Αδιαφάνεια και αναποτελεσματικότητα διέπουν τον προϋπολογισμό

Ελίζα Παπαδάκη, Αυγή της Κυριακής, 18/11/2007

Με τον τρόπο που καταρτίζεται και εκτελείται ο κρατικός προϋπολογισμός στη χώρα μας συνδέονται μείζονα προβλήματα: Η μόνιμη τάση για υπέρβαση των ελλειμμάτων και διόγκωση του δημοσίου χρέους που επιβαρύνει με μεγάλο κόστος την οικονομία και την κοινωνία. Ή το γεγονός ότι οι δημόσιες δαπάνες, αν και σημαντικές ως ποσοστό του ΑΕΠ, αφήνουν ακάλυπτες βασικές ανάγκες, καθώς διατίθενται απρογραμμάτιστα και αναποτελεσματικά. Μεταρρυθμίσεις για να ξεπερασθούν τα προβλήματα αυτά εισηγείται μελέτη του καθηγητή Βασίλη Ράπανου που παρουσιάσθηκε σε ημερίδα του ΙΟΒΕ. Συγκεκριμένες προτάσεις ανέπτυξε εξάλλου και πάλι φέτος ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Γιάννης Δραγασάκης.

Δύο είναι οι αφετηρίες της μελέτης του ΙΟΒΕ: Η προοπτική αδιεξόδου που διαγράφει το υψηλό δημόσιο χρέος (για την εξυπηρέτησή του απαιτείται το 5% του ΑΕΠ σήμερα) σε συνδυασμό με τις πιέσεις να αυξηθούν οι δαπάνες ιδιαίτερα για την κοινωνική ασφάλιση. Και η μεγάλη υστέρηση στις θεσμικές αλλαγές που προώθησαν άλλες χώρες επιτυγχάνοντας να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους.

Σε μια σειρά δείκτες που αναφέρονται σε τέτοιες αλλαγές, όπως ο πολυετής προγραμματισμός, η σύνταξη του προϋπολογισμού με βάση τον κεντρικό καθορισμό του συνολικού επιπέδου των δαπανών για να κατανεμηθούν κονδύλια σε υπουργεία και φορείς που τα διαχειρίζονται κατόπιν ευέλικτα, ο έλεγχος των αποτελεσμάτων των δαπανών, η διαφάνεια, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των τελευταίων στην Ε.Ε., στον δε συνολικό δείκτη διαδικασιών του προϋπολογισμού στην τελευταία θέση, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Παρουσιάζοντας αναλυτικά τον τρόπο κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού σήμερα, η μελέτη εντοπίζει κίνητρα για τα υπουργεία και τους φορείς του Δημοσίου να ζητούν συνεχώς περισσότερες πιστώσεις και να ξοδεύουν όλα τα ποσά που τους διατίθενται, ακόμα και όταν δεν είναι απαραίτητο. Διότι αξιολογούνται με βάση πόσα ξοδεύουν, όχι πώς και με ποια αποτελέσματα.

Ενώ κοστίζουν ακριβά (απασχολούν 900 υπαλλήλους στο Γενικό Λογιστήριο, 700 στο Ελεγκτικό Συνέδριο), οι πολλαπλοί έλεγχοι περιορίζονται αποκλειστικά στη νομιμότητα. Αλλά χωρίς αξιολόγηση των δαπανών με βάση τα αποτελέσματά τους είναι αδύνατο να αξιολογηθεί το έργο καθενός υπουργείου ή φορέα. Εφόσον άλλωστε όλες οι δαπάνες καθορίζονται κεντρικά με μεγάλη λεπτομέρεια, υπουργεία και φορείς δεν έχουν ιδιοκτησία των προγραμμάτων τους και δεν λογοδοτούν γι αυτά. Δεν έχουν επομένως κανένα κίνητρο να εξοικονομούν πόρους, οπότε ούτε η Βουλή ούτε οι πολίτες πληροφορούνται "τι τόπο πιάνουν τα λεφτά τους".

Επτά αλλαγές

Η αναγκαία μεταρρύθμιση προτείνεται σε επτά άξονες: Να ενοποιηθούν τακτικός προϋπολογισμός και Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Αυτό θα διευκολύνει οι δαπάνες να ταξινομούνται με βάση προγράμματα και η έμφαση να δίδεται στα αποτελέσματά τους. Ο ετήσιος προϋπολογισμός να εντάσσεται σε ένα τετραετές πλαίσιο εξίσου αναλυτικό, όπου θα διακρίνεται η πρόοδος των προγραμμάτων.

Το βάρος των ελέγχων να μετατοπιστεί στη σκοπιμότητα και στα αποτελέσματα των δαπανών, με εσωτερικές ελεγκτικές υπηρεσίες και μεγαλύτερη δυνατότητα ευελιξίας σε κάθε υπουργείο/φορέα. Να βελτιωθούν οι στατιστικές και να δημοσιεύονται έγκαιρα, όλοι οι φορείς του Δημοσίου (ΟΤΑ, ΝΠΔΔ, νοσοκομεία κ.ά.) να δημοσιεύουν ισολογισμούς και λογιστικές καταστάσεις. Η τήρηση των λογαριασμών να περάσει σταδιακά από τις χρηματικές εκταμιεύσεις στις πραγματοποιήσεις, ώστε να γίνεται διαφανέστερο το κόστος των προγραμμάτων. Τέλος, να δημιουργηθεί ένα σύγχρονο πληροφορικό σύστημα χρηματοοικονομικής διαχείρισης.

Οι αλλαγές αυτές προϋποθέτουν διοικητικές μεταβολές, απαιτούν σοβαρό προγραμματισμό και κάποιο χρόνο για να υλοποιηθούν. Στο μεταξύ η μελέτη προτείνει μέτρα που θα μπορούσαν να υιοθετηθούν αμέσως, όπως: Ο απολογισμός ενός οικονομικού έτους να γίνεται μέσα σε ένα εξάμηνο από τη λήξη του (όχι 11 μήνες αργότερα). Αλλαγές στους προϋπολογισμούς των υπουργείων, μεταφορές κονδυλίων μεταξύ τους να γίνονται με έγκριση ή τουλάχιστον ενημέρωση της Βουλής. ΟΤΑ και ΝΠΔΔ να συντάσσουν υποχρεωτικά προϋπολογισμούς. Η εξέλιξη εσόδων και δαπανών να δημοσιεύεται κάθε μήνα σε τακτή ημερομηνία. Να επανέλθει η Τράπεζα της Ελλάδος στη δημοσίευσή τους με ταμιακά στοιχεία.

Συνυπεύθυνοι Ν.Δ. και ΠΑΣΟΚ αναγνώρισαν Αλογοσκούφης και Διαμαντοπούλου

Η αδιαφάνεια και η αποφυγή του ελέγχου από το κοινοβούλιο και την κοινωνία, η απουσία προγραμματισμού, η ευχέρεια αυθαιρεσιών για πολιτικές-κομματικές σκοπιμότητες και ταυτόχρονα ο ακραίος συγκεντρωτισμός που εμποδίζει να αντιμετωπίζονται νέες ανάγκες εκεί όπου δημιουργούνται αποτελούν δεκαετίες τώρα πάγια χαρακτηριστικά του συστήματος κατάρτισης και εκτέλεσης του προϋπολογισμού στην Ελλάδα, με ευθύνη των δύο εναλλασσομένων κυβερνήσεων της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ.

Δεν το αρνήθηκαν στην ημερίδα για τη νέα μελέτη που διοργάνωσε την Πέμπτη το ΙΟΒΕ ούτε ο υπουργός Οικονομίας \Γιώργος Αλογοσκούφης\ ούτε η υπεύθυνη προγράμματος του ΠΑΣΟΚ Άννα Διαμαντοπούλου.

Ο κ. Αλογοσκούφης επέμεινε, βέβαια, να προβάλλει βελτιωτικές προσπάθειες επί των ημερών του, αναφέροντας δύο καινοτομίες του προϋπολογισμού του 2008 που θα δημοσιοποιηθεί μεθαύριο: Την ενσωμάτωση των "ειδικών λογαριασμών", που κατά βούληση και ανεξέλεγκτα διαχειρίζεται μέχρι σήμερα κάθε υπουργείο εκτός προϋπολογισμού, και μια νέα έκδοση "εθνικού σχεδίου προγραμμάτων". Πιλοτικά, είπε, ομαδοποιούνται οι δράσεις στον πολιτισμό, τη θρησκεία και τον αθλητισμό, καθώς ο τελευταίος ιδίως χρηματοδοτείται μέσω ειδικού λογαριασμού.

Στην κριτική ένσταση ότι δεν πρόκειται για πραγματικά προγράμματα, αλλά μάλλον για απλή ομαδοποίηση κωδικών μερικών υπουργείων, ο υπουργός επικαλέσθηκε τη διοικητική διάρθρωση του κράτους, που δεν επιτρέπει μεγαλύτερα βήματα. Υπερασπίσθηκε όμως τον συγκεντρωτισμό στο υπουργείο Οικονομικών κάθε έγκρισης για αλλαγή κονδυλίων, θεωρώντας ότι διαφορετικά οι δαπάνες θα ξέφευγαν από κάθε όριο.

Έτσι στην κεντρική διοίκηση επιβάλλεται κάποια πειθαρχία, ενώ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (π.χ. νοσοκομεία, ΟΤΑ) δεν λειτουργούν στοιχειώδεις λογιστικοί κανόνες. Παραδέχθηκε πάντως ότι η αξιολόγηση υστερεί, εφόσον ελέγχεται μόνον η νομιμότητα, όχι η αναγκαιότητα ή η αποδοτικότητα των δαπανών. Αλλά εκτίμησε ότι η μεταρρύθμιση θα είναι δύσκολη και θα συναντήσει πολλές πολιτικές αντιστάσεις.

Στο τελευταίο σημείο συμφώνησε η \Άννα Διαμαντοπούλου\, επαινώντας τη μελέτη του \Βασίλη Ράπανου\ ακριβώς επειδή διαγράφει βήματα για να προχωρήσουν οι αναγκαίες αλλαγές.

Το προγραμματικό κενό των κρατικών προϋπολογισμών το συνέδεσε ωστόσο με τη γενική απουσία των προγραμμάτων στην πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα μας. Πώς θα μπορέσει η σημερινή κυβέρνηση να προχωρήσει σε μια σύγχρονη λογική προϋπολογισμού βασισμένη σε στόχους και δείκτες όταν προεκλογικά δεν κατέθεσε πρόγραμμα, ρώτησε χαρακτηριστικά, ασκώντας παράλληλα κριτική και στο δικό της κόμμα που δεν συζήτησε ανοικτά το πρόγραμμά του.

Χωρίς πρόγραμμα δεν υπάρχουν προτεραιότητες, οπότε αυτές υποδεικνύονται από τις διευθύνσεις των υπουργείων με βάση τις τρέχουσες υποθέσεις τους, είπε. Υπογράμμισε την έλλειψη αρμοδιοτήτων της Βουλής στην κατάρτιση, παρακολούθηση και τροποποίηση του προϋπολογισμού, την απουσία λογοδοσίας απέναντι στην κοινωνία, στους φορολογούμενους που τον χρηματοδοτούν. Και τόνισε τη σημασία δεικτών για να αξιολογούνται οι δαπάνες ως προς τα αποτελέσματά τους για τους πολίτες, ποιες υπηρεσίες, αγαθά και έργα παράγουν, σε ποια ποιότητα.

Κρίσιμα ερωτήματα του Γιάννη Δραγασάκη

Ποια είναι η δημόσια περιουσία, πόσα χρωστάει το κράτος;

Εκθειάζοντας εισαγωγικά τη χρήσιμη μελέτη του Β. Ράπανου, ο πρόεδρος του ΙΟΒΕ \Μιχαήλ Κορτέσης\ απηύθυνε συλλήβδην στους πολιτικούς τη μομφή ότι στις συζητήσεις της Βουλής για τον προϋπολογισμό ο απολογισμός του προηγουμένου έτους "δεν φαίνεται να απασχολεί κανέναν" και δεν ελέγχεται. Φάνηκε έτσι να μην έχει ενημερωθεί για τις ουσιαστικές παρεμβάσεις του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ \Γιάννη Δραγασάκη\ χρόνια τώρα, αλλά και φέτος στην αρμόδια επιτροπή.

Στις μεγάλες αποκλίσεις του 2005 (1,5 δισ. ευρώ λιγότερα έσοδα) κατά παράβαση του νόμου που επιβάλλει την κατάθεση συμπληρωματικών προϋπολογισμών σε τέτοιες περιπτώσεις, αναφέρθηκε για παράδειγμα ο Γ. Δραγασάκης, για να τονίσει την παθογένεια της δημοσιονομικής διαχείρισης που αποκαλύπτει κάθε χρόνο η συζήτηση για τον απολογισμό.

Πέρα άλλωστε από την ανάγκη αξιολόγησης των δαπανών με βάση τα κοινωνικά τους αποτελέσματα, ένταξης του προϋπολογισμού σε μεσομακροχρόνιο πρόγραμμα, κατάργησης των ειδικών λογαριασμών, αξιόπιστων στοιχείων (από παλιά ο Συνασπισμός έχει ζητήσει να συσταθεί ανεξάρτητο επιστημονικό "Γραφείο Προϋπολογισμού" στη Βουλή), δυνατότητας τροποποιήσεων από τη Βουλή, όπως στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, και άλλα που υποστηρίζονται επίσης στη μελέτη του ΙΟΒΕ, ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ θέτει και δύο μεγάλες αποσιωπήσεις που συνιστούν κρίσιμα πολιτικά προβλήματα:

* Δεν καταγράφεται η δημόσια περιουσία, τι έχει το κράτος σε ακίνητη και κινητή περιουσία αλλά και ποιες μεταβολές επήλθαν τον χρόνο που πέρασε (γιατί π.χ. πουλήθηκε τεράστιο κτήριο που κατασκευάσθηκε για το υπουργείο Απασχόλησης στη Μονή Βατοπεδίου, και σε σωστή τιμή;), πράγμα που επιτρέπει τη διασπάθισή της.

* Και δεν υπάρχει λογαριασμός των υποχρεώσεων του κράτους. Χρωστάει, για παράδειγμα, το κράτος 12,5 δισ. ευρώ στα ασφαλιστικά ταμεία, όπως διατείνεται η ΓΣΕΕ, και, αν όχι, πόσα; Χρωστάει 2 ή 3 δισ. για λογαριασμό των δημοσίων νοσοκομείων; Πόσα χρωστάει στους συγκοινωνιακούς φορείς, όπου κατά τον νόμο οφείλει να καλύπτει τη διαφορά εσόδων-δαπανών;

Χωρίς την πληροφόρηση αυτή, τα περί δημοσιονομικής εξυγίανσης είναι εμπαιγμός.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι