Ο ανορθολογισμός της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής

Αποστόλης Στραγαλινός, Αυγή της Κυριακής, 18/11/2007

Στα συναφή με τη μεταναστευτική πολιτική ευρωπαϊκά νομοθετήματα παρατηρείται μια τάση παραχώρησης ίσων δικαιωμάτων στους μετανάστες και εξίσωσής τους με τους ευρωπαίους πολίτες. Στα κείμενα αναγνωρίζονται οι υποχρεώσεις κάθε σύγχρονης δημοκρατικής χώρας απέναντι στις ανθρωπιστικές αξίες και τις θεμελιώδεις αρχές της δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου.

Η Ελλάδα αποτελεί περίπτωση χώρας, στην οποία η «ένταξη» των μεταναστών είναι συνώνυμη της επισφάλειας και της υποτέλειάς τους τόσο στην παραγωγική δομή όσο και στην κοινωνική ιεραρχία.

Δύο κατευθύνσεις των πολιτικών της χώρας

Η μετανάστευση καθ’ αυτή ως παράγοντας κοινωνικού μετασχηματισμού προϋποθέτει μακροπρόθεσμες και στοχευμένες πολιτικές, αντί των εμβαλωματικών ρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.

Τα μέχρι σήμερα εφαρμοσθέντα έχουν δύο κατευθύνσεις: Έλεγχος – αποτροπή των ροών με αστυνομικά ή άλλα μέσα και η δια νομοθετημάτων νομιμοποίηση όσων ήδη διαβιούν στη χώρα.

Η πρώτη κατεύθυνση εκφράζεται από την υπουργό Εξωτερικών κ. Μπακογιάννη (βλ. δήλωση 30.10.07 «Η Ελλάδα δεν αντέχει άλλους λαθρομετανάστες») και το πνεύμα Πολύδωρα (βλ. πρακτικά της διακομματικής επιτροπής μετανάστευσης, 27.7.06 και 24.8.06, «είμαστε στα όρια της αντοχής μας ως χώρα ως προς τον αριθμό ανθρώπων που δεχόμαστε» κ.ά). Η «ενασχόληση» με το φαινόμενο ξεκίνησε με τη Σύνοδο Κορυφής στη Χαλκιδική το 2003, όπου με πρωτοβουλία της ελληνικής προεδρίας συμπεριλήφθηκε στην ατζέντα για πρώτη φορά το θέμα «λαθρομετανάστευση», ενώ συμφωνήθηκε και η συνεργασία μεταξύ των κοινοτικών εταίρων για τη «θωράκιση» των εξωτερικών συνόρων της Ε.Ε από μετανάστες και άλλους ενοχλητικούς. Σήμερα αυτή η συνεργασία φέρει τον κακόηχο κωδικό Φροντέξ και αποκωδικοποιημένη σημαίνει αστυνομικά μέτρα, συνοριοφύλακες, πακτωλό κονδυλίων για τη διαχείριση της λαθρομετανάστευσης (μόλις την περασμένη εβδομάδα η Ελλάδα εξασφάλισε από τον Επίτροπο Φρατίνι 420.000 ευρώ για «κέντρα υποδοχής λαθρομεταναστών») ταχύπλοα, επαναπροωθήσεις, εμπλοκή σωμάτων ασφαλείας, άρνηση χορήγησης ασύλου, παράνομες απελάσεις και αθλιότητες που συχνά - πυκνά έρχονται στο φως της δημοσιότητας, όπως πρόσφατα με τις εκθέσεις της Pro Asyl και της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ. Επιπλέον, ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει ότι μόνο το έτος 2005 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Στρασβούργο εξέδωσε 100 καταδικαστικές αποφάσεις για τη χώρα μας.

Η δεύτερη κατεύθυνση, την αποτελεσματικότητα της οποίας εξετάζει το παρόν σημείωμα, περιλαμβάνει τις πολιτικές και το νομικό πλαίσιο που καθορίζουν τις συνθήκες διαβίωσης και εργασίας υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελλάδα.

Εκ συστήματος περιφρόνηση διεθνών συμβάσεων

Ένα μεγάλο μέρος του σχετικού νομοθετικού πλαισίου απορρέει από την κοινή μεταναστευτική πολιτική της Ε.Ε, η οποία έστρεψε την προσοχή της με μεγάλη καθυστέρηση στο φαινόμενο, το 1999 στη Σύνοδο Κορυφής στο Τάμπερε.

Ωστόσο, μέσα σε λίγα χρόνια με μια σειρά Οδηγιών η Ε.Ε έσπευσε να καλύψει το κενό και να προσφέρει στα κράτη μέλη ένα σύγχρονο, αλλά όχι ακόμη ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο, καθώς δεν υφίσταται προσώρας εναρμονισμένη μεταναστευτική πολιτική. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις Οδηγίες: 2000/43 ΕΚ για την εφαρμογή της ίσης μεταχείρισης ανεξαρτήτως φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, 2003/86/ΕΚ για την επανένωση των οικογενειών, 2003/109/ΕΚ για το καθεστώς κατοίκου μακράς διαρκείας, 2004/81/ΕΚ για την καθιέρωση ενιαίων κριτηρίων χορήγησης ασύλου, Οδηγία την οποία η Ελλάδα δεν έχει ενσωματώσει. Και δεν είναι η μόνη. Η χώρα μας συστηματικά κωλυσιεργεί ή αρνείται να επικυρώσει Οδηγίες της Ε.Ε (π.χ. 2005/71/ΕΚ του Συμβουλίου για τη χορήγηση βίζας σε ερευνητές τρίτων χωρών, θέμα το οποίο ανέδειξε με ερώτηση στη Βουλή ο Φ. Κουβέλης), Συμβάσεις των Ηνωμένων Εθνών (π.χ. Διεθνής Σύμβαση για την προστασία των δικαιωμάτων των μεταναστών εργατών και των μελών της οικογένειάς τους, Αναθεωρημένη Σύμβαση 97 ΔΟΕ για τους μετανάστες εργάτες), Συμβάσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης (π.χ. Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, το δωδέκατο πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, Ευρωπαϊκή Σύμβαση για το νομικό καθεστώς μεταναστών εργαζομένων κ.ά). Συνεπώς, λίγη σημασία έχουν κάποια μέτρα εδώ κι εκεί όπως το άρτι δημοσιευθέν «πρόγραμμα δράσης για την ομαλή προσαρμογή και κοινωνική ένταξη των μεταναστών», όταν διαχρονικά απουσιάζει η πολιτική βούληση για την κοινωνική, οικονομική και πολιτική ένταξη των μεταναστών στη χώρα (στην 28μελή εθνική επιτροπή για την ένταξη δεν συμμετέχει ούτε ένας μετανάστης). Η αλήθεια είναι αυτή: Όπως έδειξε πρόσφατη έρευνα για τη μετανάστευση που δημοσιοποιήθηκε στην Ελλάδα από την Ελληνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η χώρα μας καταλαμβάνει μια θέση μεταξύ των ουραγών της Ευρώπης (τελευταία στην πρόσβαση στην ιθαγένεια).

Η Ελλάδα από τα τέλη του ’80 έκλεινε τα μάτια στο φαινόμενο της μετανάστευσης. Το «κουκούλωμα» επιδείνωσε την κατάσταση και μόλις το 1997 πραγματοποιήθηκε η πρώτη προσπάθεια νομιμοποίησης μεταναστών με την έκδοση δύο ΠΔ (χορήγηση πράσινης κάρτας»). Φυσικά δεν δύναται να γίνει λόγος για αντιμετώπιση του προβλήματος, καθώς ο εξουσιοδοτημένος ΟΑΕΔ απεδείχθη τραγικά ανεπαρκής να ανταπεξέλθει. Ο Ν. 2910/2001 δεν έδωσε λύσεις διότι περιέπλεξε και γραφειοκρατικοποίησε περαιτέρω τη διαδικασία νομιμοποίησης, αφού ενέπλεκε σ’ αυτή υπουργεία, δήμους, νομαρχίες και περιφέρειες. Εξάλλου, οι χωρίς διαβατήριο και «μαύρα» εργαζόμενοι που βρίσκονται πολλά χρόνια στη χώρα δεν συμπεριλήφθηκαν στις διατάξεις του νόμου.

Ο ισχύων Ν. 3386/2005 προβλέπει μεν ενιαία άδεια διαμονής και εργασίας, αποκλείει, εντούτοις, όσους δεν είχαν υποβάλει χαρτιά για νομιμοποίηση στο παρελθόν, απαγορεύει την κινητικότητα, την αλλαγή ειδικότητας και τη μετακίνηση σε άλλη περιφέρεια, καθώς και την εργασία σε μέλη οικογένειας για ένα χρόνο από την έλευσή τους. Επιπλέον, διέπεται από μια εισπρακτική λογική, ενώ παράλογα δικαιολογητικά δυσχεραίνουν τη νομιμοποίηση. Αυτό αποτυπώθηκε και στις εγγραφές, πολύ λιγότερες απ’ ότι υπολογιζόταν. Από τους 1.200.000 μετανάστες μόνο οι 150.000 κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν τα δικαιολογητικά που ορίζει ο νόμος (βίζα, ΑΦΜ, παράβολα υψηλά – 900 ευρώ για τους επί μακρόν διαμένοντες, υποχρέωση για αγορά ενσήμων, επαρκής γνώσης ελληνικής γλώσσας, ιστορίας και πολιτισμού). Το 90% δεν μπορεί να αποδείξει την παραμονή του στην Ελλάδα με αποτέλεσμα να διαιωνίζεται η πολιτική του ομηρία.

Καταγραφή προβλημάτων στην εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου

Η πραγματικότητα είναι απογοητευτική και προσβάλλει κάθε έννοια πολιτικού πολιτισμού. Ενιαίος φορέας μετανάστευσης δεν υπάρχει. Απουσιάζει ένα ευέλικτο οργανωτικό σχήμα λ.χ. με διευθύνσεις ανά περιφέρεια κατά τα πρότυπα των Εφοριών του Υπ. Οικ. (επιφορτισμένες με τα θέματα αδειών) και τμήματα ανά νομό με διακριτές αρμοδιότητες (παραλαβή αιτήσεων, έλεγχος δικαιολογητικών κλπ). Τις τελευταίες μέρες αποκαλύφθηκε ότι δεν υπάρχουν αίθουσες για τη διδασκαλία ελληνικών στους μετανάστες, μολονότι η συμμετοχή τους με βάση τον κείμενο νόμο και η πιστοποίηση με εξετάσεις των γνώσεών τους συνιστούν απαραίτητες προϋποθέσεις για να αναβαθμίσουν τις άδειες παραμονής τους σε μεγαλύτερης διάρκειας. Στο θέμα της οικογενειακής επανένωσης το ελληνικό κράτος δείχνει όλη του την αναλγησία. Απαιτείται υψηλό εισόδημα – για τετραμελή οικογένεια 12.750 ευρώ – ποσό εν πολλοίς αδύνατο να συγκεντρωθεί από ανθρώπους που είναι συχνά αθύρματα στα χέρια των ντόπιων αφεντικών τους. Ο ΟΑΕΔ δεν διαθέτει ούτε μηχανογραφημένα στοιχεία ή μητρώο για τους μετανάστες, αλλά ούτε και επίσημη καταγραφή των αναγκών της αγοράς εργασίας. Η απασχόληση της συντριπτικής πλειοψηφίας είναι δουλειά χωρίς δικαιώματα κοινωνικά, εργασιακά και, συχνά, ατομικά, ενώ επίσημα στατιστικά στοιχεία καταγραφής πράξεων και διακρίσεων σε βάρος των μεταναστών στην εργασία δεν υπάρχουν, γεγονός που οφείλεται και στην πολυδιάσπαση των αρμόδιων φορέων. Στον τομέα της περίθαλψης ο παραλογισμός συνεχίζεται: 51 ένσημα για βιβλιάριο ασθενείας, 120 για ταμείο ανεργίας, άδεια παραμονής και 150 ένσημα για περίθαλψη. Αρμόδια για τις απελάσεις και για την προσφυγή κατά απέλασης είναι η αστυνομία, δηλαδή η ίδια αρχή αποφαίνεται και στο δεύτερο βαθμό! Οι εισηγήσεις των αστυνομικών αρχών, όπως επισημαίνει ο Συνήγορος του Πολίτη, είναι συνήθως αναιτιολόγητες, λαμβάνουν χώρα απελάσεις συλλήβδην χωρίς αιτιολογία, ενώ η διορία προσφυγής είναι μόνο τρεις μέρες. Ψήφος στις τοπικές εκλογές δεν προβλέπεται – πόσο μάλλον στις εθνικές – και είναι αμφίβολο εάν θα μεριμνήσει η κυβέρνηση στο εγγύς μέλλον για την πολιτική συμμετοχή των μεταναστών. Μεταξύ των υποσχέσεων που δεν έτυχαν υλοποίησης είναι και η ανέγερση χώρων θρησκευτικής λατρείας.

Προϋποθέσεις για μια σύγχρονη μεταναστευτική πολιτική

Η λίστα των παραλείψεων και των προβλημάτων που συνθέτουν το βίο των αλλοδαπών συμπολιτών μας είναι ατελεύτητη. Θα σταθούμε όμως σε δύο, κατά τη γνώμη μας, σοβαρότατα εμπόδια στη διαδικασία ουσιαστικής ενσωμάτωσης των μεταναστών στον κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό ιστό της χώρας: Πρώτον, η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας ότι η πλειοψηφία των μεταναστών θα παραμείνει εδώ, πρέπει να ανοίξει τις πόρτες του εκπαιδευτικού συστήματος στα παιδιά τους. Θα πρέπει να αντιστραφούν οι τάσεις διαρροής και αυξημένου ποσοστού αποτυχίας των παιδιών μεταναστών. Αναγκαία είναι μια εκπαίδευση χωρίς προκαταλήψεις, συμπεριλαμβανομένης της διδασκαλίας της μητρικής γλώσσας των κυριοτέρων χωρών προέλευσης, με αύξηση των τάξεων υποδοχής, εισαγωγή του μαθήματος ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, μέτρο που προτείνει το Συμβούλιο της Ευρώπης και συγκεκριμένες αναφορές στα βιβλία, όπου θα εξηγούνται διεξοδικά τα αίτια του φαινομένου της μετανάστευσης. Δεύτερον, η Ελλάδα είναι από τα ελάχιστα κράτη που παραχωρεί ιθαγένεια με βάση το δίκαιο του αίματος, της καταγωγής και όχι της εντοπιότητας. Αυτό αναπόφευκτα αναπαράγει διακρίσεις, αποκλεισμούς, κατηγοριοποιήσεις και ανυπέρβλητα προσκόμματα για τους μετανάστες, οι οποίοι γεννιούνται, ολοκληρώνουν την υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση εργάζονται και φορολογούνται εδώ, αλλά δεν δικαιούνται να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια. Το δικαίωμα ιθαγένειας θα έπρεπε να δοθεί κατ’ αρχάς στους επί μακρόν διαμένοντες, π.χ. μετά από μια πενταετία παραμονής στη χώρα, και σε όλα τα παιδιά που έχουν γεννηθεί εδώ και αποτελούν τη δεύτερη - και πολύ χρήσιμη για την ελληνική οικονομία – γενιά μεταναστών.

Παράλληλα, είναι ανάγκη να αποσυνδεθεί η ανανέωση άδειας παραμονής από τον αριθμό ενσήμων και το δικαίωμα οικογενειακής επανένωσης από την απόδειξη υψηλού εισοδήματος, να μειωθούν δραστικά τα παράβολα και να απλοποιηθούν οι διαδικασίες. Ομοίως, να παραχωρηθεί το δικαίωμα ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας με απόδειξη πόρων πολύ πιο κάτω από το ισχύον όριο των 60.000 ευρώ, καθώς και η δυνατότητα αλλαγής εργοδότη, επαγγέλματος, ειδικότητας, ασφαλιστικού φορέα κλπ. Η ενσωμάτωση, εξάλλου, των διεθνών συμβάσεων, τις οποίες η Ελλάδα εκ συστήματος περιφρονεί, θα αποδώσει στους μετανάστες το σύνολο των δικαιωμάτων που απολαμβάνουν υπήκοοι τρίτων χωρών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως κινητικότητα, οικογενειακή συνένωση, δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι κ.ά. Είναι απαραίτητο να ληφθούν μέτρα για τη χαμηλή ποιότητα του διοικητικού προϊόντος, τις μεγάλες καθυστερήσεις στη διεκπεραίωση πάσης φύσεως αιτημάτων, την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, τη διόγκωση αρμοδιοτήτων, την παραλαβή αιτήσεων χωρίς προϋποθέσεις και τις νομιμοποιήσεις υπό δαιδαλώδες και αλληλοσυγκρουόμενο νομικό πλαίσιο.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τέλος, επιβεβλημένη είναι η εναρμόνιση της μεταναστευτικής πολιτικής με διαφανείς και δημοκρατικές διαδικασίες και η συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στη λήψη των αποφάσεων.

Η χάραξη μιας αποτελεσματικής και δημοκρατικής μεταναστευτικής πολιτικής συνιστά μια σύνθετη διαδικασία. Απαιτεί πρώτιστα πολιτική βούληση, ανοιχτούς ορίζοντες και πίστη στη φυσική ενότητα του ανθρώπου. Στον πυρήνα της πρέπει να ίστανται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Πρακτικά, η Ελλάδα δεν υστερεί τόσο στο νομικό της πλαίσιο, το οποίο ωστόσο χρήζει εξορθολογισμού, όσο σε υποδομές και αποκρυσταλλωμένους, νηφάλιους στόχους. Καιρός είναι να προχωρήσει με γοργά βήματα στην υιοθέτηση μέτρων που θα ενσωματώσουν «ομαλά» την τεράστια πλειοψηφία των μεταναστών που έμειναν εκτός νομιμοποίησης. Μεταναστευτική πολιτική δεν νοείται με το κουμπούρι του συνοριοφύλακα, τις παράλογες προϋποθέσεις νομιμοποίησης, τα φοβικά σύνδρομα των κυβερνήσεων, τις φαντασιώσεις και τις εκδηλώσεις ξενοφοβίας και ρατσισμού από κοινωνία, ΜΜΕ και υπηρεσίες.

*Ο Α.Σ είναι επιστημονικός συνεργάτης της κοινοβουλευτικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι