Επιχειρηματική δραστηριότητα μεταναστών

Μια ακόμη ένδειξη της πορείας ενσωμάτωσής τους στην ελληνική κοινωνία

Λόης Λαμπριανίδης, Αυγή της Κυριακής, 18/11/2007

Οι μετανάστες περνούν από την "αφάνεια" σε μια πιο "ορατή" παρουσία

Η παρουσία των μεταναστών συνιστά μια πολυπολιτισμική πραγματικότητα που τα τελευταία χρόνια γίνεται αισθητή και σε διάφορες εκφάνσεις της καθημερινότητας μας μέσα στην πόλη. Οι μητρικές γλώσσες των μεταναστών αλλά και οι ξενικές προφορές αρκετών από αυτούς στα ελληνικά ακούγονται συχνά στον δρόμο, στα λεωφορεία, στα καταστήματα. Ξενόγλωσσα έντυπα που εκδίδονται στις χώρες προέλευσής τους ή στην Ελλάδα, καθώς και επιγραφές, διαφημίσεις, αγγελίες κ.λπ. εμφανίζονται όλο και συχνότερα, ακόμα και στις γειτονιές. Η καθημερινή μας εμπειρία πιστοποιεί έναν όλο και συχνότερο συγχρωτισμό, ακόμη και σε χώρους που μέχρι πρόσφατα ήταν απλησίαστοι για τους περισσότερους μετανάστες: Καφέ, μπαρ, εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης, εμπορικά καταστήματα, υπηρεσίες κ.ά. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη σταδιακή ωρίμανση του μεταναστευτικού φαινομένου στην ελληνική κοινωνία, τη σχετική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης πολλών μεταναστών συγκριτικά με τα πρώτα χρόνια παραμονής τους και τη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση που αυτή η βελτίωση συνεπάγεται, σε συνδυασμό με την οικειότητα του χώρου και, βεβαίως, με τον τερματισμό του καθεστώτος της "παρανομίας" για την πλειοψηφία των μεταναστών.

Εξάλλου, η παρουσία των μεταναστών στην πόλη γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτή σε ορισμένους δημόσιους χώρους (πάρκα, πλατείες, δρόμους), τους οποίους "οικειοποιούνται" με διακριτές κοινωνικές χρήσεις που αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Δηλαδή ενώ αρχικά η χρήση συγκεκριμένων χώρων από μετανάστες ήταν πρωταρχικά για πιάτσες εύρεσης εργασίας, τα τελευταία χρόνια ορισμένα σημεία της πόλης παγιώνονται ως χώροι συγκέντρωσης, κοινωνικοποίησης και ψυχαγωγίας. Η ασθενέστερη οικονομικά θέση πολλών μεταναστών αλλά και οι συνήθειες και οι πολιτισμικές πρακτικές που μεταφέρουν από τους τόπους καταγωγής τους τούς οδηγεί στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου τους μέσω της οικειοποίησης δημόσιων χώρων (όπου συζητούν, παίζουν χαρτιά ή ντόμινο κ.λπ.). Τέτοιες πρακτικές, βεβαίως, δεν είναι ξένες στους Έλληνες, έχουν αρχίσει, όμως, σταδιακά να "ξεχνιούνται", καθώς όλο και περισσότερο η διασκέδαση και η κοινωνικότητα συνδέονται με την κατανάλωση: εξαπλώνονται οι μαζικοί χώροι κατανάλωσης που παραπέμπουν σε συγκεκριμένα "μοντέλα" ζωής (π.χ. εμπορικά κέντρα).

Η αυξανόμενη "ορατότητα" της διαφορετικότητας, της παρουσίας του "άλλου" στο αστικό τοπίο μεταβάλλει αναπόφευκτα την εικόνα και την ταυτότητα του χώρου και, κατ επέκταση, την ταυτότητα της πόλης συνολικά. Οι μετανάστες εξελίσσονται σε οργανικό στοιχείο της ζωής της πόλης περνώντας από την αφάνεια του "λαθραίου" καθεστώτος, που σημάδεψε για τους περισσότερους τη ζωή τους στην Ελλάδα κατά την περασμένη δεκαετία, στην "ορατή" παρουσία και δραστηριότητα. Στα πλαίσια αυτά στη συνέχεια αναφέρομαι σε μια καθοριστική έκφραση αυτής της διαδικασίας που είναι και η ανάπτυξη επιχειρηματικής δράσης εκ μέρους των μεταναστών.

Επιχειρηματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα

Η επιχειρηματικότητα των μεταναστών στην Ελλάδα αποτελεί σχετικά νέο φαινόμενο. Τα επίσημα δεδομένα είναι πολύ περιορισμένα: Σύμφωνα με την απογραφή της ΕΣΥΕ οι "αλλοδαποί" που αποτελούν το 7% του συνολικού πληθυσμού και το 13% των μισθωτών, αποτελούν μόλις το 2,3% των εργοδοτών και των υπόλοιπων απασχολούμενων (3,4%). Μόλις το 2,8% των μεταναστών, κυρίως άντρες, είναι εργοδότες και μόνο το 8,2% είναι αυτοαπασχολούμενοι ή εργάζονται σε οικογενειακή επιχείρηση (τα αντίστοιχα ποσοστά για τους Έλληνες είναι 13% και 24%). Σύμφωνα με το Υπ. Εσωτερικών, ως το 2004 είχαν εκδοθεί 672.600 άδειες διαμονής από τις οποίες μόνο το 0,3% αφορούσε "ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα" και το 12% "παροχή υπηρεσιών ή έργου". Τέλος, το 2006 στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών ήταν εγγεγραμμένοι 3.577 ξένοι υπήκοοι (2,1% του συνόλου), ενώ στο Εμπορικό Επιμελητήριο Αθηνών 5.740.

Επιχειρηματικότητα των μεταναστών στη Θεσσαλονίκη

Σύμφωνα με έρευνα που πραγματοποιήσαμε σε 60 περίπου επιχειρήσεις μεταναστών (νιγηριανών, Αλβανών, Κινέζων και παλιννοστούντων) στη Θεσσαλονίκη προκύπτει το ακόλουθο προφίλ του μετανάστη επιχειρηματία: Όλοι βρίσκονται νόμιμα στην Ελλάδα, είναι κυρίως άντρες (68%), νεότεροι των 45 ετών (64,4%) και παντρεμένοι (78%) (οι περισσότεροι με ομοεθνή τους, 87%). Το 90% έχουν κάνει σπουδές πέραν του γυμνασίου -μάλιστα το 44% έχουν κάνει πανεπιστημιακές σπουδές-, ενώ το 8% έχουν μεταπτυχιακό ή διδακτορικό δίπλωμα. Όμως, το 66% δεν κατάφερε ακόμη να αναγνωρίσει τους τίτλους σπουδών του. Ζουν στην Ελλάδα πάνω από μια δεκαετία (το 46% ήρθε πριν από το 1995). Το 34% έχουν ζήσει σε κάποια τρίτη χώρα πριν έρθουν στην Ελλάδα. Η οικογένειά τους στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων (83%) ζει στην Ελλάδα. Οι περισσότεροι δημιούργησαν την επιχείρησή τους πρόσφατα, οι μισοί τα τελευταία 3 χρόνια, ενώ το 80% μέσα στα τελευταία 6 χρόνια. Κατά μέσο όρο, η επιχείρηση ιδρύεται 8 και πλέον χρόνια μετά την είσοδό τους στην Ελλάδα, με εξαίρεση τους Κινέζους (2 χρόνια). Οι περισσότεροι (80%) δεν είχαν καμία ιδιαίτερη ειδίκευση σχετική με το αντικείμενο της επιχείρησής τους, βέβαια, οι μισοί (49%) είχαν εμπειρία εργασίας σε παρόμοια δουλειά. Το 17% έχουν συνέταιρο, τα δύο τρίτα κάποιον ομοεθνή τους. Απασχολούν κατά μ.ό. 3,2 άτομα (συμπεριλαμβανομένων και των ιδιοκτητών). Οι περισσότεροι (83,1%) έστησαν την επιχείρηση με έναν συνδυασμό αποταμίευσης και δανείου από συγγενικό τους πρόσωπο.

Από τη στιγμή που εγκαθιδρύονται κοινότητες μεταναστών, σχηματοποιείται σταδιακά μια "φωλιά αγοράς" προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες τους. Συγκεκριμένα, πάνω από τους μισούς (51%) πελάτες των επιχειρήσεων των μεταναστών είναι ομοεθνείς τους ή άλλοι αλλοδαποί. Το 78% των εργαζομένων είναι ομοεθνείς τους, που τους επιλέγουν κυρίως (93%) για λόγους εμπιστοσύνης, κοινής γλώσσας και επικοινωνίας. Ένα μέρος (37,3%) των μεταναστών επιχειρηματιών ασχολούνται με δραστηριότητες που απευθύνονται κυρίως στην κοινότητά τους. Συγκεκριμένα, στους ομοεθνείς τους κυρίως απευθύνεται το 73% των επιχειρήσεων των μεταναστών που προέρχονται από χώρες της πρώην ΕΣΣΔ (mini market, τουριστικό γραφείο, video club, μεταφραστικό γραφείο, βιβλία - περιοδικά - εφημερίδες, εστιατόριο, ταβέρνα), το 47% των προερχόμενων από Αλβανία (μεταφραστικό γραφείο, δορυφορικά συστήματα, εστιατόριο-ταβέρνα) και το 33% των Νιγηριανών (αποστολή χρημάτων). Αντίθετα, οι Κινέζοι δεν απευθύνονται στην κοινότητά τους παρά σε ελάχιστο βαθμό 5%. Επίσης δημιουργούνται δίκτυα συνεργατών, απασχολούμενων κ.ά.: το 18,6% των επιχειρήσεων των μεταναστών προμηθεύονται τα προϊόντα τους από τη χώρα καταγωγής τους ενώ το 28,8% συνεργάζονται με επιχειρήσεις ομοεθνών τους. Τα ευρήματα αυτά καταδεικνύουν τη σημασία και τον ρόλο των κοινωνικών δικτύων. Οι σχέσεις στη βάση συγγένειας, καταγωγής, εθνότητας, θρησκείας κ.ά., αποτελεί πηγή χρηματικού και κοινωνικού κεφαλαίου αλλά και "δεξαμενή" εργατικής δύναμης, ενώ ο ρόλος των διαπροσωπικών σχέσεων και των ενδοκοινοτικών και οικογενειακών δεσμών είναι σημαντικός τόσο για τη χρηματοδότηση της ίδρυσης μιας επιχείρησης όσο και σχετικά με το εργατικό δυναμικό, την πελατεία κ.λπ. Όλα αυτά συνιστούν ένα σημαντικό "συγκριτικό πλεονέκτημα" για τους μετανάστες επιχειρηματίες.

Υπάρχει μια ετερογένεια και πολυμορφία στις αιτίες και στις στρατηγικές που χαρακτηρίζουν τις επιχειρηματικές διαδρομές των μεταναστών. Όμως, κεντρική είναι η σημασία του νομικού καθεστώτος. Έτσι, η θεσμική "εύνοια" προς τους ελληνικής καταγωγής μετανάστες, με τη χορήγηση ιθαγένειας στους Ποντίους και "δελτίου ταυτότητας ομογενούς" στους Βορειοηπειρώτες, διευκόλυνε σημαντικά την ανάπτυξη της ανεξάρτητης δραστηριότητας αυτών των ομάδων. Μάλιστα, ορισμένοι κατάφεραν να επωφεληθούν από τα λιγοστά μέτρα προώθησης της επιχειρηματικότητας αυτών των ομάδων. Επιπλέον, ατομικά χαρακτηριστικά (π.χ. το υψηλό εκπαιδευτικό επίπεδό τους καθώς και η προηγούμενη επιχειρηματική εμπειρία ή απασχόληση στον ίδιο κλάδο) φαίνεται να είναι σημαντικοί παράγοντες. Μέσα από αυτά τα στοιχεία αναδύεται ο σημαντικός ρόλος της κοινωνικής τάξης, υπενθυμίζοντάς μας ότι ο μεταναστευτικός πληθυσμός δεν αποτελεί συμπαγή και ενιαία κατηγορία, αλλά κάθε ομάδα χαρακτηρίζεται από εσωτερικές διαφορές που εν μέρει πηγάζουν από την προμεταναστευτική εμπειρία: τόπος καταγωγής, απασχόληση, εισόδημα, εκπαίδευση κ.ά. Έτσι, οι "κοινότητες" που διαμορφώνονται στη χώρα μας αποκτούν σταδιακά μια κοινωνική διαστρωμάτωση και εσωτερική "ιεραρχία".

Βεβαίως, αν εξετάσουμε τους προσωπικούς λόγους που οδήγησαν τους ερωτηθέντες να γίνουν επιχειρηματίες, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν σημαντικές διαφορές. Για ορισμένους, η ανάπτυξη ανεξάρτητης οικονομικής δραστηριότητας υπήρξε επιλογή αποσκοπώντας στη βελτίωση των όρων της ζωής τους με το να είναι καταρχάς αυτόνομοι και κύριοι του εαυτού τους. Όμως, για τη συντριπτική πλειοψηφία υπήρξε λύση ανάγκης γεγονός που αντανακλάται στο: μικρό μέγεθος, οικογενειακό και συχνά περιθωριακό χαρακτήρα, πολύωρη απασχόληση, περιορισμένη κερδοφορία και μειωμένες προοπτικές μεγέθυνσης της επιχείρησης. Οδηγήθηκαν σε αυτήν τη λύση με σκοπό κυρίως την επιβίωση, την απόδραση από συνθήκες εργασιακής εκμετάλλευσης και αβεβαιότητας. Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση των Κινέζων. Ενώ η πλειοψηφία των άλλων "εθνοτικών" επιχειρήσεων στην Ελλάδα στήνονται κυρίως από μετανάστες που ξεκινούν ως εργάτες και αργότερα μεταπηδούν στην ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα, η ανάπτυξη των κινέζικων επιχειρήσεων αποτελεί "επιχειρηματική μετανάστευση", όπου οι μετανάστες έρχονται προκειμένου να ανοίξουν επιχείρηση συνοδευόμενοι από τους εργάτες που πρόκειται να απασχολήσουν, συχνά μέλη των οικογενειών τους.

Το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις των μεταναστών είναι μικρές, οικογενειακές και λειτουργούν σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο της κοινότητας ενέχει τον κίνδυνο να καταστούν σταδιακά επιχειρήσεις "περιθωριακού" χαρακτήρα. Ωστόσο, τα ευρήματα καταδεικνύουν τη σημασία και τον ρόλο των μεταναστευτικών δικτύων ως πηγής κοινωνικού κεφαλαίου που μπορεί να ευνοήσει την επιχειρηματικότητα των μεταναστών αντισταθμίζοντας παράγοντες δυσκολίας (διακρίσεις, ανεπαρκής γνώση της γλώσσας και της τοπικής κοινωνίας, αβέβαιο νομικό καθεστώς κ.ά.). Δεν είναι τυχαίο ότι οι δραστηριότητες αυτού του τύπου συμβαίνουν σε ένα οικονομικό περιβάλλον, όπου η αυτοαπασχόληση αφορά το 1/4 του πληθυσμού και οι μικρές, οικογενειακές επιχειρήσεις παραμένουν ο επικρατέστερος εταιρικός τύπος. Έτσι, ορισμένοι μετανάστες, που μέχρι πρόσφατα βρίσκονταν στο κατώτερο επίπεδο της εργασιακής πυραμίδας "ανταγωνιζόμενοι" το αντίστοιχο εγχώριο εργατικό δυναμικό, μετακινούνται στο κατώτερο τμήμα της επιχειρηματικής δραστηριότητας, φαινομενικά σε ανταγωνισμό με μεγάλη μερίδα του ντόπιου πληθυσμού. Μια τέτοια εξέλιξη αντανακλά μεν περιορισμένες ευκαιρίες στην αγορά εργασίας, ταυτόχρονα όμως αναμφίβολα αποτελεί και ένδειξη κοινωνικής ανόδου.

* |Ο Λόης Λαμπριανίδης είναι οικονομικός γεωγράφος, διδάσκων του Πανεπιστημίου Μακεδονίας. Tο κείμενο αυτό βασίζεται σε ευρύτερη εργασία που συντάχθηκε μαζί με τον Πάνο Χατζηπροκοπίου|.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι