδα έχουν απέναντί τους δύο προκλήσεις: πρώτα απ΄ όλα να υπερασπισθούν την αγοραστική δύναμη των μισθών και την απασχόληση από τις απειλές που φέρνουν οι γρήγορες οικονομικές εξελίξεις στην παγκοσμιοποίηση, και να αγωνισθούν για βελτιώσεις. Αυτό το κάνουν κατά ένα μέρος με επιτυχία, όπως πιστοποιούν οι στατιστικές για την πραγματική άνοδο των μισθών την τελευταία δεκαετία, κατά το άλλο μέρος όμως όχι, αφού όσες αγωνιστικές κινητοποιήσεις κι αν επιχειρούνται ενάντια σε απολύσεις, τελικά δεν εμποδίζουν την απώλεια πολλών καλών και σταθερών θέσεων εργασίας αλλά και τη μείωση του συνολικού τους αριθμού, ενώ οι περισσότερες από τις νέες που δημιουργούνται είναι επισφαλείς, αμείβονται χειρότερα, κατοχυρώνουν λιγότερα δικαιώματα και παράλληλα η ανεργία διατηρείται σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Η αποτυχία στο μέτωπο της απασχόλησης έχει ως συνέπεια (ή αιτία, αν το κοιτάξουμε ανάποδα) εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι με επισφαλείς όρους, καθώς και άνεργοι, ελάχιστα να εκπροσωπούνται στα συνδικάτα. Και τα παραπέμπει στη δεύτερη πρόκληση: να εντοπίσουν στις μεταβαλλόμενες συνθήκες νέες δυνατότητες για τη βελτίωση της εργασίας, την αναβάθμισή της στην κοινωνία. Είναι οπωσδήποτε δύσκολο. Ένας λόγος είναι η ολοένα μεγαλύτερη επέκταση πιο εξατομικευμένων μορφών εργασίας, από το παλιό γνωστό φασόν, στους διανομείς με το μηχανάκι ή τους καθηλωμένους μπροστά στον προσωπικό τους υπολογιστή και πλήθος άλλες, που επιβάλλει να ανακαλυφθούν νέοι τρόποι συλλογικής έκφρασης. Σ΄ αυτόν προστίθεται ο διχασμός ανάμεσα στους πιο προστατευμένους εργαζομένους, στον δημόσιο τομέα και σε ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις και τράπεζες του ιδιωτικού, και όλους τους υπόλοιπους. Μπορεί να μην είναι απόλυτος, η παραδοσιακή προστασία έχει αρχίσει να υπονομεύεται με τους νέους κανονισμούς στις ΔΕΚΟ, ενώ και στους υπόλοιπους υπάρχουν έκδηλες διαφορές ανάμεσα σε όσους εργάζονται σε πλαίσια νομιμότητας και τους άλλους που βυθίζονται στην παραοικονομία χωρίς δικαιώματα. Παραμένει όμως καθοριστικός, όσο οι συνθήκες απασχόλησης των πρώτων είναι άπιαστο όνειρο για τους δεύτερους, αλλά στη διατήρησή τους εξακολουθεί να δίδεται όλη η έμφαση. Αν επομένως βασική επιδίωξη είναι να διευρυνθεί η απασχόληση και η εργασία να αναβαθμισθεί συνολικά, χρειάζεται να ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση που θα υπερβαίνει αυτόν τον διχασμό.

Μιαν ευκαιρία προσέφερε η ημερίδα που διοργάνωσε την περασμένη εβδομάδα η πρεσβεία της Δανίας στην Αθήνα, σε συνεργασία με το Κέντρο Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ και με το ΕΛΙΑΜΕΠ, το Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής. Το δανέζικο σύστημα εργασίας με ευελιξία και ασφάλεια (flexicurity) μελετάται παντού στην Ευρώπη, καθώς η εφαρμογή του συμπίπτει με το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης, πάνω από 70%, και με πολύ χαμηλή ανεργία, της τάξης του 3%. Τον τρόπο με τον οποίον λειτουργεί ήρθαν να αναπτύξουν ο σοσιαλδημοκράτης πρώην υπουργός Γιαν Πέτερσεν και εκπρόσωποι των εργοδοτών και των συνδικάτων της Δανίας. Μπορείς να φτιάξεις μια πλούσια και δυνατή οικονομία και κοινωνία χωρίς τον «αμερικάνικο τρόπο», με μεγάλη ισότητα, τόνισε ο Πέτερσεν, δίνοντας μεγάλη έμφαση στη διαπραγμάτευση ανάμεσα στην κυβέρνηση, τους εργοδότες και τα συνδικάτα. Δεν μπορούμε να συντηρούμε εργοστάσια με επιδοτήσεις για να κρατήσουμε τις θέσεις εργασίας, είπε, μπορούμε όμως να παρέχουμε τη μέγιστη δυνατή κοινωνική ασφάλεια και γρήγορες μεταβάσεις από τη μια δουλειά στην άλλη. Στην εκπαίδευση διά βίου επέμεινε ο εκπρόσωπος των εργοδοτών, Χένινγκ Γκάντε. Αναφέρθηκε στην παράδοση της διαπραγμάτευσης που στηρίζεται στον σεβασμό διαφορετικών συμφερόντων, για να τονίσει ότι τα περισσότερα ζητήματα λύνονται απευθείας μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων με συλλογικές συμβάσεις στις οποίες βασίζεται κατόπιν η νομοθεσία. Τη σημασία της εκπαίδευσης, ως κινήτρου για τους εργαζομένους, εξήρε ο σύμβουλος των συνδικάτων, Κρίστιαν Σόλιστ- όποτε μπορούν διορθώνουν βλάβες χωρίς να περιμένουν τον ειδικό π.χ. Όσον αφορά τους μετανάστες, και οι τρεις τόνισαν ότι είναι ευπρόσδεκτοι με τον όρο ότι εντάσσονται στις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις· για παραβάσεις οι ποινές είναι πολύ βαριές για τους εργοδότες, είπε ο Γκάντε. Το 80% των εργαζομένων στη Δανία είναι μέλη των συνδικάτων. Μονιμότητα δεν υφίσταται, κατά 21% μειώθηκαν οι εργαζόμενοι στο υπουργείο Εξωτερικών, είπε ο πρεσβευτής Τομ Νόρινγκ.

Μάλλον με δυσπιστία αντιμετώπισαν τα όσα άκουσαν για τις πρακτικές αυτές οι εκπαιδευόμενοι συνδικαλιστές στο ΚΑΠΕ. Συνοψίζοντας, ο πρόεδρος του ΚΑΠΕ, Νίκος Μουζέλης, εξήγησε ότι το δανέζικο μοντέλο δεν δουλεύει χωρίς ανεπτυγμένη εκπαίδευση, όταν στην αγορά εργασίας επικρατεί τόση ανασφάλεια και η πολιτική κομματικοκρατείται. Αλλά με την ανεργία που έχουμε πρέπει να μας προβληματίσει, κατέληξε. Η ευκαιρία αυτή ωστόσο δεν αξιοποιήθηκε όσο θα έπρεπε. Στην ημερίδα δεν προσήλθαν, μολονότι είχαν προσκληθεί, εκπρόσωποι του ΣΕΒ και του προεδρείου της ΓΣΕΕ, ούτε του ΠΑΣΟΚ (παρευρέθη ο Στέφανος Μάνος, η παρέμβαση του οποίου- κατά της προστασίας στο Δημόσιο- ακούστηκε προκλητική.) Ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Απασχόλησης, Δημήτρης Κοντός, περιορίσθηκε να χαρακτηρίσει «πρόωρο» τον σχετικό διάλογο στη χώρα μας.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι